τροχιές

Με την πράξη να ανακαλύπτουμε αλήθειες και πάλι με την πράξη να τις ελέγχουμε και να τις αναπτύσσουμε.../Πράξη, γνώση και ύστερα πάλι πράξη˙ η μορφή αυτή της κυκλικής επανάληψης είναι ατελεύτητη.

Μάο ΤσεΤουνγκ


Το συμβάν δεν είναι ο Άλλος του Λόγου αλλά ο 'Αλλος της φιλοσοφίας, όπως ορίζεται σύμφωνα με την πλατύτερη έννοια της πολύπλοκης δομής του, αντί να ορίζεται μόνο με όρους ''παρουσίας".

Francois Laruelle




Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Εξομολόγηση 3η: η μνήμη και το μνήμα(περί αναμνήσεων)


1. Θυμόμαστε,οι πεπερασμένοι χρόνοι γεμάτοι απο πεπερασμένες ενέργειες και πεπερασμένους ανθρώπους, παρελαύνουν στην σκέψη μας μέσα απο τις λεωφόρους της μνήμης. Είναι τόσο μεγάλες καιτόσες πολλές οι δυνάμεις τους που τρομάζουμε και πιστεύουμε πως ότι σκεφτόμαστε και ότι πρόκειται να σκεφτούμε, αναγκαστικά πρέπει να προέλθει απο αυτές τις παρελάσεις της μνήμης. Όλα έχουν υπάρξει και αυτό αρκεί για να τους προσδώσουμε την αυθεντία του δημιουργού, την αυθεντία της γέννησης. Ο Αόριστος είναι η παρηγοριά μας, φτάνουμε να θεωρούμε μέλλον την μεταμόρφωση του παρελθόντος με μια μάσκα ομορφιάς. Η μνήμη είναι ένα μνήμα της σκέψης ως δημιουργίας, σύμβολο δηλαδή ενταφιασμού και απόδοσης λατρευτικών τιμών σε ότι κάποτε υπήρξε. Μετατρέπει την σκέψη σε ένα προσκυνητή της, μετατρέπει τον θάνατο σε ελκυστική μορφή που καταστρέφει την σκέψη μέσω της αυτοκρατορίας των αναμνήσεων. Ματαιώνει την θαυματουργική δύναμη του συμβάντος πρώτα από όλα μέσα μας.

2.Το μνήμα είναι σημείο ιερό, κανείς δεν γνωρίζει αν υπάρχουν ακόμα οι νεκροί κάτω απο αυτό, κανείς δεν νοιάζεται για αυτό, το μνήμα είναι η αιτία της σκέψης που σκέφτεται το Ίδιο. Για αυτό το μνήμα είναι όμορφο, παγερό, απομονωμένο και κλειστό, είναι μια χάραξη του τέλους με τελικό τρόπο, δεν είναι ίχνος προς κάπου, δεν προσανατολίζει αλλά κάνει ιδανική την επιστροφή και την επανάληψη.
Το μνήμα φέρνει αναμνήσεις, και στέκεται επίτηδες πάντα επιβλητικό για να μας προκαλεί με την μη- φθαρτότητα του, σαν να μας λέει πως το μόνο παρόν είναι αυτό... πως αν υπάρχει παρόν υπάρχει για να θυμόμαστε, ακόμα και όταν νομίζουμε πως σκεφτόμαστε.

Ζούμε την αιωνιότητα μέσα απο τις αναμνήσεις και επιλέγουμε όχι την απροσδόκητη προέλαση προς το άγνωστο αλλά την γαλήνια βόλτα ανάμεσα στα φαντάσματα που έχουμε γεμίσει με αθανασία. Ο άνθρωπος κατα βάθος θα ήθελε να υπάρξει ως ανάμνηση του ίδιου του σύμπαντος, ανάμνηση του Θεού του.
Δεν υπάρχει μνήμη στο μέλλον, δεν υπάρχουν νεκροί,δεν υπάρχουν Θεοί, η ύπαρξη μένει να αποδειχθεί. Το μέλλον είναι υπόθεση, το παρελθόν νόμος, η επιστήμη είναι με το μέρος του πρώτου.

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

Εξομολόγηση 2η: το φάντασμα που μας οδηγεί


Ο Άμλετ απέναντι στο φάντασμα του Πατέρα. Μια σκηνή της θεατρικής πράξης, μια σκηνή της σύγκρουσης γύρω απο την καταγωγή της θέλησης.Το φάντασμα που οδηγεί τον Άμλετ, υπήρξε ή γεννήθηκε απο τον ίδιο, ώστε όλη του η θέληση για την υπέρβαση του Εγώ του να οδηγηθεί στην τελική φονική πράξη υπο την ευλογία ενός αρχι-υποκειμένου που διέταξε την συνείδηση; Ποιός δημιουργεί την θέληση; Το υποκείμενο ή το φάντασμα που οδηγεί το υποκείμενο; Και αυτό το φάντασμα τελικά ανήκει σε ποιόν; Η ελεύθερη βούληση και ο Θείος επικαθορισμός απο μια υπερ-ατομικής ή υπερ-φυσική αρχή.. όψεις του ίδιου νομίσματος που λέγεται άνθρωπος.

Το φάντασμα που μας οδηγεί, ο Πατέρας που μας εξηγεί τον πόνο του και επι της ουσίας μας σπρώχνει στην πράξη, η απεικόνιση μιας αδυναμίας αποφάσεων που εξεγείρεται και γίνεται προτροπή μέσω μιας μεταμόρφωσης μας. Το φάντασμα που μας οδηγεί είναι το μεταμορφωμένο Εγώ-ως Άλλος, μέσω αυτού μόνο η πράξη αποκτά εξωτερικότητα, αποενοχοποιείται και θεοποιείται, κλείνεται μέσα μας ως αναγκαία επιλογή έναντι ενός Άλλου, ισχυρού, σεβαστού, άυλου και τρομαχτικού, όσα ονειρευτήκαμε για το Εγώ μας, όσα στο Πραγματικό δεν είναι ακόμα υπαρκτά. Προβαίνουμε στην πράξη για να δοκιμάσουμε την αλήθεια των φαντασμάτων μας, για να επιβεβαιώσουμε την θεία τους προέλευση, για να ταυτιστούμε με την ισχύ τους.

Οι μεγάλες πράξεις γίνονται πάντα όχι απο ανθρώπους αλλά απο τα φαντάσματα τους, και για αυτό είναι και μεγάλες.

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Εξομολόγηση 1η : ο μόχθος του ανώτερου


Πίνακας του David,Ναπολέων ο Μέγας

Ποιός ταπεινός δεν θέλησε τον όλεθρο του ανωτέρου του;Ποιά δουλική ψυχή μέσα μας δεν επιθύμησε να μας κρατήσει μέσα στο ανθρώπινο το πολύ ανθρώπινο τομάρι της σκέψης που περνιέται για κάτι μεγάλο όσο καιρό μας κρατάει μέσα στο μικρό, μέσα στον ασήμαντο χρόνο της επανάληψης;

Αυτός ο όλεθρος του κατώτερου μέσα μας είναι πιο δύσκολο έργο και απο το να διανοηθείς ένα αριστούργημα τέχνης, απο το να ηγηθείς ενός ατέλειωτου ταξιδιού μέσα στο άγνωστο, ο όλεθρος του κατώτερου είναι μια επιλογή πόνου, ενοχής και φόβου. Η κατάφαση στη ζωή, η απόδειξη ότι προχωράμε μπροστά, τι άλλο μπορεί να είναι απο αυτή την ασταμάτητη εργασία για τον όλεθρο του κατώτερου, για την εξαφάνιση του απο παντού μέσα μας, απο το σβήσιμο του;. Όμως σε αυτό τον πόλεμο πρέπει να μπεις αποφασισμένος να εξολοθρεύσεις και όχι να νικήσεις απλά.

Αν χαρίσεις όρους επιβίωσης στο κατώτερο ίσως να μην ξανατολμήσεις ποτέ την υπέρβαση, την ιδέα της κάθαρσης θα την φυλακίσεις στο κελί της πουλημένης αυτάρκειας ΄΄ότι κάποτε προσπάθησα έστω για μια φορά΄΄. Το σκοτεινό σημείο της απόφασης για μια τέτοια εκστρατεία παραμένει το αντικείμενο όλων των επιστημών του ανθρώπου.
Από που άραγε γεννήθηκε και υπο ποιές συνθήκες το μεγαλειώδες, το ύψιστο, το ιδανικό της ανθρώπινης δράσης μέσα στην Ιστορία; Πριν κατέλθουμε στα πιο μεγάλα πολεμικά πεδία, οφείλουμε να απαλείψουμε τον εσωτερικό εχθρό, να επιδιώξουμε το ανέφικτο...να εξαφανίσουμε το πεδίο διαμάχης με το ήδη-υπαρκτό-Εγώ.Έτσι μόνο μπορεί να κάνει το Εγώ την έξοδο του απο την εσωτερικότητα της διαμόρφωσης στην εξωτερικότητα της επιβολής, της πράξης στον κόσμο. Δεν μπορούμε αδιάκοπα να ξεχνιόμαστε στην εσωτερική πάλη,δεν μας επιτρέπετε να μην εξαπολύουμε την δύναμη μας στον κόσμο.

σ.

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ: Σημεία Υπεράσπισης


1. Η σκέψη του Χάιντεγκερ αποτελεί τεράστια γέφυρα που ενώνει την Προ-Σωκρατική Αρχαία Ελληνική σκέψη με την Φαινομενολογία της Σύγχρονης Ευρωπαϊκής σκέψης και, απὀ εκεί, συνεχίζει προς την όχθη της Αντι-Φαινομενολογίας και μιας μη-φιλοσοφίας, μιας σκέψης μη-φιλοσοφικής. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς την σημερινή Φιλοσοφική Ακαδημία σε όλο τον κόσμο, δίχως την σκέψη του Χάιντεγκερ, είναι αδιανόητο να σκεφτούμε τον Σάρτρ, τον Λεβινάς, τον Ντερριντά, τον Λυοτάρ, τον Λακού-Λαμπάρτ και Νανσύ, το έργο του Μπαντιού αλλά και του Ζίζεκ, του Άγκαμπεν, του Λαρυέλ και τόσων άλλων στοχαστών, δίχως να βαδίζουν μέσα από την μεγάλη νύχτα του Χαϊντεγκεριανού στοχασμού. Θα έλεγε κανείς πως τα έργα όλων τους σε ένα μεγάλο μέρος τους αποτελούν νεκρολογίες πάνω στην σκέψη του Χάιντεγκερ. Ο "Ναζιστής", ο Ολοκληρωτικός, ο σκοτεινός, ο Θεολόγος, ο Υπαρξιστής, ο Πλατωνιστής, ο Αντιδραστικός, ο μεγαλύτερος όλων...

Και οι χαρακτηρισμοί ποικίλουν και συνεχίζουν με βάση το ποιος κρίνει και τι επιδιώκει από την κριτική του. Υπάρχουν έργα σταθμοί που γράφτηκαν για να τον ξεπεράσουν ή να τον ανανεώσουν, ας θυμηθούμε "Είναι και Μηδέν", "Από την Ύπαρξη στο Υπάρχον", "Είναι και Συμβάν" και αρκετά ακόμα. Είναι δυνατόν αυτή η σκέψη να ταξινομηθεί και να τακτοποιηθεί σε ένα συρτάρι, με μια κατηγοριοποίηση, να θεωρηθεί εξαντλημένη ή να ερμηνευτεί με βάση την ερμηνεία των στοχαστών που θέλησαν να την μεταπλάσσουν κατά το δοκούν;
Με το Χάιντεγκερ, πρέπει να κάνουμε ό,τι μας θέτει σαν ευθύνη η σκέψη του Μαρξ. Να επιστρέψουμε σε αυτόν, να τον αναγνωρίσουμε σαν μια μεγάλη ανεξερεύνητη ήπειρο, να εκτιμήσουμε την καθοριστική μεταβατικότητα του στοχασμού του, να αξιολογήσουμε τις χρήσεις που του έκαναν και του κάνουν τα Φιλοσοφικά ρεύματα εδώ και μισό αιώνα τώρα. Να πιάσουμε νήματα και να βρούμε ίχνη σε αυτό το απέραντο δάσος της σκέψης, πέρα από κάθε ψευτοϋποχρέωση να δικαιώσουμε ένα ρηχό προοδευτισμό της σκέψης, μια ψευδή ριζοσπαστικότητα, που έτοιμη και ξαναζεσταμένη πλασάρεται σαν τροφή στον εγχώριο προβληματισμό. Θα θέσουμε κάποια σημεία υπεράσπισης ενός Χάιντεγκερ που μας χρειάζεται για την εργασία της απο-φιλοσοφικοποίησης της σκέψης, την επαναεισαγωγή της στο ζειν, στην πράξη του Πραγματικού.

2. Ο Χάιντεγκερ με το "Είναι και Χρόνος" είναι ο πρώτος που χτυπάει στο κεφάλι όλη την Καρτεσιανή Μεταφυσική παράδοση της Δυτικής σκέψης, δίνοντας χαριστική βολή στην Φαινομενολογία και στις όποιες δικές του ακόμα σχέσεις με αυτήν. Δεν έρχεται σε ρήξη απλά με την Χουσσερλιανή παράδοση αλλά τοποθετεί όλο το Φιλοσοφικό εγχείρημα στο ειδώλιο με μια ακραία αντι-φαινομενολογική τοποθέτηση. Αυτοί που στο έργο αυτό είδαν μόνο μια επιστροφή στο "Είναι", μια ουσιαστικά νατουραλιστική Ρομαντική ανάλυση του Όντος, εντέχνως αποσυνδέουν και αποκρύπτουν την κεντρική προβληματική του Χαϊντεγκεριανού έργου για το "Πως" και το "Τι" αυτού του Είναι. Τα αντι-φαινομενολογικά στοιχεία της σκέψης του δεν είναι περιστασιακά και σκόρπια μέσα στο "Ε κ Χ" αλλά βασικά σε κάθε πέρασμα του προβληματισμού του. Ο Χάιντεγκερ είναι αυτός που τοποθετεί το Συμβάν και την καθοριστικότητά του σε σχέση με το Είναι, αποδίδοντας του την λειτουργία μιας απο-παρουσίασης, μιας σκοτεινοποίησης για την Φιλοσοφική σκέψη που αναγκαστικά ζει μέσα στα όρια της εποπτείας.

Είναι χαρακτηριστική η φράση του "Το ότι που χαρακτηρίζει την γεγονότητα δεν είναι προσιτό με εποπτεία". Εντοπισμός της συμβαντικότητας εκτός της εποπτικής. Άρα ενόραση και μυστικισμός, θα πουν κάποιοι· όμως το άνοιγμα που δίνεται για την ερμηνεία της φύσεως του Πραγματικού είναι εδώ ορατό. Η Καρτεσιανή οντολογία του κόσμου λέει "κόσμο" το φυσικό εμπράγματο, και το φυσικό εμπράγματο δεν γεννά την συμβαντική κατάσταση ως μεμονωμένο αντικείμενο. Η γεγονότητα υπάρχει έξω από την εποπτεία με αυτή την έννοια, δηλαδή ανήκει στην τάξη της παραγωγής ανυπολόγιστων σχέσεων μεταξύ των όντων με τέτοιο τρόπο που να αποτελούν ένα νέο Είναι, μια νέα τάξη, μια εμμένεια που δεν παίρνει την μορφή της αντικειμενοποίησης που συνηθίζουν οι έννοιες του Υποκειμενικού μηχανισμού της ανθρώπινης σκέψης.

Ο Χάιντεγκερ για αυτό επιστρέφει στους Προ-Σωκρατικούς. Πρώτον για να δείξει έναντι τού Καρτεσιανού στοχασμού πως η έννοια "κόσμος" είναι τόσο βαθιά, ολική και απόκοσμη που το στένεμά της στο φυσικό εμπράγματο επί της ουσίας οδηγεί σε μια απομάκρυνση από το είναι του Κόσμου και σε μια προσκόλληση στο φαίνεσθαι του και, δεύτερον, για να επισημάνει την ανάγκη μιας απο-ανθρωποποίησης της σκέψης, μιας στροφής στην ανεξαρτησία του Είναι από την συνείδηση, μιας υποχρεωτικής ευθύνης ο άνθρωπος να σκέφτεται με βάση το πάντα Άπειρο, το πάντα Ξένο, το πάντα Τρομαχτικό Συμβάν του Πραγματικού. Με κάθε σεβασμό, το έργο κανενός Μπαντιού δεν θα μπορούσε να σταθεί στα πόδια του αν δεν είχε υποδείξει ο Χάιντεγκερ την αντι-φαινομενολογική σημασία του Ereignis, το Πρωτο-Συμβάν, στην ανάλυση για τον Κόσμο.

3. Ο Χάιντεγκερ δεν αναζητά παρά τον τρόπο ύπαρξης και την σημασία του Ενός, όταν σκέφτεται και αναλύει το "Είναι". Δεν είναι ο στοχαστής του "Είναι" αλλά ο στοχαστής του Ενός. Η φιλοσοφική στρατηγική του να ξεκινήσει από την επανανοηματοδότηση του Κόσμου πέρα από τις Καρτεσιανές συντεταγμένες, να παρουσιάσει τις πολλαπλότητες του Είναι, συνιστά το έδαφος, τη βάση, την αφετηρία ενός στοχασμού που πηγαίνει να διασχίσει τα πιο δύσβατα μονοπάτια στο δρόμο προς την Απ-αρχή. Αυτό που ταλανίζει τον Χάιντεγκερ δίνεται από τον ίδιο συνταρακτικά με το ακόλουθο απόσπασμα: "Ως προς το ποιος είναι ο Καλεστής δεν μπορεί να καθοριστεί "κοσμικά" με τίποτα... Το να ακούσεις αυθεντικά το κάλεσμα σημαίνει να εισαχθείς στο γεγονικό πράττειν." Το κάλεσμα δεν υπάρχει λοιπόν στον κόσμο αυτό, αλλά στο γεγονικό πράττειν, στην συμβαντική εξω-κοσμικότητα, στην συμμετοχή σου σε αυτή. Ο Καλεστής συνεπώς δεν είναι ένας επερχόμενος Μεσσίας, αλλά το συμβάν που αποδέχεσαι να πιστέψεις και να υποκειμενοποιηθείς μαζί του.
Όχι τυχαία, η αυθεντικότητα του ακούσματος δηλώνεται εδώ με βάση την εισαγωγή σε αυτό το γεγονικό πράττειν. Δεν είναι η γενική συμμετοχή στο "Είναι", δεν είναι η αδιάφορη σπατάλη στον καθημερινό εμπράγματο κόσμο, αλλά η πορεία προς το Ένα-Συμβάν που υποκειμενοποιεί αληθινά το ανθρώπινο.

4. Γι' αυτό ο θάνατος είναι μια εμμένεια της ζωής, μια εμμένεια εντός του "Είναι", είναι το μέγιστο Απροσδόκητο, το Απόλυτο Κακό, το Υπερ-Συμβάν, η ιστορικότητα που δεν προλογίζεται από καμία παρουσία. Το Ένα είναι θάνατος του Είναι και αυτή η πάντα αστραπιαία εμφάνισή του το καθιστά ένα φαινόμενο της σπανιότητας, την Εξαίρεση, την πράξη που γίνεται η προϋπόθεση της Φύσης να μένει πάντα Φύση, να γεννιέται πάντα από την αρχή. Ο θάνατος στον Χάιντεγκερ είναι αυτή η γέννα της αρχής, η επισφράγιση της υποταγής του Πληθυντικού Είναι στην συμβαντική χειρονομία του Ενός να διασαλεύσει την υφιστάμενη τάξη, να νεκρώσει τον υπαρκτό οργανισμό, να επιβάλλει την ανάγκη για ζωή θέτοντας το απόλυτο μηδέν.

Το θνήσκειν και ο χρόνος συσχετίζονται εντός του Είναι με πολεμικούς όρους. Το ζήτημα της χρονικότητας είναι συνυφασμένο με την θνητότητα, με το πώς και πότε μιας τελικής πράξης επικαθορισμού της ήδη-δοσμένης φύσης ενός όντος ή και του Κόσμου όλου. Στο σημείο αυτό όντως ο στοχασμός του Χάιντεγκερ είναι πολεμικός, ολοκληρωτικός, αποκαλυπτικός. Όχι γιατί δικαιολογεί το Ολοκαύτωμα ή τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά γιατί υπερασπίζεται ότι, είτε το θέλουμε είτε όχι, η αλήθεια του κόσμου θα επικαθοριστεί από ένα Αρχι-Θάνατο, από ένα Ένα-Συμβάν-χωρίς Κόσμο.
Αυτός είναι ο Θεός του Χάιντεγκερ που μπορεί να μας σώσει, η αποτελείωση της φιλοσοφίας ως σκέψης φαινομενολογικής, ως σκέψης "κοσμικής", ως σκέψης χρονικής και όχι ιστορικής, ως σκέψης που αρνείται την άρνηση και για αυτό πεθαίνει, που αρνείται το θάνατο για αυτό δεν ζει, που αρνείται το Συμβάν για αυτό και δεν συνιστά πια μια σκέψη για τον άνθρωπο και την ευτυχία του.
Πίσω στο "Είναι κ Χρόνος", πίσω στην πρώτη αντι-φαινομενολογική επίθεση μιας αληθινής σκέψης, μιας αληθινής μη-φιλοσοφίας.

σ.

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

ΜΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΒΟΥΛΗΣΗ: ΤΟ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ


Δαβίδ και Γολιάθ, Πίνακας του Τιτσιάνο Ντε Καντόρ

1.Μίμηση και Βούληση,θεμέλια συγκρότησης του υποκειμένου, θεμέλια θεολογίας και πολιτικής του υποκειμένου,θεμέλια φιλοσοφίας και μη-φιλοσοφίας του υποκειμένου. Δύο έννοιες μία αρχή..το Εγώ. Αναπαράσταση και Δύναμη,προσομοίωση και επιθυμία. Η θεολογία και η πολιτική σε αντίθεση και επικαθορισμό ανάμεσα τους. Ποιός νικάει και τελικά κατακτάει το Υποκείμενο;
Τι είναι αυτό που το συγκροτεί ω τέτοιο και ποιός ιστορικός συμβιβασμός λαμβάνει χώρα ανάμεσα στο Θεολογικό και το Πολιτικό ώστε να υπάρξει το Υποκείμενο ελεύθερο απο αυτή την διπλή υπόσταση που εμμενώς παίζει το ρόλο του Φιλοσοφικού Οιδίποδα του; Ή αντίθετα οφείλουμε να σκεφτούμε το Υποκείμενο σαν ένα αναγκαίο κατασκεύασμα αυτής της σχέσης, αυτής της αμοιβαιότητας,αυτής της σύγκρουσης; Να δεχτούμε δηλαδή πως οι καταστατικές αρχές μίας υποκειμενικότητας ή θα είναι αυτές ή δεν θα υφίσταται υποκειμενικότητα;
Όμως εδώ ερχόμαστε σε αντιπαράθεση με όλη την περίφημη φιλελεύθερη-δημοκρατική παράδοση γύρω απο την χειραφετητική νομοτέλεια του υποκειμένου. Σύμφωνα με αυτή την κυρίαρχη -απο την Γαλλική Επανάσταση και μετά - παράδοση, το Υποκείμενο είναι ταυτισμένο με το πρόταγμα της προόδου,είναι ο φορέας του Διαφωτισμού της Ανθρωπότητας, είναι, το Υποκείμενο που έχει αποδεσμευτεί απο την Θεολογική και Πολιτική θέσμιση του.
Τι εννοούμε όμως όταν μιλάμε για το Θεολογικό εντός του Πολιτικού αν όχι αυτή την προ-πολιτική ιδεολογική χάραξη της Μονοθειστικής παράδοσης του Ενός-Πατρός όλων;

Και εδώ το τραγικό δίλημμα της φιλοσοφίας, της ψυχανάλυσης και της πολιτικής είναι ένα: Μπορώ να υπάρξω δίχως να συγκροτηθώ ως Ένας-Πατέρας, μπορώ να υπάρξω δίχως να γίνω μία εξουσία που να εξαλείψει την εξουσία;

2. Η θέληση για δύναμη είναι μία θέληση για μίμηση της αρχέγονης ιδεολογικής μορφής του Πατρός-Θεού, θέλουμε να μιμηθούμε αυτόν τον ανοίκειο θεό της δημιουργίας, θέλουμε γιατί η μίμηση του είναι πανταχού παρούσα στις ταξικές κοινωνίες. Η τρομακτική ισχύς της βούλησης του Πολιτικού είναι μία εκδήλωση της επιδίωξης για την κλωνοποίηση του Θείου μέσα στην υποκειμενική συγκρότηση της ιστορίας. Η Μίμηση επιβεβαιώνει πως επιθυμούμε την μεταστοιχείωση μας,τον μετασχηματισμό μας, την μεταφορά μας απο αυτό που είμαστε σε κάτι άλλο, ως κάτι άλλο, ως ίδιοι με αυτό το ύψιστο πρωτο-αίτιο της ύπαρξης. Αυτό το Άλλο που μας επιθεωρεί δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, δεν το χρειαζόμαστε εξασθενημένο στην σκέψη μας, το ζητάμε σαν σωματοποίηση της απόλυτης εξουσίας, το θέτουμε εμείς υπεράνω κάθε φθαρτότητας και κάθε μεταβλητότητας, γιατί εκεί η θέληση του Εγώ εκεί επιθυμεί να φτάσει μέσω του Πολιτικού: στην υποκειμενοποίηση της ιδέας, στην υποκειμενοποίηση του Θείου, στην υποκειμενοποίηση του Πατέρα. Για αυτό η Πολιτική αποτελεί μία ασύλληπτη αποκαθήλωση της Θρησκείας και την ίδια στιγμή μία ακραία διάχυση της ουσίας της στον καθένα που συμμετέχει σε αυτή.
Η ταξική βάση των κοινωνιών μέχρι σήμερα αναπαράγει αυτή την ανολοκλήρωτη εκκοσμίκευση και το σύστημα των κοινωνικών σχέσεων που συνεχίζει να ζωογονεί το νόμο του Θεού-Πατέρα-Εγώ.

3. Η Θέληση για δύναμη είναι συνεπώς πρώτιστα μία Θέληση για Μίμηση ενός Αρχι-Υποκειμένου,και αυτό σίγουρα δεν αποτελεί ένα ύμνο στην ελευθερία. Όμως ο δρόμος προς την χειραφέτηση απο το Πάντα-παρόν είδωλο του Θεού είναι ένας δρόμος αναγκαστικής ταύτισης και σύγκρουσης μαζί του ταυτόγχρονα. Μία φρικιαστική παραδοχή προσφέρει στην απόπειρα της ανθρώπινης δράσης ένα ακλόνητο κίνητρο. Η παραδοχή της προιστορικής ανικανότητας να επιβληθεί στο Πραγματικό απόλυτα, η αιτία της Θεοποίησης της δύναμης και της αδυναμίας του βρίσκεται εκεί.

Αυτό το Φάντασμα, η διεστραμμένη Ιδέα είναι το κίνητρο αυτής της θεμελιώδους ανελευθερίας αλλά και της εκπληκτικής επιδίωξης δύναμης και παραγωγής δράσης.Μιμούμαστε και Θέλουμε να μοιάσουμε σε αυτό το Φαντασματικό Παντοδύναμο Ιδεατό για να αποδράσουμε από αυτή την μοιραία μερικότητα μας πάνω στα πράγματα και την ζωή, γιατί δίχως αυτό η δημιουργική και μετασχηματιστική δράση του υποκειμένου να μην ήταν παρα μόνο μια ανάλωση στην βιολογική αναπαραγωγή.
Καμία ιδεολογία δεν μπορούσε να μην βασίζεται στο χτίσιμο και την ενίσχυση αυτού του Φαντασματικού, καμία ιδεολογία δεν θα υπήρχε αν δεν γεννούσε και δεν μεγάλωνε αυτό το Φαντασματικό. Όμως δεν συνιστά αυτό αδυναμία, δεν συνιστά κατί κακό και καταστροφικό αυτό το στοιχείο της αναπαραγωγής του ιδεολογικού. Το ζήτημα είναι πιο Φάντασμα διαλέγει η κάθε ιδεολογία να πλανιέται πάνω απο το Υποκείμενο της, πια σχέση Υποκειμένου και Ιδεολογίας ορίζεται με βάση την τελική χειραφέτηση της πράξης και της δράσης απο την ανάγκη μίας αιώνιας Μίμησης ενός Άλλου. Ποιά κοινωνική σχέση δημιουργεί υλικά τους όρους να υπάρξει αυτοδύναμα το Υποκείμενο χωρίς την αιώνια προσφυγή στο Άλλο.

4.Ανάμεσα στο Θεολογικό και το Πολιτικό ο δεσμός που υφίσταται εντοπίζεται πάνω στην παρουσία του Τραγικού, στην ρήξη που επιφέρει η πράξη εκείνη που προσπαθεί να δολοφονήσει την Μίμηση και να απελευθερώσει την Βούληση. Μιλάμε για Τραγικότητα γιατί εκεί το Υποκείμενο αποσύρετε απο το κοσμοείδωλο του, εισέρχεται σε μία καινοφανή τύφλωση, υπάρχει μόνο ως ζωντανό αποτέλεσμα της βούλησης του, ενσαρκώνει μια προσωρινή εκμηδένιση του εαυτού του γιατί έχει εκμηδενίσει την κυρίαρχη αξία του. Ζεί εκεί σε μία μετέωρη στιγμή ανάμεσα στο τίποτα και στο παν που ανοίγει εμπρός του η απόσυρση του Καταπιεστικού Φαντάσματος.
Είναι Τραγικό το Υποκείμενο και για ένα άλλο λόγο. Γιατί συνήθως μπροστά σε αυτή την απόλυτη ανάδυση της Θέλησης για Δύναμη -δίχως-Θέληση για Μίμηση τρομάζει να μετατρέψει τον Εαυτό του σε ένα Πραγματικό Κύριο. Το Φανταστικό ακόμα και όταν πεθαίνει συνεχίζει να στοιχειώνει το Υποκείμενο που παραμένει στα όρια της μηδενιστικής πράξης της φόνευσης της Οιδιπόδειας Ιδέας. Το Τραγικό δεν είναι η πράξη και η αντιθετικότητα που οδηγεί το Υποκείμενο στην εκτός τόπου και χρόνου χειρονομία, αλλά η αδυναμία μετά την απελευθέρωση απο την Μίμηση να υπάρξει ένας νέος τρόπος ύπαρξης.

Ας μελετήσουμε πιο συγκεκριμένα γιατί ο Οιδίποδας τιμωρείται φρικτά μετά την ενέργεια του, γιατί οι Αρχαίοι Ελλήνες παρουσιάζουν σαν κόλαση το βίωμα του απελευθερωμένου από τον Πατρικό Κύριο Οιδίποδα; Στην αρχαία Τραγωδία αυτό που δίνεται στον θεατή δεν είναι οι ενοχές και οι τύψεις για την δράση,αυτό είναι η Χριστιανική ερμηνεία που επιβλήθηκε μετέπειτα στην Φιλολογική ανάλυση των Τραγωδιών. Ο Τραγικός ήρωας είναι επι της ουσίας αποσυντιθέμενος και διαλυμένος, είναι ενσάρκωση του μηδενός. Η φόνευση της Καθοδηγητικής Κυρίαρχης Ιδέας είναι η αρχή του χάους, μίας ελευθερίας που είναι αναγκαία αλλά τρομαχτική για το υποκείμενο.
Ο ήρωας μετά το φόνο αναρωτιέται πως και γιατί αξίζει μετά από αυτό να συνεχίσω να ζεί. Το τέλος της υποταγής δεν φέρνει μια νέα εποχή. Μοιάζει σαν να παίρνουν θέση οι Αρχαίοι Τραγικοί, σαν να υποστηρίζουν ότι ορθά αφαιρείς την Ιδέα που εξουσιάζει, μα κακώς προχωράς δίχως μία νέα Ιδέα που να ελευθερώνει. Το πρόβλημα που βάζει η Τραγωδία σχετικά με την Μίμηση και την Βούληση είναι το κατα πόσο ο άνθρωπος είναι σε θέση να αποδεχτεί ότι αυτός ο ίδιος είναι η απόλυτη Ιδέα του εαυτού του, κατά πόσο το θέλει και κατα πόσο αυτό θα πηγαίνει μπροστά την ιστορία και τον κόσμο. Ευτυχώς τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά.

σ.

Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

AΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Στον Παλαμά




Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αγέρα!

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλει, τί κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;

Μα συ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
ήρως τη πήρε και την ύψωσε στ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι επάνω από μας
που τον ύμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: «Ο Παλαμάς!»,
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη!

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αγέρα!

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως μες στ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τόνε σκέπει.

Τί πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτή την ώρα.
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την 'Αγια δέχονται ψυχή τη τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτή με μίαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεους για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αγέρα!

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ [ Σκέψη, Κόσμος, Πράξη, Ουτοπία]

1.Ο κόσμος που συγκροτεί η σκέψη του κάθε Έγω ή είναι ένας κλώνος του ήδη-κόσμου ή μία Ουτοπία, ένας κόσμος υπερβατικός ως απόλυτη εσωτερικότητα , η σκέψη για να παράγει ένα τέτοιο κόσμο δεν ανήκει στο απομονωμένο Εγώ, αλλά σε αυτό που επιδιώκει την αυτοεκμηδένιση του ώστε να υπάρξει ως μέρος ενός Άλλου μη-ατομικού Εγώ.

2.Ο κόσμος για την σκέψη του Πραγματικού δεν υπάρχει, ο κόσμος είναι η σκιά του Ενός που δεν είναι –ακόμη Κόσμος. Για αυτό η σκέψη του Πραγματικού υφίσταται μόνο στη βάση της πλήρους ανυπαρξίας ή επιδιώκοντας την ανυπαρξία του κόσμου από το πεδίο της. Η σκέψη που όλο και περισσότερο σβήνει την αντανάκλαση του κόσμου από την λειτουργία της, τείνει προς την θεωρητική τοπικοποίηση της Ουτοπίας, εργάζεται για την Τιτάνεια Αφαίρεση που προσχηματίζει το ελευσόμενο Πραγματικό.
Πρέπει συνεχώς να επισημαίνουμε πως, η σκέψη δολοφονεί τον ήδη-Κόσμο μόνο όταν λειτουργεί ως Καθαρός Πρακτικός Λόγος, επιτρέποντας στην πράξη να οικοδομεί το Πραγματικό. Η αληθινή σκέψη ρωτάει « Ποιος Κόσμος είναι ο κόσμος του Πραγματικού»;Και αντίστοιχα πράττει.

3.Ο Κόσμος και η Φιλοσοφία(του) είναι μια ενιαία αναπαράσταση της Ουτοπίας, παριστάνουν τον χώρο της πάντα ενδεχόμενης Έλευσης ενός Υπερβατικού Άλλου, που όμως ο ορίζοντας και η διαδρομή του είναι οριοθετημένα στο Λόγο της Φιλοσοφίας αυτού του Κόσμου. Η προσποίηση της έκφρασης του Ουτοπικού είναι ολόκληρη η ιστορία της Φιλοσοφίας ως Φαινομενολογίας. Το Πραγματικό Ουτοπικό, το αληθινό εμμενές υπερβατικό, τοποθετήθηκε στο χώρο της πράξης μόνο από τον Επαναστατικό Μαρξισμό, και από εκεί προσπάθησε να το αποκαθηλώσει η Φιλοσοφία διαλύοντας την μοναξιά της Ενικότητας του μέσα στην άπειρη αλληλουχία των Λόγων που εκφέρουν τα Φαινόμενα του ήδη-Κόσμου.

4.Η σκέψη της πράξης, η θεωρία της πράξης, μπορεί να εγκαταλείψει κάθε προϋπόθεση που αναφέρεται στον ήδη-Κόσμο και να συστήσει μια νέα Εποχή στον προσανατολισμό του Υποκειμένου. Να δείξει μία Έξοδο που υπάρχει ως Είσοδος.
Αυτή η σκέψη είναι σε θέση να μην υπόκειται στην Πρόσληψη που επιχειρεί πάνω της ο Κόσμος, πρόσληψη-ενσωμάτωση στην αναστοχαστική δραστηριότητα που ανακυκλώνει τα πορίσματα μίας σκέψης που ανήκει στην προ Θεού Θανάτωση. Η σκέψη της πράξης μας οδηγεί να σκεφτόμαστε μέσω του Θανάτου του Θεού, με δεδομένο μας το Θάνατο αυτό, με στόχο η σκέψη μας να είναι πρώτιστα μια Θανάτωση κάθε θεού. Έτσι, σκοπός μας δεν γίνεται η ενατένιση του Μηδενός, αλλά η εκ του μηδενός θεμελίωση Υποκειμένου.
Η σκέψη της πράξης εγκαταλείπει τις Υπερβατολογικές προϋποθέσεις για την προσέγγιση του Ουτοπικού και στρέφεται στο πως οι Ουτοπίες εν-σαρκώνονται, γίνονται σώματα του Πραγματικού. Με αυτή την έννοια, μέσα από αυτή τη σκέψη ανατρέπεται η Θεολογική πρόσληψη του Μεσσιανικού. Η πράξη μας φέρνει μπροστά στο δίλημμα: Ανθρωποποίηση της Ουτοπίας ή Ουτοπικοποίηση του Ανθρώπου; Μπροστά σε ένα φανταστικό διάλογο ανάμεσα στο Νίτσε και το Λεβινάς, ανάμεσα στον Υπεράνθρωπο και τον Άλλο, πάντα υπό το βλέμμα του Μάρξ.

Η πράξη συγκροτεί την Υπερβατολογική Εαυτότητα ( το Απόκοσμο Εγώ) σε εμμενή Πραγματικό , σε κόσμο επί του κόσμου. Δίχως αυτό τον μετασχηματισμό παραμένουμε εντός του Υποκειμενισμού και του Αντικειμενισμού, της Φαινομενολογίας του ήδη-Κόσμου, φυλακισμένοι στο Υπερεγώ του Ίδιου.
Συνεπώς, μόνο η πράξη συγκροτεί την Ουτοπία σε Υπάρχον και την αποδεσμεύει από το να είναι μία έννοια Χωρικότητας, δηλαδή δούλη της Γεωμετρικής μεθοδολογίας της Φιλοσοφίας.