τροχιές

Με την πράξη να ανακαλύπτουμε αλήθειες και πάλι με την πράξη να τις ελέγχουμε και να τις αναπτύσσουμε.../Πράξη, γνώση και ύστερα πάλι πράξη˙ η μορφή αυτή της κυκλικής επανάληψης είναι ατελεύτητη.

Μάο ΤσεΤουνγκ


Το συμβάν δεν είναι ο Άλλος του Λόγου αλλά ο 'Αλλος της φιλοσοφίας, όπως ορίζεται σύμφωνα με την πλατύτερη έννοια της πολύπλοκης δομής του, αντί να ορίζεται μόνο με όρους ''παρουσίας".

Francois Laruelle




Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

ΘΕΑΤΡΟ Κ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: O AΓΓΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΑΝΤΟΣ



1. Το Θέατρο δεν είναι ο τόπος όπου επέρχεται η παρουσία, δεν είναι η σκηνή που ποζάρει πάνω της ο Λόγος και η φιλοσοφία. Το Θέατρο δεν είναι ένα όργανο της αναπαράστασης. Το Θέατρο οφείλουμε να το κατανοήσουμε ως τον Άγγελο του Συμβάντος, ως την πράξη που συνιστά συμβάν ώστε να μπορέσει να προαναγγείλει το μη -ακόμα εμφανιζόμενο Συμβάν. Η σκηνή, ο λόγος, η γραφή, η σιωπή, η κίνηση και η εικόνα είναι πτυχώσεις της Θεατρικής ύπαρξης, όλα μαζί συγκροτούν τον κόσμο-Θέατρο, την προυπόθεση δηλαδή της συμβαντικής εμφάνισης. Το συμβάν-θέατρο δεν είναι όμως το άθροισμα αυτών. Είναι η αναγγελία του συμβάντος που καθορίζει το θεατρικό έργο, που αποτελεί την ιδέα της πράξης αλλά και την ιδέα της απουσίας της πράξης. Θα λέγαμε πως το Θέατρο είναι η εμφάνιση της εξαφάνισης, και μόνο τότε αποτελεί συμβάν και όχι αναπαράσταση, αποτελεί πράξη και όχι μεταφορά Λόγου, αποτελεί δραμα του Πραγματικού και όχι τόπο του Συμβολικού.

2. Η Φιλοσοφία είναι η σκηνή του κόσμου, είναι το θέατρο του κόσμου, και για αυτό είναι μια πράξη που αναπαράγει το Ίδιο, που συγκροτεί τον κόσμο ως αντανάκλαση της. Η Φιλοσοφία είναι μια Φαινομενολογία, το φανέρωμα και η υπόσταση του κόσμου είναι μία μίξη για αυτήν, μια σύνθεση που βασίζεται στην αναπαράσταση των αντικειμένων στη σκέψη κλωνοποιώντας τα σε έννοιες. Η φιλοσοφία είναι το θέατρο που δεν αναγγέλει τίποτα, δεν περιμένει κανένα Γκοντό, δεν μπορεί συνεπώς να οριστεί ως πράξη και δράμα. Η επιδίωξη της να υποβιβάσει το θέατρο σε μηχανή αναπαραγωγής και απεικόνισης του Λόγου της είναι η ιστορία του ιδεαλιστικού θεάτρου, του θεατρικού κλασσικισμού που ακόμα και μέσα στις πιο μεταμοντέρνες θεατρικές γραφές κυριαρχεί και φυλακίζει την εξεγερτική δυνατότητα που υπάρχει στην ίδια την θεατρική πράξη. Το Θέατρο και η Φιλοσοφία δεν είναι μια ισότιμη σχέση, μια σχέση Τέχνης και Γνώσης, όπως πολλοί διανοούμενοι προσπαθούν αιώνες τώρα να μας παρουσιάσουν. Η συνάντηση τους είναι συγκρουσιακή και ορίζει ένα πεδίο αγώνα ανάμεσα στην θεωρία και την πράξη, τον υλισμό και τον ιδεαλισμό.

3. Το κέντρο βάρους της Θεατρικής πράξης δεν είναι, λοιπόν, το δείχνειν προς το κοινό, ούτε το βλέπειν απο το κοινό, αλλά το πράττειν μίας Ιδέας, η ενσάρκωση ενός Πραγματικού που δεν είναι πράγμα, η εμφάνιση του σκοτεινού σημείου χωρίς να στερείται η σκοτεινότητα του, η αναγγελία ενός συμβάντος.

4. Ο χρόνος μέσα στο Θέατρο είναι εξαφανισμένος, υπάρχουν μόνο οι πράξεις, οι σκηνές, οι δράσεις, τα πρόσωπα.Ο χρόνος μαζί με την γραφή σβήνεται όχι μέσω του λόγου αλλά μέσω της λογικής του συμβάντος. Το Θέατρο είναι κατεξοχήν αντι-φιλοσοφικό γιατί δεν αναπαράγει την σκέψη μέσα στο χωρο-χρόνο αλλά μέσα στο συμβαντοχώρο.Η μη-φιλοσοφική ερμηνεία και αποδόμηση της φιλοσοφίας έχει να μάθει πολλά απο την Πλατωνική καθαρότητα, απο την μαθηματική αφαίρεση που διαπερνά τη Θεατρική δράση.

5.Η συνωμοσία ενάντια στη φιλοσοφία, υπάρχει μέσα στο έργο του Μάρλοου, του Σαίξπηρ, στους Αρχαίους Τραγικούς, στο Μπρέχτ και στον Μέγιερχολντ, στον Μπέκετ. Υπάρχει δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει φιλοσοφία μέσα στο Θέατρο τους αλλά σημαίνει ότι η φιλοσοφία είναι υποταγμένη και απειλείται κάθε στιγμή με εξαφάνιση μέσα στο έργο τους. Επείγει να συγκροτηθεί το Θέατρο ως βασικό πεδίο ανάπτυξης μιας θεωρίας και πράξης του Πραγματικού, του Συμβάντος, του Ενός, της Ιδέας του Αγγέλου, δηλαδή της αλήθειας.

σ.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Σλαβόι Ζίζεκ, « Σπάζοντας το πρόσωπο του γείτονα» για τον Ιουδαισμό του Εμμανουήλ Λεβινάς.


Απόσπασμα από άρθρο του Σλαβόι Ζίζεκ, « Σπάζοντας το πρόσωπο του γείτονα- για τον Ιουδαισμό του Εμμανουήλ Λεβινάς». Δημοσίευση στον ιστότοπο του περιοδικού ψυχανάλυσης κ φιλοσοφίας THE SYMPTOM.

«Αναζητώντας την αλήθεια, έχω ήδη εγκαθιδρύσει μια σχέση με ένα πρόσωπο που μπορεί να εγγυηθεί τον εαυτό του, η επιφάνεια του οποίου είναι κατά κάποιο τρόπο ένας λόγος τιμής.Κάθε γλώσσα ως μια ανταλλαγή λεκτικών σημείων αναφέρεται ήδη σε αυτόν τον αρχέγονο λόγο της τιμής./../η εξαπάτηση και η ακρίβεια προυποθέτουν ήδη την απόλυτη αυθεντικότητα του προσώπου».1

Το ερώτημα κλειδί που θέτει ευθέως αυτή η Λεβινασιανή ιδέα του προσώπου του άλλου ως επιφάνεια, ως γεγονός που προηγείται της ίδιας της Αλήθειας, είναι: πως, τότε, εισάγονται ο νόμος, τα δικαστήρια, οι κρίσεις, οι θεσμοί, κ.λπ.; η απάντηση του Λεβινάς είναι: μέσω της παρουσίας του ΤΡΙΤΟΥ. Όταν είμαι πρόσωπο με πρόσωπο με τον άλλο, είμαι απείρως υπεύθυνος σε αυτον, αυτή είναι η πρωταρχικός ηθική ομαδοποίηση, εντούτοις, υπάρχει πάντα ένας τρίτος, και από εκείνη την στιγμή, νέες ερωτήσεις προκύπτουν: πώς ο γείτονάς μου που αντιμετωπίζω συσχετίζεται με αυτόν τον τρίτο; Είναι αυτός ο τρίτος φίλος ή ο εχθρός του ή ακόμα και το θύμα του; Ποιος εκ των δύο είναι κατά πρώτο λόγο ο αληθινός γείτονας μου; Όλο αυτό με αναγκάζει να συγκρίνω τα άπειρα που δεν μπορούν να συγκριθούν, να περιορίσω την απόλυτη προτεραιότητα του άλλου, να αρχίσω να υπολογίζω το ανυπολόγιστο. Εντούτοις, αυτό που είναι σημαντικό για τον Λεβινάς είναι πως αυτό το είδος της νομικής σχέσης, απαραίτητο όπως είναι, παραμένει θεμελιωμένο στην αρχέγονη ηθική σχέση με τον άλλο. Η ευθύνη για τον άλλο - το υποκείμενο ως απάντηση στο άπειρο κάλεσμα που ενσωματώνεται στο πρόσωπο του άλλου που είναι ταυτόχρονα ανίσχυρο, τρωτό, και που εκδίδει μια απεριόριστη εντολή - είναι για τον Λεβινάς ασυμμετρικκό και μη-αμοιβαίο: Είμαι υπεύθυνος για τον άλλο χωρίς να έχω οποιοδήποτε δικαιώμα να υποστηρίξω ότι ο άλλος πρέπει να επιδείξει την ίδια ευθύνη για μένα. Ο Λεβινάς, εδώ, αρέσκεται να παραθέτει τον Ντοστογιέφσκι:

«Είμαστε όλοι υπέυθυνοι για όλα και ένοχοι μπροστά στον καθέναν, αλλά εγώ είμαι περισσότερο από όσο όλοι οι άλλοι.» Η ηθική ασυμμετρία ανάμεσα σε μένα και τον άλλο που μου απευθύνει το άπειρο κάλεσμα είναι το αρχέγονο γεγονός, και «Εγώ» δεν πρέπει ποτέ να σταματήσω να βασίζομαι σε αυτήν την μη-αναγώγιμη σε πρώτο-πρόσωπο σχέση με τον άλλο που πρέπει να φτάσει στο άκρο, εάν είναι απαραίτητο - πρέπει να είμαι έτοιμος να αναλάβω την ευθύνη για τον άλλο να πάρω τη θέση του, έως να γίνω ένας όμηρος για αυτον: Η υποκειμενικότητα ως τέτοια είναι πρωτογενώς ένας όμηρος, υπεύθυνη μέχρι το σημείο που γίνεται η θυσία για άλλους.» Έτσι ο Λεβινάς καθορίζει τη «συμφιλιωτική θυσία»: μια χειρονομία μέσω της οποίας το Ίδιο ως ο όμηρος παίρνει τη θέση (αντικαθιστά) τον Άλλο… Δεν είναι, εντούτοις, αυτή η χειρονομία τη ς«συμφιλιωτικής θυσίας» η κατ' εξοχήν χειρονομία του Χριστού; Δεν ήταν αυτός ο όμηρος που πήρε τη θέση όλων μας και ως τόσο παραδειγματικά ανθρώπινος (» Ίδε ο άνθρωπος»);

Μακριά από το να κηρύττει μια εύκολη θεμελίωση της πολιτικής στην ηθική του σεβασμού και της ευθύνης για τον Άλλο , ο Λεβινάς επιμένει μάλλον στην απόλυτη ασυμβατότητα τους, στο χάσμα που χωρίζει τις δύο διαστάσεις: η ηθική περιλαμβάνει μια ασυμμετρική σχέση στην οποία είμαι πάντα-ήδη υπεύθυνος για τον άλλο , ενώ η πολιτική είναι η περιοχή της συμμετρικής ισότητας και της διανεμητικής δικαιοσύνης… παρόλα αυτά, δεν είναι αυτή η λύση πάρα πολύ τακτοποιημένη; Δηλαδή, δεν είναι μια τέτοια έννοια της πολιτικής ήδη «μετα-πολιτική» αποκλείοντας την κατεξοχήν πολιτική διάσταση (εξ αιτίας της οποίας, για τη Hannah Arendt, η τυραννία είναι η πολιτική στην καθαρότητα της), εν ολίγοις, που αποκλείει ακριβώς τη διάσταση αυτού που ο Carl Schmitt αποκάλεσε πολιτική θεολογία; Κάποιος μπαίνει στον πειρασμό για να πει ότι, μακριά από το να ανάγεται στη συμμετρική περιοχή της ισότητας και της διανεμητικής δικαιοσύνης,η πολιτική είναι η πολύ «αδύνατη» σύνδεση μεταξύ αυτής της περιοχής και αυτής της (θεολογικής) ηθικής, ο τρόπος που η ηθική κόβει ευθέως τη συμμετρία των ίσων σχέσεων, διαστρεβλώνοντας/μετατοπίζοντας ταις. Στο έργο του Ηθική και Άπειρό , ο Λεβινάς υπογραμμίζει πώς αυτό που εμφανίζεται ως φυσικότερο πρέπει να είναι το πιό αμφισβητήσιμο - όπως η ιδέα του Spinoza ότι κάθε οντότητα παλεύει φυσικά για την αυτό-διατήρηση της, για την πλήρη επιβεβαίωση της ύπαρξής της και των ενδότερων δυνάμεών της: έχω το δικαίωμα να είμαι; Δεν είναι με την επιμονή στην ύπαρξη, ότι αποστερώ άλλους από τη θέση τους, ότι τους σκοτώνω τελικά;/../2.

Σημειώσεις
1Levinas, Emmanuel, Totality and Infinity, The Hague: Martinus Nijhoff, 1979.
2Levinas, E., Ethics and Infinity: Conversations with Phillip Nemo, Pittsburgh: Duquesne University, 1985.

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

ΛΕΒΙΝΑΣ ΚΑΙ ΜΠΛΑΝΣΟ.5 ΑΞΙΩΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΛΟ

φωτο Μπλανσό κ Λεβινάς την δεκαετία του '20


1. O Λεβινας προχωράει προς την έξοδο της φιλοσοφίας και υποδεικνύει τον Άλλο ως την ριζική εξωτερικότητα απο την Μεταφυσική. Ο Άλλος δεν υπάρχει κάπου,είναι ο ανα πάσα στιγμή εκτός-της-φιλοσοφίας τόπος.Το άπειρο είναιτο Ανυπολόγιστο που γίνεται παρουσία εκτός της φαινομενικότητας που είναι εγκλωβισμένος ο θεωρητικός λόγος, για αυτό η λέξη Άλλος μπορεί και φέρει όλο το φορτίο μιας απειλητικής και ριζικής διαφοράς. Για αυτό ο μεσσιανισμός είναι ταυτισμένος με τον Άλλο.

2. Ο Λεβινάς όμως θέτει τελικά τον ριζοσπαστισμό του πρώιμου έργου του στην υπηρεσία ενός ανθρωπισμού μέσα απο την διυποκειμενική σχέση των προσώπων.Τελικά παραμένει και αυτός δέσμιος της Μεταφυσικής της δυτικής φιλοσοφίας, αφού αποδίδει μια υπερβατικότητα στο ανθρώπινο Άλλο,και εγκαταλείπει την 'εννοια του Άλλου ως συμβάντος που διακόπτει την ροή του χρόνου και συγκροτεί ένα υπάρχον μοναδικό. Ο Άλλος ως Ξένος για την φιλοσοφία και για το Είναι, επανακαθίσταται ως οικείος Άλλος.

3. Ο Λεβινάς καταλήγει στην υπεράσπιση μιας κοινότητας που είναι ήδη-εδώ ακριβώς γιατί είναι στο πρόσωπο του κάθε Άλλου και έτσι παραιτήται απο το αίτημα μιας κοινότητας του Πραγματικού, του συμβάντος-κόσμου και όχι του 'ηδη-κόσμου των δεδομένων προσώπων. Από αυτή την άποψη κατέδειξε μια σκέψη ακραία Πλατωνική(επέκεινα του Είναι και της Ύπαρξης)χωρίς να την οδηγήσει στις τελικές της συνέπειες. Για αυτό κατέληξε ένας θεολόγος της επικοινωνίας.

4. Ο Μπλανσό ακολουθεί τον δρόμο του Λεβινάς για να αποδείξει την ανυπαρξία αυτής της κοινότητας των δεδομένων ανθρώπινων προσώπων. Η γραφή του είναι η σιωπή που κυριαρχεί ανάμεσα στα πρόσωπα που ταλαντεύονται ανάμεσα στην Ύπαρξη και το Υπάρχον. Ο Μπλανσό παρουσιάζει την απουσία του συμβάντος, την απελπισία μέσα στην κοινότητα που ο Άλλος ήδη έχει πεθάνει ακριβώς γιατί έχει ταυτιστεί με το κάθε πρόσωπο αυτού του κόσμου. Εδώ η γραφή σπέρνει τον αφανισμό για να ανοίξει ο δρόμος της εξόδου, πέρα απο το πρόσωπο της Μεταφυσικής και την Μεταφυσική του προσώπου.

5. Η νύχτα όχι σαν χρονικότητα ούτε ως συμβολισμός αλλά ως διαδικασία συσκότισης της αντανάκλασης των πραγμάτων στην νόηση,γίνεται απο τον Μπλανσό μια έννοια σκέψης για μια αντι-φαινομενολογία, για μια πρόσκληση να σκεφτούμε αυτό που η απόλυτοτητα του διαφευγει της σκέψης και για αυτό να το πλησιάσουμε μέσα απο την πράξη,μεσα απο την ριζική εξάλειψη της Χώρας(δηλ. της κοινότητας των προσώπων)του οικείου Άλλου και την ίδρυση της Χώρας, της Πολιτείας του Άλλου-Ξένου, του συμβάντος-κόσμου.Ο Μπλανσό οδηγεί την πρώιμη σκέψη του Λεβινάς στην πόρτα της εξόδου απο την Μεταφυσική και δεν μας οδηγεί στο Μηδέν αλλά πέρα από αυτό.

σ.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

« Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ» , Francois Laruelle


Laruelle Francois. “Mon Parmenide.” La Decision philosophique 7 (1989): 105-114.

« Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ» , Francois Laruelle

Σχετικά με το επιχείρημα: To Ένα είναι Ένα επειδή αυτό είναι Ένα παρά γιατί αυτό είναι ή είναι Άλλο.

Μη-Παρμενίδεια Αξιώματα

1. Εάν το Ένα(κτλ-κτλ), το Ένα είναι η πραγματική ταυτότητα που βρίσκει περισσότερο μια υπερβατική παρά μια λογική αξιωματική.
2. Εάν το Ένα …, και εάν ο Παρμενίδης λέγει το Ένα που Είναι , η υπερβατική αξιωματική είναι μη-Παρμενίδεια.
3. Εάν το Ένα…, και εάν ο άθρωπος είναι το ίδιο το Ένα, η Ψυχή είναι η μόνη μη-Παρμενίδεια ταυτότητα.
4. Εάν το Ένα…, τα αξιώματα είναι ειδικές ενέργειες που διαμορφώνουν το περιεχόμενο της Ψυχής.
5. Εάν το Ένα…, η Ψυχή αγαπά τα αξιώματα.
6. Εάν το Ένα.., τα αξιώματα είναι φτιαγμένα για τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος για τα αξιώματα.
7. Εάν το Ένα…, το Είναι, το Υπάρχων, το Άλλο, η Ενότητα και όλες οι λέξεις της γλώσσας σχηματίζουν το αλφάβητο της υπερβατολογικής αξιωματικής.
8. Εάν το Ένα…, και εάν ο άνθρωπος είναι η μόνη μη-Παρμενίδεια ταυτότητα, τα συστήματα που αξιωματοποιούν το Υπάρχων, το Είναι, το Άλλο, την Ενότητα, και όλες τις λέξεις της γλώσσας είναι το περιεχόμενο της Ψυχής.
9. Εάν το Ένα…, οι εναντιώσεις μπορούν να ανταποδοθούν απαράλλακτα στην ύστατη στιγμή του Ενός ή είναι αμετάβλητες.
10. Εάν το Ένα…, τα αξιώματα είναι συνεπή ως επιπτώσεις εντός του Ενός.
11. Εάν το Ένα…, η υπερβατολογική συνέπεια των αξιωμάτων δεν είναι ούτε η λογική συνέπεια τους ούτε η φιλοσοφική συνέπεια τους των αντιθέτων κάτω από την εξουσία της ταυτότητας τους.
12. Εάν το Ένα…, τότε οι προτάσεις το ΄΄Ένα είναι/ και Είναι΄΄, ΄΄το Ένα είναι / και Υπάρχων΄΄, ΄΄ το Ένα είναι/ και Ενότητα’’, είναι φιλοσοφικά αξιώματα: υπερβατικά, μη-συνεπή και απατηλά.
13. Εάν το Ένα…, τότε οι προτάσεις το ΄΄Ένα είναι ΄΄ και το ΄΄Ένα δεν είναι΄΄ είναι φιλοσοφικά αξιώματα: υπερβατικά, μη-συνεπή και απατηλά.
14. Εάν το Ένα…, τότε η πρόταση ΄΄ο άνθρωπος είναι ένα αξίωμα για τον άνθρωπο΄΄ είναι μια φιλοσοφική πρόταση: υπερβατική, μη-συνεπής, απατηλή.
15. Εάν το Ένα…, ο μη-Παρμενιδισμός είναι ομοίως και μη-Ηρακλειτισμός, με την στενή διαφορά που είναι ενδεχόμενη σε Παρμενίδη και Ηράκλειτο.
16. Εάν το Ένα…, η συνέπεια των αξιωμάτων είναι ομοίως και η μοναξιά τους.
17. Εάν το Ένα…, και εάν η πραγματική αξιωματική βασίζεται πάνω σε κάθε γλώσσα, το αξίωμα είναι χρησμός.

Α. Εάν το Ένα που είναι Ένα επειδή είναι Ένα παρά γιατί είναι ή είναι Άλλο είναι παρόλα αυτά αντιληπτό ως Ένα που Είναι ή καθορίζεται από το είναι ή ακόμα από το Άλλο, τι είναι πιο λογικό το Ένα που είναι Ένα επειδή είναι Ένα ή επειδή αυτό είναι Είναι ή Άλλο;
Συντμήσεις της γραφής, θα γράφουμε ΄΄ εάν το Ένα είναι Είναι, τότε τι είναι το Ένα που είναι Ένα΄΄; Πιο απλά: Εάν το Είναι( νόημα: εάν το Ένα γίνεται κατανοητό ως Είναι)είναι Χ,Ψ,Ζ κτλ, τότε τι είναι το Ένα( νόημα: τι είναι το τίποτα εκτός από το Ένa);

Εάν το Είναι είναι……, το Ένα είναι το μάτι της θύελλας.
Εάν το Είναι είναι το ποίημα που λέγεται από τον άνθρωπο, το Ένα είναι ο άνθρωπος καθαγιασμένος για το ποίημα.
Εάν το Είναι είναι η σπείρωση που επιμηκύνει τον χρόνο, το Ένα είναι η αποσυσπείρωση όπου ο χρόνος αλλάζει για πάντα.
Εάν το Είναι είναι ο λόγος του ισχυρότερου, το Ένα είναι τόσο περισσότερο λόγος.
Εάν το Είναι είναι η αναδίπλωση της σάρκας, το Ένα είναι η απλότητα φτιαγμένη από σάρκα.
Εάν το Είναι είναι μια βροχόπτωση, το Ένα είναι η σιωπή μετά τη βροχή.
Εάν το Είναι είναι η κυριαρχία πάνω στο υπάρχον, το Ένα είναι το κυριαρχούμενο απελευθερωμένο από κάθε υπάρχον.
Εάν το Είναι είναι η παρέλευση των πραγμάτων, το Ένα είναι το παρελαύνων σε αυτή την πλευρά των πραγμάτων.
Εάν το Είναι επηρεάζεται όσο επηρεάζει τον εαυτό του, το Ένα είναι το επηρεασμένο το οποίο δεν αγγίχτηκε ποτέ από τον εαυτό του ή από άλλο πράγμα.
Εάν το Είναι είναι αυτό το οποίο αγγίζουμε, το Ένα είναι το ανέγγιχτο Αγγιγμένο από εμάς.
Εάν το Είναι είναι γνώρισμα για ένα υποκείμενο, το Ένα είναι το ίδιο το Γνώρισμα σαν υποκείμενο.
Εάν το Είναι είναι η κοπή της εικόνας, το Ένα είναι το Κόψιμο που δεν υπήρξε ποτέ εικόνα.
Εάν το Είναι είναι η καταστολή του Ενός, το Ένα είναι το Κατασταλμένο που προηγείται της καταστολής.
Εάν το Είναι είναι η επιρροή του θανάτου, το Ένα είναι η συγκίνηση που μας κάνει αθάνατους.
Εάν το Είναι είναι το Πράγμα, το Ένα είναι η Ψυχή που προηγείται του Πράγματος.
Εάν το Είναι είναι η διαφορά ανάμεσα στο Είναι και τα πράγματα, το Ένα είναι η αδιαφορία του Ενός στο Είναι.
Εάν το Είναι είναι το μάτι που είναι και δεν είναι η σάρκα, το Ένα είναι το όραμα που προηγείται του ματιού.
Εάν το Είναι βλέπει όλα τα πράγματα όπως μέσα από ένα καθρέφτη, το Ένα βλέπει το Ένα και το Είναι χωρίς καθρέφτες.
Εάν το Είναι είναι μετατρέψιμο στο Ένα, το Ένα είναι μόνο η ίδια η μη-μετατρεψιμότητα.
Εάν το Είναι είναι υπεράνθρωπο, το Ένα είναι ο άνθρωπος καταδικασμένος στο ανθρώπινο.
Εάν το Είναι είναι σινεμά, το Ένα είναι ένα στιγμιότυπο.
Εάν το Είναι είναι λόγος, το Ένα είναι λόγος –σε στάση.
Εάν το Είναι είναι γειτνίαση, το Ένα είναι η μοναξιά πριν τη γειτνίαση.

Β-Ι
Εάν το Ένα που είναι Ένα επειδή είναι Ένα παρά γιατί αυτό είναι ή είναι Άλλο καθορίζει το υπάρχον σε τελευταία ανάλυση, τι συμβαίνει στο υπάρχον;


Θα συνοψίσουμε: Eάν το Ένα…
Εάν το Ένα(….) , το υπάρχον είναι ταυτόσημο με το υπάρχον εντός της ταυτότητας της τελευταίας ανάλυσης του Ενός.
Εάν το Ένα(…), το υπάρχον λέγει μόνο του το υπάρχον,το Είναι, ή το Άλλο, όχι το Ένα.
Εάν το Ένα(…), το υπάρχον, και όχι ο απλός άνθρωπος, είναι οντολογικό ή λέγει το Είναι εντός της μη-οντολογίας της τελευταίας ανάλυσης του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το υπάρχον είναι το υπάρχον χωρίς να είναι το υπάρχον του Είναι.
Εάν το Ένα(…) , το υπάρχον είναι αδιάφορο Είναι στην αδιαφορία του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το Είναι είναι δοσμένος ως ένα υπάρχον και το υπάρχον δίνεται ως Είναι.
Εάν το Ένα(…) , η ύλη είναι ιδανική στην μη-ειδιτική διαφάνεια του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το υπάρχον είναι φαινομενικό στο φαινόμενο του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , η παρεκτροπή γίνεται μέσα κ όλο πιο μέσα από την ενότητα με την μη-ενότητα του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το ενικό είναι ομοίως η καθολική ενικότητα στην ατομικό-τητα του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το αντικείμενο είναι η επιρροή της υπερβατικότητας στην επιρροή του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , η γη είναι επίπεδη όπως ένα εποικοδόμημα στην απλότητα του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το άστρο είναι το θεώρημα της νύχτας στην νύχτα του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το λογικό είναι καταληπτό στην μη-καταληπτή εμμένεια του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , ο άνθρωπος είναι η ανθρωπινότητα στην ανθρώπινη μη-ανθρωπινότητα του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το δοσμένο είναι η δοτικότητα ή το δοσμένο του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το πραγματικό είναι η πραγματικότητα στο πραγματικό του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το τοπικό είναι ταυτόσημα καθολικό με τον μη-τόπο του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , η υποχώρηση προσφέρεται απέναντι στην μη-διάθεση του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , η επιφύλαξη δίνεται απέναντι στην εκδήλωση του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το επίγειο είναι ουράνιο στην μη-ορθολογικότητα του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το ίχνος είναι σχήμα στην μη-σχηματικότητα του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , η διαίσθηση είναι διανοητική στην μη-διαισθητικότητα του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , η μεταφυσική είναι μια θάλασσα δίχως ακτές και η δίχως ακτές θάλασσα μια μεταφυσική στον μη-προσανατολισμό του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το χάος είναι η άμεση σημασία στην μη-σημασία του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το λαμβανόμενο είναι δοχείο στην μη-δεκτική παθητικότητα του Ενός.



ΙΙ-Εάν το Ένα που είναι Ένα επειδή αυτό είναι Ένα παρά επειδή αυτό είναι ή είναι Άλλο καθορίζει το Είναι σε τελευταία ανάλυση, τι συμβαίνει στο Είναι;

Εάν το Ένα(…) , είναι ‘Ένα παρά Ένα –Δύο, το Είναι είναι Δύο παρά Δύο-Ένα.
Εάν το Ένα(…) , το Είναι είναι το Είναι του υπάρχοντος ή διάλυση της οντολογικής διαφοράς.
Εάν το Ένα(…) , είναι το πολλαπλό, το Είναι είναι η πολλαπλότητα όμοια με το πολλαπλό.
Εάν το Ένα(…) , το Είναι λέγει τον εαυτό του μετά το Ένα.
Εάν το Ένα(…) , δεν είναι τίποτα άλλο παρά Ένα, το Δύο δεν είναι τίποτα άλλο παρά Δύο.
Εάν το Ένα(…) , είναι μη-Παρμενίδειο, το Είναι είναι επίσης μη-Παρμενίδειο.
Εάν το Ένα(…) , ο Παρμενίδης δεν είναι τίποτα άλλο παρά Παρμενίδης ή είναι μη-Παρμενίδειος.
Εάν το Ένα(…) , το Είναι είναι αναπαράσταση ως παρουσίαση.
Εάν το Ένα(…) , είναι το Ένα χωρίς να είναι το Ένα του Είναι, το Είναι δεν είναι παρά Είναι χωρίς να είναι το Είναι του υπάρχοντος ή το Είναι του Είναι.
Εάν το Ένα(…) , το Είναι είναι η μη-αντανακλάσιμη αντανάκλαση του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το Είναι είναι ταυτόσημο με τον εαυτό του ή μη-θεσιακό με τον εαυτό του, το Δύο είναι μη-αποφατικό για τον ευατό του.
Εάν το Ένα(…) , το Είναι λέγεται με ένα μη-θετικό τρόπο του Είναι, όχι εκ του Ενός ή το ‘Ένα.
Εάν το Ένα(…) , είναι η θέαση διά του Ενός, το Είναι θεάται διά του Ενός παρά μέσα σε αυτό.
Εάν το Ένα(…) , είναι φαινόμενο, το Είναι είναι η φαινομενικότητα ταυτόσημη με το φαινόμενο.
Εάν το Ένα(…) , είναι συνηθισμένο, το Είναι είναι η κατάσταση πραγμάτων.
Εάν το Ένα(…) , είναι η βάση, το Είναι είναι το εποικοδόμημα.
Εάν το Ένα(…) , είναι ο σταματημός κάθε περιορισμού, το Είναι είναι ο περιορισμός του σταματημού και του διασκορπισμένου.
Εάν το Ένα(…) , είναι αόρατο στη σάρκα, το Είναι είναι το ορατό που είναι αόρατο άμεσα και έμεσα.
Εάν το Ένα(…) , το Είναι είναι ταυτόσημα η τελευταία ανάλυση του Ενός σε αυτό.
Εάν το Ένα(…) , το Είναι είναι ομοίως το Άλλο χωρίς να είναι το Είναι του Άλλου.
Εάν το Ένα(…) , το Είναι και το Άλλο λέγει το ένα στο άλλο δίχως αντίθεση.
Εάν το Ένα(…) , δεν αντιστοιχεί αναγκαστικά σε οποιοδήποτε Είναι ή αντιστοιχεί σε ένα άπειρο των Είναι με ένα ενδεχόμενο τρόπο.
Εάν το Ένα(…) , είναι το Επηρεασμένο, το Είναι είναι η επιρροή ταυτισμένη με το επηρεασμένο.
Εάν το Ένα(…) , δεν προσδοκεί το Είναι, το Είναι δεν ξανακοιτάζει πάνω στο Ένα.
Εάν το Ένα(…) , προηγείται του Είναι χωρίς να το προγιγνώσκει, το Είναι ακολουθεί το Ένα χωρίς να ακολουθήται από αυτό.
Εάν το Ένα(…) , είναι ο Λόγος, το Είναι είναι το λεχθέν που έχει πάψει να επανα-λέγει το Ένα και είναι ταυτόσημο με το Λόγο.
Εάν το Ένα(…) , περιέχεται μέσα στον εαυτό του, εκθέτει την υπερβατικότητα στο σύμπαν ή έξω από τον εαυτό του.
Εάν το Ένα(…) , είναι η καθαρή αναστολή οποιασδήποτε αγωνίας, το Είναι είναι η ανασταλμένη αγωνία.



ΙΙΙ-Εάν το Ένα που είναι Ένα επειδή αυτό είναι Ένα παρά επειδή αυτό είναι ή είναι Άλλο καθορίζει το Άλλο σε τελαυταία ανάλυση, τι συμβαίνει στο Άλλο;

Εάν το Ένα(…) , το ‘Άλλο λέγει τον εαυτό του μετά το Ένα.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο λέγει το Άλλο ή το Είναι και όχι το Ένα.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι ο Άλλος άνθρωπος, σάρκα και αίμα του Ξένου.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο λέγει το Άλλο δίχως να είναι το Άλλο-του-Άλλου, ο Ξένος λέγει τον Ξένο δίχως να είναι ο Ξένος-του-Ξένου.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι ταυτόσημο με το υπάρχον και το Είναι που ακολουθεί το Ένα.
Εάν το Ένα(…) , δεν είναι τίποτα άλλο παρά το Ένα, το Άλλο δεν είναι τίποτα άλλο παρά το Άλλο.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι μη-Ιουδαικό ή περισσότερο καθολικό από το Ιουδαικό Άλλο.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι Θεός χωρίς να είναι θεότητα ή το ύψος του Θεού.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι ο Άλλος άνθρωπος ή ο Ξένος χωρίς να είναι λιγότερο άνθρωπος ή υπεράνθρωπος.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι το υποσυνείδητο που δεν είναι πια μια πτυχή της συνείδησης.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι υπερβατικό-δίχως υπερβατικότητα ή υπερβατικότητα δίχως υπέρβαση.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι η μη-αποφατική απόφαση του εαυτού του.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι το πρόσωπο που παύει να υπάρχει εν πρόσωπο.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι θέαση –εν-πρόσωπο ή εντός του προσώπου και παύει να είναι εντός του προσώπου του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι επέκεινα του εντός που ο άνθρωπος έχει ήδη δει το Άλλο δίχως να έχει θέαση πάνω στο Άλλο.
Εάν το Ένα(…) , είναι το Επέκεινα δοσμένο με σάρκα και αίμα.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι το Επέκεινα που δεν είναι πια Επέκεινα-του-Επέκεινα.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι αδειασμένο από την μορφή του Κόσμου και γεμισμένο με το χάος που είναι ο Κόσμος εντός- του Ενός.
Εάν το Ένα(…) , είναι νύχτα, το Άλλο είναι η αδυνατότητα της ημέρας που είναι ταυτόσημη με την ημέρα.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι η τάξη ταυτόσημη με το χάος.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο θεάτεται –εντός-του Ενός και ο Κόσμος θεάτεται εντός- του Άλλου ή εντός του Επέκεινα.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι ομοίως κάθε πραγματική μετατροπή.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι το άπειρο, πεπερασμένο όπως το Ένα, και σταματά να αρνείται το πεπερασμένο του Ενός.
Εάν το Ένα(…) ,το Άλλο είναι το άπειρο εντός του οποιού ο άνθρωπος βλέπει το άπειρο του Θεού.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι εντός του Ενός του Άλλου.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι ταυτόσημα το σπάσιμο της νήσου και η απλότητα της ηπείρου.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι η ευθύτητα της σπείρας.
Εάν το Ένα(…) , το Άλλο είναι η οικεία βεβαιότητα εκεί που κατοικεί η καταστροφή.



ΙV- Εάν το Ένα που είναι Ένα επειδή αυτό είναι Ένα παρά επειδή αυτό είναι ή είναι Άλλο καθορίζει την Ενότητα σε τελευταία ανάλυση, τι συμβαίνει στην Ενότητα;

Εάν το Ένα(…) , η Ενότητα ακολουθεί το Ένα δίχως να ακολουθείται από αυτό.
Εάν το Ένα(…) , η Ενότητα είναι Ενότητα για την υπερβατικότητα και όχι για την εμμένεια.
Εάν το Ένα(…) , η Ενότητα είναι η υποκειμενικότητα της υπερβατικότητας.
Εάν το Ένα(…) , η Ενότητα είναι μη-συνθετική και μη-αναλυτική για τον εαυτό της.
Εάν το Ένα(…) , η Ενότητα δεν είναι παρά Ενότητα ή είναι Ενότητα με σάρκα και αίμα.
Εάν το Ένα(…) , η Ενότητα που δεν είναι παρά Ενότητα είναι ταυτόσημη με το Δύο που δεν είναι τίποτα άλλο παρά Δύο.
Εάν το Ένα(…) , η Ενότητα είναι επίσης ταυτόσημη με το Υπάρχον, το Είναι και το Άλλο που λέγουν τον εαυτό τους με ένα μη-αντανακλάσιμο τρόπο στους εαυτούς τους.
Εάν το Ένα(…) , η Ενότητα του υπάρχοντος, του Είναι και του Άλλου δεν είναι η διαφορά τους, αλλά η μη-αντιστρέψιμη ταυτότητα τους.
Εάν το Ένα(…) , η Ενότητα σταματά την εμφάνιση του Ίδιου.
Εάν το Ένα(…) , η Ενότητα μορφής και περιεχομένου δεν είναι ισότιμη ούτε από το περιεχόμενο προς τη μορφή ούτε από τη μορφή προς το περιεχόμενο, το ίδιο ισχύει και για άλλα αντίθετα.
Εάν το Ένα(…) , η Ενότητα της αστραπής και του κόσμου είναι χάος και χώρα, αλλά δίνει την αστραπή , τον κόσμο και την διαρηγμένη ενότητα τους ενδεχόμενη.
Εάν το Ένα(…) , η Ενότητα του Παρμενίδη και του Ηράκλειτου είναι μη-Παρμενίδεια και μη-Ηρακλείτια.
Εάν το Ένα(…) , η αδιαίρετη Ενότητα του ναού παύει να διαιρείται ανάμεσα στη γή και τους ουρανούς και τους αποδίδει στην υπερβολή και στο παράλογο.
Εάν το Ένα(…) , η Ενότητα του ναού είναι μη-θεσιακή για τον εαυτό της και δεν γνωρίζει ούτε την βαρύτητα των βράχων ούτε την ελαφρότητα του ουρανού.
Εάν το Ένα(…) , η Ενότητα του ναού φανερωνεται όλο και περισσότερο ως ο ναός ο ίδιος.
Εάν το Ένα(…) ,ισχύει το ΄΄ υπάρχει Ενότητα΄΄ παρά το ΄΄το Ένα είναι΄΄.
Εάν το Ένα(…) , ισχύει το ΄΄η Ενότητα δεν είναι΄΄ παρά το ΄΄Ένα δεν είναι΄΄με την έννοια πως, ως μη-θετική , αυτή δεν είναι, και επιπλέον είναι ταυτόσημη με το Είναι –εντός του Ενός.

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

NATHAN BROWN , ΜΗΔΑΜΙΝΑ ΙΧΝΗ , ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΛΙΣΜΟ ΣΤΟΝ 21Ο ΑΙΩΝΑ( ΖΑΓΚΡΕΜΠ, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2009)


‘’Υλισμός του 21ου αιώνα΄΄:αλλά αν η φιλοσοφία δεν έχει ιστορία, και αν δεν έχει αντικείμενο;

Πως μπορούμε να προσεγγίσουμε , υπό τον όρο της πασίγνωστης θέσης του Αλτουσέρ, την σύγχρονη κατάσταση του υλισμού; ΄΄Εφόσον η φιλοσοφία δεν έχει αντικείμενο τίποτα δεν μπορεί να συμβεί σε αυτήν. Το τίποτα της ιστορίας της απλά επαναλαμβάνει το τίποτα του αντικειμένου της’’. Τίποτα δεν μπορεί να συμβεί.
Το τίποτα επαναλαμβάνεται. Αυτές οι ίδιες είναι θέσεις που αφορούν την κατάσταση του φιλοσοφικού υλισμού. Αυτό που ΄΄συμβαίνει ΄΄ στην φιλοσοφία είναι μια αέναη σύγκρουση ανάμεσα σε αντίθετες τάσεις – τον υλισμό και τον ιδεαλισμό, και αυτή η σύγκρουση καταλήγει στο τίποτα όσο επαναλαμβάνεται ατελείωτα. Η φιλοσοφία είναι το ΄΄θέατρο του παραλόγου’’ μιας ‘’αιώνιας μηδαμινής αντιστροφής΄΄ μέσα από την οποία η σχέση ανάμεσα στην ύλη και την νόηση επανατίθεται. Αν όμως δεν υπάρχει μια ιστορία της φιλοσοφίας, υπάρχει παρόλα αυτά μια ιστορία μέσα στην φιλοσοφία: ΄΄ μια ιστορία της μετατόπισης της αόριστης επανάληψης ενός μηδαμινού ίχνους του οποίου οι συνέπειες είναι πραγματικές΄΄.

Για τον Αλτουσέρ, αυτό που μετατοπίζεται μονίμως είναι η οροθετική γραμμή μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού, ένας ανταγωνισμός που συγκροτεί και εξαντλεί το φιλοσοφικό πεδίο. Και στην συγκυρία των μέσων του 20 αιώνα που ανέλυσε, αυτό που αποκαλούσε στράτευση στην φιλοσοφία , ή ΄την ταξική πάλη μέσα στη θεωρία΄΄, επέμεινε στην στήριξη της υλιστικής φιλοσοφίας ενάντια στην ηγεμονική δύναμη του ιδεαλισμού, από την οποία ΄΄κυριαρχούνταν μαζικά΄΄ η πρώτη. Σήμερα ο συσχετισμός δύναμης ανάμεσα σε αυτές τις δυο θέσεις έχει βρεθεί σε μια αντιστροφή. Στην παρούσα συγκυρία, φαίνεται ο ιδεαλισμός να κυριαρχείται τόσο μαζικά από τον υλισμό ώστε το φιλοσοφικό πεδίο να έχει καταρρεύσει δυνητικά σε μια από τις δυο συστατικές τάσεις του , όπως και το μηδαμινό ίχνος που χαράσσει μια ιστορία μέσα στην φιλοσοφία έχει μετατοπιστεί το ίδιο εξολοκλήρου μέσα στην εσωτερική άρθρωση των υλιστικών θέσεων. Πόσα νέα έργα στη ΄΄ηπειρωτική΄΄ φιλοσοφία διακηρρύσουν ανοιχτά τον ιδεαλιστικό προσανατολισμό τους; Ακόμα και μια φιγούρα όπως ο Μπαντιού, που δεν διστάζει να επιβεβαιώνει την υποταγή του σε ένα λίγο –πολύ ορθόδοξο πλατωνισμό, δουλεύει το πρόγραμμα του κάτω από την ονομασία ΄΄υλιστική διαλεκτική΄΄- και ίσως περισσότερο- ο εχθρός εναντίον του οποίου τοποθετεί το εγχείρημα του δεν είναι κάποια επιβαλλόμενη σύγχρονη παλινόρθωση του ιδεαλισμού αλλά περισσότερο ο ΄΄δημοκρατικός υλισμός΄΄. Ακόμα και οι θεωρητικοί της λεγόμενης ΄΄άυλης εργασίας΄΄ βασίζονται σε ένα υλιστικό προσανατολισμό. Σήμερα αυτό που ο Αλτουσέρ αποκαλεί ΄΄ η κενότητα μιας απόστασης παρμένης΄΄ από τον υλιστή φιλόσοφο μοιάζει να μην σημαδεύει τόσο μια απόσταση από τον ιδεαλισμό όσο την κενότητα της αντιπολιτευτικής θέσης του τελευταίου.

Από αυτήν την προοπτική, οι πραγματικές συνέπειες των μηαδιμινών ιχνών που εγγράφονται στα νέα φιλοσοφικά εγχειρήματα θα είναι εσωτερικά στον υλισμό, η ΄΄απόσταση ΄΄ που ανοίγουν αυτά μέσα στην συγκυρία θα είναι μια απόσταση ανάμεσα σε υλιστικές θέσεις-από τις οποίες δεν υπάρχει καμία έλλειψη.

Για αυτό μια ιστορία μέσα στον υλισμό του 21ου αιώνα θα εγγραφεί ανάμεσα στις οριοθετημένες θέσεις , για παράδειγμα την νευρολογική διαλεκτική της πλαστικότητας της Catherine Malabou ,τον εξαλειπτικό υλισμό των Churchlands’, τον μηδενιστικό φυσικισμό του Ray Brassier, τον Λακανικό υπερβατολογικό υλισμό του Adrian Johnston που παρεκτείνετε από το έργο του Slavoj Žižek, τον Ντελεζικό υπερβατολογικό υλισμό που σχετίζεται με την επιθεώρηση Pli, τις έρευνες την μνημονοτεχνικής για την τριτογενή μνήμη του Bernard Stiegler, την Σπινοζική οντολογία της συγκροτούσας εξουσίας του Antonio Negri,τις ποικιλίες της βιοπολιτικής θεωρίας σταχυολογημένες από τον Φουκώ από τον Τζόρτζιο Άγκαμπεν, την ορθολογιστική φαινομενολογία της υλιστικής διαλεκτικής του Αλαίν Μπαντιού, ο θεωρησιακός υλισμός του Quentin Meillassoux, η πετροφιλοσοφική ερμητική της ΄΄ ενοχής με τα ανώνυμα υλικά΄΄ του Reza Negarastani, η κβαντική μηχανική θεωρησιακή φυσική του Gabriel Catren,…και για να ονομάσουμε τρεις από τους ομιλητές μας αυτή την εβδομάδα: οι προσπάθειες του Peter Hallward να επαναστοχαστεί τους όρους ενός πολιτικά μετασχηματιστικού υλισμού μέσα από μια θεωρία του διαλεκτικού βολονταρισμού, η αρχική θεωρία της πρωτο-υλικότητας του Martin Hägglund,η ανασκαφή και ο επαναπροσανατολισμός των υλιστικών μύθων στην σύγχρονη Γαλλική φιλοσοφία του Miran Božovič.

Αυτή η αφθονία των ΄΄υλισμών του 21ου αιώνα΄΄ συγκεντρώνει την προσοχή μας σε μια άλλη βασική Αλτουσεριανή αρχή: πως οι φιλοσοφικές τάσεις είναι ακριβώς τάσεις όσο δεν είναιι καθαρές , αλλά πάντα εσωτερικά διαιρεμένες από φατριαστικούς αγώνες και διεμβολισμένες από στοιχεία του επίσημου ανταγωνιστή τους. Από εδώ και η επιθυμία να σχηματοποιηθεί αυτό που κάποιος μπορεί να αποκαλέσει γενόσημο υλισμό : κάποιος αρκετά ικανός να συστεγάσει διαφορετικά εγχειρήματα κάτω από ένα μοναδικό κατηγορικό όρο, ισχυρό ακόμα να διακρίνει σταθερά τα όρια ενός διακριτού φιλοσοφικού προσανατολισμού. Αυτό είναι που αποπειράθηκε ο Λένιν ένα αιώνα πριν , το 1909 στην παρέμβαση του στο ΄΄Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός΄΄ με το να ξεκαθαρίσει τα συστατικα κριτήρια του υλισμού μέχρι το ελάχιστο. Προσπαθώντας να στραγγίξει το ΄΄ιδεαλιστικό έλος΄΄ για το οποίο κατηγόρησε ότι είχε πέσει η πρώιμη φυσική του 20ου αιώνα εξαιτίας της υποτιθέμενης ΄΄εξαφάνισης της ύλης΄΄ από την φυσική θεωρία, ο Λένιν επέμεινε πάνω στην θεμελιώδη συμβατότητα της υλιστικής φιλοσοφίας με όλες τις εξελίξεις στις φυσικές επιστήμες, μια συμφωνία που γινόταν δυνατή από ένα στρατηγικό υποκαθορισμό της φιλοσοφικής κατηγορίας της ύλης. Παραθέτοντας την σημείωση του Ένγκελς πως ΄΄με κάθε ανακάλυψη εποχής μέσα στην ιστορία της επιστήμης, ο υλισμός είναι υποχρεωμένος να αλλάζει την μορφή του΄΄ , ο Λένιν υποστήριξε πως ..
Η μόνη ιδιότητα της ύλης με την αναγνώριση της οποίας ο υλισμός είναι ζωτικά συνδεδεμένος είναι η ιδιότητα πως είναι αντικειμενική πραγματικότητα, που υπάρχει έξω από την γνώση μας…Το ήλεκτρο είναι τόσο ανεξάντλητο όσο το άτομο, η φύση είναι άπειρη, αλλά υπάρχει στο άπειρο, και μόνο αυτή η κατηγορική, άνευ όρων αναγνώριση της ύπαρξης της πέρα από την συνείδηση και την αίσθηση του ανθρώπου διακρίνει τον διαλεκτικό υλισμό από τον σχετικιστικό αγνωστικισμό και τον ιδεαλισμό.

Παρά τις ανεπάρκειές του, αυτό που παραμένει ελκυστικό στο βιβλίο του Λένιν είναι η πρότασή του ότι ο υλισμός μπορεί να είναι γενικός στο μέτρο που είναι ταυτόχρονα διαλεκτικός και απόλυτος: διαλεκτικός στην αποδοχή της μεταβλητότητας της ανθρώπινης γνώσης και της σχετικότητας οποιασδήποτε ιδιαίτερης «κατάστασης» της ύλης, απόλυτος στη δήλωση της ικανότητάς μας να θέτουμε την αντικειμενική πραγματικότητα της ύλης -καθεευατό και γενικός στο μέτρο που ο αρχικός όρος για την συνάφεια του διαλεκτικού υλισμού με την απόλυτη αντικειμενικότητα είναι η απόρριψη οποιασδήποτε καθορισμένης ουσίας.
Όπως το έργο του Graham Harman's προτείνει, εντούτοις, το πρόβλημα με έναν τέτοιο γενικό υλισμό είναι ότι είναι δύσκολο να διαφοροποιήθει από το ρεαλισμό. Και αυτό είναι ένα επείγον πρόβλημα για την παρούσα σύλληψή μας του μέλλοντος της φιλοσοφίας δεδομένου ότι αγγίζει την ασυμμετρική σχέση μεταξύ του θεωρητικού υλισμού και του θεωρητικού ρεαλισμού.

Κατά συνέπεια, εάν οι παρεμβάσεις των Miran Božovič, Martin Hägglund, και Peter Hallward σύρουν τις γραμμές οροθεσίας μεταξύ των ανακόλουθων προσανατολισμών μέσα στην υλιστική φιλοσοφία, το έργο του Graham Harman's προτείνει ότι η βασική αντίθεση του σύγχρονου φιλοσοφικού πεδίου μπορεί να περάσει ανάμεσα σε υλισμό και ρεαλισμό με τον τελευταίο να μετατόπιζει έτσι τη συγκυριακή θέση του ιδεαλισμού.
Σε όλες τις περιπτώσεις, είναι οι πραγματικές συνέπειες αυτών των ιχνών και μετατόπισεων-πρώτα και κύρια οι συνέπειες τους η μία πάνω στην άλλη -που είναι το θέμα ενδιαφέροντος αυτό το Σαββατοκύριακο.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Ο ΥΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 21ΟΥ ΑΙΩΝΑ



ΕΚΔΗΛΩΣΗ-ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΤΙΣ 20-21 ΙΟΥΝΗ 2009 ΣΤΟ ΖΑΓΚΡΕΜΠ ΤΗΣ ΚΡΟΑΤΙΑΣ ΜΕ ΟΡΓΑΝΩΤΗ ΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΠΟΛΥΜΕΣΩΝ ΤΟΥ ΖΑΓΚΡΕΜΠ

ΟΜΙΛΗΤΕΣ ΗΤΑΝ ΟΙ :MIRAN BOZOVIC,MARTIN HAGGLUND, PETER HALLWARD ΚΑΙ GRAHAM HARMAN

TO KEIMENO TΗΣ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΗΤΑΝ ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ...

Ένας αιώνας έχει περάσει απο το 1909, και την έκδοση του έργου ΄΄Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός΄΄, ενός κειμένου στο οποίο ο Λένιν απάντησε στην υποτιθέμενη ΄΄εξαφάνιση της ύλης΄΄στην φυσική θεωρία προσπαθώντας να αποσαφηνίσει τα θεμέλια του φιλοσοφικού υλισμού. Το έκανε διερωτόντας τις συνέπειες των σύγχρονων θέσεων πάνω στα στοιχειώδη φιλοσοφικά ερωτήματα: Προηγείται το Είναι της σκέψης;Μπορούμε να εδράσουμε την επάρκεια της σκέψης και της αίσθησης στα υλικά αντικείμενα ανεξάρτητα απο την σκέψη και την αίσθηση;Είναι δυνατό να υπάγουμε τις λειτουργίες του σκεπτεσθαι στις υλικές διαδικασίες; Είναι η ΄΄'υλη΄΄ μία φιλοσοφική ή επιστημονική έννοια;Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στον φιλοσοφικό υλισμό και την πολιτική πράξη;

Αυτές οι ερωτήσεις συνεχίζουν να ταράσσουν τη σύγχρονη σκέψη, αλλά δεν είναι πλέον οι «ίδιες» ερωτήσεις: η σημασία τους έχει μετασχηματιστεί από έναν αιώνα πολιτικών, επιστημονικών, και φιλοσοφικών παρεμβάσεων. Αυτό το συμπόσιο αφιερώνεται στην επαναξιολόγηση των θεμελίων τους για τη φιλοσοφία και την πολιτική του 21ου αιώνα.

Διαλεκτικός. Ιστορικός.Υπερβατολογικός. Μη-φιλοσοφικός. Εξαλειπτικός. Θεωρησιακός. _______________. Αυτό το κάτι που αποκαλείται «υλισμός» συνεχίζει να απαιτεί να πάρουμε μια θέση.

Ποιά είναι αυτή;

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2009

Badiou, Παύλος, Συμπέρασμα


≡ 11

Συμπέρασμα

Δώσαμε σ’ αυτό το βιβλίο τον υπότιτλο Το Θεμέλιο του Οικουμενισμού. Πρόκειται βέβαια για έναν υπερβολικό τίτλο. Ο πραγματικός οικουμενισμός παρίσταται ήδη πλήρως στο ένα ή το άλλο θεώρημα του Αρχιμήδη, σε ορισμένες πολιτικές πρακτικές των Ελλήνων, σε μια τραγωδία του Σοφοκλή, ή στην ερωτική ένταση την οποία μαρτυρούν τα ποιήματα της Σαπφούς. Και είναι εξίσου παρών στους Ψαλμούς, ή, αντεστραμμένος ως μηδενισμός, στον θρήνο του Εκκλησιαστή.

Παρ’ όλα αυτά, δημιουργείται με τον Παύλο, σε αυτό το ίδιο θέμα, μια ισχυρή ρήξη, η οποία είναι ακόμα αδύνατο να διαγνωστεί στη διδασκαλία του Ιησού, στο βαθμό τουλάχιστον που έχουμε πρόσβαση σ’ αυτή. Μόνο αυτή η ρήξη μπορεί να φωτίσει την αχανή ηχώ του χριστιανικού θεμελίου.

Η δυσκολία στην περίπτωσή μας είναι ότι η ρήξη αυτή δεν έχει συνάφεια με ό,τι αφορά το πρόδηλο περιεχόμενο του δόγματος. Η Ανάσταση, άλλωστε, είναι απλώς μια μυθολογικού χαρακτήρα διαβεβαίωση. Ο ισχυρισμός ότι “υπάρχει μια άπειρη αλληλουχία πρώτων αριθμών” διατηρεί μια αδιαμφισβήτητη οικουμενικότητα. Ο ισχυρισμός “Χριστός ανέστη” έχει, θα έλεγε κανείς, αφαιρεθεί από την αντίθεση ανάμεσα στο οικουμενικό και το ιδιαίτερο, διότι είναι μια αφηγηματική πρόταση που δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι έχει ιστορική αξία.

Στην πραγματικότητα, η παυλική ρήξη έχει συνέπειες για τις μορφολογικές προϋποθέσεις και τις αναπόδραστες συνέπειες μιας συνείδησης της αλήθειας που ριζώνει στο καθαρό συμβάν, αποκομμένη από κάθε αντικειμενιστική ανάθεση στους επιμέρους νόμους ενός κόσμου ή μιας κοινωνίας, αλλά και με το απτό πεπρωμένο να εγγραφεί μέσα σε ένα κόσμο και μια κοινωνία. Στον Παύλο πρέπει να αποδοθεί αποκλειστικά η τιμή για το ότι θεμελίωσε πως η πιστόττηα σε ένα τέτοιο συμβάν υφίσταται μόνο μέσω του τερματισμού των κοινοτικών ιδιαιτερισμών και τον καθορισμό ενός υποκειμένου της αλήθειας το οποίο παύει να διαχωρίζει το Ένα και το “για όλους”. ¨Ετσι, σε αντίθεση με τις αποτελεσματικές διαδικασίες αλήθειας (επιστήμη, τέχνη, πολιτική, αγάπη), η παυλική ρήξη δεν βασίζεται στην παραγωγή ενός οικουμενικού δεδομένου. Ο προσανατολισμός της, σε ένα μυθολογικό συγκείμενο που ανάγεται αδήριτα σε ένα και μόνο σημείο (Χριστός ανέστη)· αφορά μάλλον τους νόμους της οικουμενικότητας γενικότερα. Για αυτό και μπορεί να περιγραφεί ως θεωρητική ρήξη, εφόσον γίνεται κατανοητό ότι στην περίπτωση αυτή το “θεωρητική” δεν αντιτίθεται προς το “πρακτική”, αλλά προς το πραγματική. Ο Παύλος είναι ιδρυτής γιατί είναι ένας από τους πρώτους θεωρητικούς του οικουμενικού.

Μια δεύτερη δυσκολία έγκειται συνεπώς στο γεγονός ότι ο Παύλος θα μπορούσε να ειδωθεί ως φιλόφοσος. Προσωπικά έχω υποστηρίξει ότι η φιλοσοφία δεν είναι κατάλληλη για την παραγωγή οικουμενικών αληθειών, αλλά για την συνθετική πρόσληψή τους μέσω της σμίλεψης και αναδιάταξης της κατηγορίας της Αλήθειας. Ο Αύγουστος Κομτ όρισε τον φιλόσοφο ως κάποιον που “ειδικεύεται σε γενικότητες”. Δεν είναι ο Παύλος κάποιος που ειδικεύεται στις γενικές κατηγορίες κάθε οικουμενισμού;

Θα άρουμε αυτή την αντίρρηση ισχυριζόμενοι ότι ο Παύλος δεν είναι φιλόσοφος ακριβώς γιατί αναθέτει την σκέψη του σε ένα μοναδικό συμβάν, κι όχι σε μια ομάδα από εννοιολογικές γενικότητες. Το ότι το μοναδικό αυτό συμβάν ανήκει στην τάξη του μύθου απαγορεύει στον Παύλο να λογίζεται ως καλλιτέχνης, ή επιστήμονας, ή κρατικός επαναστάτης, αλλά του απαγορεύει επίσης κάθε πρόσβαση την φιλοσοφική υποκειμενικότητα, πού είτε καθυποτάσσεται στην εννοιολογική θεμελίωση ή αυτο-θεμελίωση, είτε θέτει εαυτόν υπό την αιγίδα πραγματικών διαδικασιών αλήθειας. Για τον Παύλο, το αληθειακό συμβάν απορρίπτει τη φιλοσοφική Αλήθεια, ενώ για μας η μυθοπλαστική διάσταση του συμβάντος αυτού απορρίπτει την αυτοπροβολή του ως πραγματική αλήθεια.

Συνεπώς πρέπει να πούμε: Ο Παύλος είναι ο αντιφιλοσοφικός θεωρητικός της οικουμενικότητας. Το ότι το συμβάν (ή η καθαρή δράση) που επικαλούνται οι αντιφιλόσοφοι είναι μυθοπλαστικού χαρακτήρα δεν αποτελεί πρόβλημα. Είναι εξίσου μυθοπλαστικό στον Πασκάλ (είναι το ίδιο μ’ αυτό στον Παύλο) ή στον Νίτσε (η “μεγαλόσχημη πολιτική” του Νίτσε δεν έσπασε την ιστορία του κόσμου στα δύο· ο Νίτσε είναι που έσπασε στα δύο).

Ως ευφυής αντιφιλόσοφος, ο Παύλος προειδοποιεί το φιλόσοφο ότι οι προϋποθέσεις για το οικουμενικό δεν μπορούν να είναι εννοιολογικές, είτε σε ό,τι αφορά τις απαρχές τους είναι σε ό,τι αφορά τον προορισμό τους.

Σε ό,τι αφορά τις απαρχές, είναι απαραίτητο το συμβάν, το οποίο είναι έμα είδος χάριτος υπεράριθμης προς κάθε ιδιαιτερότητα να είναι η βάση από την οποία ξεκινά κανείς για να απεμπολήσει τις διαφορές.

Σε ό,τι αφορά τον προορισμό, δεν μπορεί να είναι ούτε κατηγορικός ούτε δικαστικός σε χαρακτήρα. Δεν υπάρχει εξουσία απέναντι στην οποία να μπορεί να δικαστεί το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας αλήθειας. Η αλήθεια ποτέ δεν προσφέρεται στην Κριτική. Στηρίζεται μόνο στον εαυτό της και συσχετίζεται με ένα νέο τύπο υποκειμένου —ούτε υπερβατικού ούτε ουσιωδώς οριζόμενου— το οποίο ορίζεται εξ ολοκλήρου ως στρατευμένο στη σχετική αλήθεια.

Για αυτό, όπως παραδειγματικά μαρτυρεί ο Παύλος, ο οικουμενισμός, ο οποίος είναι ένα απόλυτο (μη σχετικό) υποκειμενικό παράγωγο, καταργεί τον διαχωρισμό σκέψης και πράξης, σκέψης και δύναμης. Η σκέψη γίνεται οικουμενική μόνο διακηρύσσοντας τον εαυτό της σε όλους τους άλλους, και υλοποιεί τον εαυτό της ως δύναμη μέσα από αυτή τη διακήρυξη. Από τη σιτγμή όμως που όλοι, συμπεριλαμβανομένου του μοναχικού παρτιζάνου, μετριούνται σύμφωνα με το οικουμενικό, επακολουθεί ότι αυτό που λαμβάνει χώρα είναι η αφομοίωση του Άλλου από το Ίδιο. Ο Παύλος επιδεικνύει λεπτομερειακά πώς μια οικουμενική σκέψη, βαδίζοντας στη βάση του εγκόσμιου πολλαπλασιασμού των διαφορών (ο Ιουδαίος, ο Έλληνας, οι γυναίκες, οι άντρες, οι δούλοι, οι ελεύθεροι, και λοιπά), παράγει Ομοιότητα και Ισότητα (δεν υπάρχει πλέον ούτε Ιουδαίος ούτε Έλληνας, και τα λοιπά). Η παραγωγή της ισότητας και η απεμπόληση από τη σκέψη των διαφορών είναι τα υλικά σημάδια του οικουμενικού.

Ενάντια στον οικουμενισμό ως παραγωγή του Ίδιου, έχει πρόσφατα διατυπωθεί η αντίρρηση ότι αυτό βρήκε το έμβλημά του, αν όχι την κορύφωσή του, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου όλοι ήταν αντελώς ίσοι με όλους γιατί είχαν καταλήξει να είναι απλώς ετοιμοθάνατα σώματα. Αυτό το “επιχείρημα” είναι απατηλό, για δύο σημαντικούς λόγους. Ο πρώτος είναι ότι, διαβάζοντας τον Πρίμο Λέβι ή τον Σαλάμοφ, βλέπει κανείς ότι αντιθέτως, το στρατόπεδο συγκέντρωσης παράγει καθ’ υπερβολή διαφορές κάθε στιγμή· ότι μετατρέπει το πιο αμελητέο θραύσμα πραγματικότητας σε απόλυτη διαφορά ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο και ότι αυτή η αδιάκοπη διαφοροποίηση του μικροσκοπικού είναι βασανιστήριο. Ο δεύτερος, και πιο άμεσα σχετικός με τον Παύλο, είναι ότι μια από τις απαραίτητες προϋποθέσεις της σκέψης ως δύναμης (δηλαδή, για να θυμηθούμε τα προηγούμενα, της αγάπης) συνίσταται στην ταύτιση του στρατευμένου στην αλήθεια, καθώς και κάθε άλλου, στη βάση του οικουμενικού. Η παραγωγή του Ίδιου είναι ήδη εμμενής στον νόμο του Ίδιου. Αλλά η ναζιστική παραγωγή εξολοθρευτικών σφαγείων ακολουθούσε την αντίθετη αρχή: το “νόημα” που προσιδίαζε στη μαζική παραγωγή εβραϊκών πτωμάτων είναι η περιχαράκωση της ύπαρξης της Αρείας φυλής ως απόλυτης διαφοράς. Το κήρυγμα προς τον άλλο του “όπως τον εαυτό σου” (αγάπα τον πλησίον όπως τον εαυτό σου) ήταν αυτό που οι Ναζί θέλησαν να καταργήσουν. Το “όπως τον εαυτό σου” του Αρειανού Ναζί ήταν αυτό ακριβώς που δεν μπορούσε να προβληθεί αλλού, μια κλειστή ουσία, διαρκώς υπό την πίεση να επαληθεύσει τον εγκλεισμό της τόσο στον εαυτό της όσο και εκτός αυτού μέσω της σφαγής.

Η αρχή του Παύλου, η οποία είναι αυτή της διάλυσης της ταυτότητας του οικουμενιστικού υποκειμένου μέσα στο οικουμενικό, κάνει το Ίδιο αυτό που πρέπει να επιτευχθεί, ακόμα και αν τούτο σημαίνει ότι είναι απαραίτητο να αλλάξουμε την ίδια τη διαφορετικότητά μας.

Για το υποκείμενο, αυτή η υποκειμενική λογική κουρφώνεται σε μια αδιαφορία σε ό,τι αφορά τις κοσμικές κατονομασίες, σε οτιδήποτε μοιράζει κατηγορήματα και ιεραρχικές αξίες σε συγκεκριμένα υποσύνολα. Η ελπίδα υπερπηδά αυτές τις κατονομασίες. Η επιστολή προς Φιληππησίους (2.9) μιλά για τον Χριστό ως “το όνομα που είναι πάνω απ’ όλα τα ονόματα”. Το υποκείμενο μιας αλήθειας ιδιοποιείται πάντα τέτοια ονόματα, και όχι τα κλειστά ονόματα που ανήκουν σε ιδιαίτερες γλώσσες και σφραγισμένες οντότητες. Όλα τα αληθή ονόματα είναι “πάνω απ’ όλα τα ονόματα”. Αφήνονται να διακηρυχθούν και να μορφοποιηθούν, όπως ακριβώς κάνει ο μαθηματικός συμβολισμός, σε κάθε γλώσσα, σύμφωνα με κάθε έθιμο, και μέσω της διάβασης κάθε διαφοράς.

Κάθε όνομα από το οποίο εκπορεύεται μια αλήθεια είναι ένα όνομα που προηγείται του Πύργου της Βαβέλ. Αλλά πρέπει να κυκλοφορήσει στον πύργο.

Έχουμε επιμείνει ότι ο Παύλος δεν είναι διαλεκτικιστής. Το οικουμενικό δεν είναι η άρνηση της ιδιαιτερότητας. Είναι η μετρημένη διάσχιση μιας απόστασης σχετικής με την διηνεκώς αυτοσυντηρούμενη ιδιαιτερότητα. Κάθε ιδιαιτερότητα είναι συμμόρφωση, κονμφορμισμός. Το ζήτημα είναι η διατήρηση της μη συμμόρφωσης σε σχέση με ό,τι μας συμμορφώνει διαρκώς. Η σκέψη υποβάλλεται στη δοκιμασία της συμμόρφωσης, και μόνο το οικουμενικό την αποφορτίζει μέσως μιας αδιάκοπης διεργασίας, μιας εφευρετικής διάνυσης. Όπως έξοχα το θέτει ο Παύλος, “Μην προσαρμόζεστε στη νοοτροπία αυτού του αιώνα αλλά να μεταμορφώνεστε συνεχώς από την ανανέωση της σκέψης σας” [εδώ χρησιμοποιείται το “νους” και όχι το “πνεύμα”, οπότε είναι καλύτερο να μην μεταφράσουμε το “σκέψη” ως “πνεύμα”] (Ρωμ. 12.2).

Αντί να δραπετεύσει κανείς από τον αιώνα, πρέπει να ζήσει μέσα του, αλλά χωρίς να αφήσει τον εαυτό του να προσαρμοστεί, να συμμορφωθεί. Το υποκείμενο και όχι ο αιώνας πρέπει να μεταμορφωθεί κάτω από τις επιταγές της πίστης του. Και το κλειδί σ’ αυτή τη μεταμόρφωση, αυτή την “ανανέωση” [“ανακαινώσει”], βρίσκεται στη σκέψη.

Ο Παύλος μας λέει: πάντα είναι εφικτό για μια μη νονφορμιστική σκέψη να σκέφτεται στονα ιώνα. Αυτό είναι το υποκείμενο. Αυτός ο οποίος συντηρεί το οικουμενικό και όχι τον κονφορμισμό.

Μόνο αυτό που βρίσκεται σε εμμενή εξαίρεση είναι οικουμενικό.

Αλλά αν τα πάντα εξαρτώνται από ένα συμβάν, πρέπει να περιμένουμε; Και βέβαια όχι. Πολλά συμβάντα, ακόμα και πολύ μεμακρυσμένα, απαιτούν από μας να παραμείνουμε πιστοί σ’ αυτά. Η σκέψη δεν περιμένει, και ποτέ της δεν εξάντήσε τα αποθέματα δύναμης, εκτός αν πρόκειται για αυτούς που υποκύπτουν στη βαθιά επιθυμία να συμμορφωθούν, δηλαδή το μονοπάτι του θανάτου.

Άλλωστε, η αναμονή είναι άχρηστη, γιατί είναι στην ουσία του συμβάντος το να μην προαλοίφεται από κανένα σημάδι, και να μας πιάνει απροετοίμαστους με την χάρη του, όσο και αν επαγρυπνούμε.

Στο διάλογο του Ζαρατούστρα με το σκυλί της φωτιάς, ο Νίτσε λέει πως τα αληθινά συμβάντα έρχονται με πόδια περιστεράς, πως μας εκπλήσσουν κατά τη στιγμή της μεγαλύτερης σιωπής. Στο σημείο αυτό, όπως σε πολλά άλλα, θα έπρεπε να είχε παραδεχτεί το χρέος του σ’ αυτόν τον ίδιο Παύλο τον οποίο λούζει με περιφρόνηση. Πρώτη προς Θεσσαλονικείς επιστολή (5.2): “H ημέρα του Κυρίου θα έρθει απροειδοποίητα, όπως ο κλέφτης τη νύχτα”.

πηγή radicaldesire.blogspot.com