τροχιές

Με την πράξη να ανακαλύπτουμε αλήθειες και πάλι με την πράξη να τις ελέγχουμε και να τις αναπτύσσουμε.../Πράξη, γνώση και ύστερα πάλι πράξη˙ η μορφή αυτή της κυκλικής επανάληψης είναι ατελεύτητη.

Μάο ΤσεΤουνγκ


Το συμβάν δεν είναι ο Άλλος του Λόγου αλλά ο 'Αλλος της φιλοσοφίας, όπως ορίζεται σύμφωνα με την πλατύτερη έννοια της πολύπλοκης δομής του, αντί να ορίζεται μόνο με όρους ''παρουσίας".

Francois Laruelle




Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Περί του Κακού : ή το Πραγματικό ως φιλοσοφικό υποκείμενο

"Ο Κολοσσός", πίνακας του Γκόγια


errare humanum est
1.Το Πραγματικό δεν δύναται να εννοιοποιηθεί απο την φιλοσοφία και για αυτό υφίσταται για αυτήν ως μία πάντα εχθρική εξωτερικότητα, η οποία δυνητικά μπορεί να επιφέρει τον πλήρη της θάνατο. Η ιστορία της έννοιας του Κακού, μέσω της ιστορίας της θεολογίας και της φιλοσοφίας, είναι η ιστορία μίας περιγραφής του Πραγματικού ως Ακατάληπτου και Ξένου, ως ενός Άλλου απέναντι στον Καθαρό Λόγο της θεωρησιακής πρακτικής της φιλοσοφίας. Αυτό που ωθεί την φιλοσοφία στην δαιμονοποίηση του Πραγματικού είναι η ελευθερία του. Το Πραγματικό δεν εγκλωβίζεται στις νομοτέλειες της φυσικής αναγκαιότητας, ενώ τις εμπεριέχει, αλλά υπάρχει διαρκώς σαν ένα Άλλο λόγω της Πράξης που παράγει και αναπαράγει και το ίδιο ταυτόγχρονα.
Για το λόγο αυτό, το Κακό είναι μία μεταμφίεση ενός φυλακισμένου που οδηγείται στο εκτελεστικό απόσπασμα της φιλοσοφίας, είναι το Πραγματικό, το μη-Φιλοσοφικό που έχει ονομαστεί για να απολυτοποιηθεί η αναγκαιότητα της ύπαρξης της φιλοσοφίας..ότι υπάρχει για να νικήσει το Κακό, να το γνωρίσει, να το εκφέρει, να το απο-Πραγματικοποιήσει ώστε να το φιλοσοφικοποιήσει. Συνεπώς μιλάμε για μία στρατηγική πλασματικής υποκειμενοποίησης ώστε να εξασφαλιστεί η φιλοσοφική υποκειμενοποίηση.


ave, Caesar, morituri te salutant

2. Ο Λάιμπνιτς , όχι τυχαία στο περίφημο έργο του "Θεοδικία" δίνει ως υπότιλο την φράση " για την Καλοσύνη του Θεού, την ελευθερία του Ανθρώπου και την καταγωγή του Κακού". Στην προσπάθεια του να αποδείξει την λογική συνύπαρξη του Κακού σε ένα κόσμο που είναι δημιούργημα ενός χαριστικού Θεού ανοίγει το ζήτημα της υποκειμενοποίησης με μία φιλοσοφική ειλικρίνεια αλλά την ίδια στιγμή με μία πάραδοξη μη-φιλοσοφική υπόρρητη προβληματική. Η απόδειξη ότι όλα απορρέουν απο το Θεό και με σκοπό την κυριαρχία του Θεού παράγεται η ελευθερία της θελήσεως , άρα και η ρίζα του Κακού, φανερώνει την φιλοσοφική απόπειρα να υποταχθεί η ελευθερία της πράξης στην κατηγορία του Κακού , που συνειδητά ο Θεός παράγει για να αποδεικνύει το μεγαλείο της καλωσύνης και της ευεργεσίας του μέσα απο την πολεμική απέναντι σε αυτό το Κακό, μέσα απο την επικράτηση του Καλού. Όμως αυτή η λογική δεν καταφέρνει να μην φέρει στο προσκήνιο την εξής απόδειξη :
Τι είδους Θεός είναι αυτός που στο όνομα της επικυριαρχίας του Καλού φέρνει στη ζωή και επιτρέπει μέσα απο την ανθρώπινη ελευθερία την γέννηση του Κακού; Μιλάμε δηλαδή για ένα υποκείμενο που γεννά ένα Άλλο υποκείμενο εν δυνάμει καταστροφικό για την ύπαρξη της ζωής μόνο και μόνο για να επιβεβαιώνει την σημασία της υπόστασης του; Μήπως τελικά αυτό που η θεολογία και η φιλοσοφία αρνείται να παραδεχτεί είναι ότι η ελεύθερη βούληση του Ανθρώπου, ακριβώς γιατί εν δυνάμει μπορεί να θανατώσει οποιαδήποτε νομοτέλεια, άρα και του Θεού, λόγω του ότι παράγει πράξη -δηλαδή Πραγματικό, είναι το υποκείμενο που πραγματικά υπάρχει και δίνει λόγω ύπαρξης στον Καθαρό Λόγο( βλέπε Θεός) ώστε να μπορεί αυτός να την δαιμονοποιεί ως αιτία του Κακού;
Ο Λαιμπνιτς δεν μπόρεσε να αποδείξει τίποτα άλλο πέρα από το ότι ο Θεός, το Απόλυτο Άπειρο δεν μπορεί παρά να γεννά το Απόλυτο Πεπερασμένο, το Κακό. Αθελά του αγγίζοντας το ζήτημα της ελευθερία της θέλησης του Ανθρώπου μας υπέδειξε την διαλεκτική σχέση του Απείρου και του Πεπερασμένου μέσα απο την παραγωγή της ελευθερίας, το Πραγματικό αντέστρεψε τα φιλοσοφικά όπλα και οδήγησε το Λόγο σε αδιέξοδο. Οι μελλοθάνατοι Λόγοι της φιλοσοφίας και της θεολογίας χαιρέτησαν τον Πρακτικό Λόγο , τον Καίσαρα του Πραγματικού.



sine sole sileo

3. Ο Μακιαβέλι πολύ πριν την "Θεοδίκία " του Λάιμπνιτς είχε αποκόψει τον Θεό απο την ελευθερία της θέλησης του Ανθρώπου και έτσι είχε αποσύρει και την έννοια του Κακού απο το πεδίο της σκέψης του. Το Πραγματικό είναι αυτή η απόλυτη γυμνή πρακτικότητα της συγκεκριμένης ιστορίας. Ο τρόπος ύπαρξης του Πραγματικού δεν αποδίδεται πια με δαιμονοποιήσεις και φιλοσοφικές περιπλοκές εννοιών. Το Κακό δεν υφίσταται στον Μακιαβελικό κόσμο, γιατί εκεί υπερτερεί ο Πρακτικός Λόγος της πάλης και των αντιθέσεων του Πραγματικού. Για πρώτη φορά ο Μακιαβέλι φέρνει μέσα στο χώρο της σκέψης τους νόμους κίνησης της Πολιτικής. Ένα σαρκοβόρο τέρας που οι έννοιες του και η ανάπτυξη του δεν ξεκινάνε απο την ηθικοποίηση της πράξης αλλά απο την υπαγωγή της στις ανάγκες της σύγκρουσης, της δύναμης, των συμφερόντων, του Πραγματικού.
Η Πολιτική και η Θεοδικία δεν συνυπάρχουν τυχαία σε όλο το διάστημα μέχρι και την Γαλλική Επανάσταση. Ο Θεός του Λάιμπνιτς είναι ο Ηγεμών του Μακιαβέλι, ο Ανώτερος Υπαίτιος της ύπαρξης της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου, ο γόνος του Κακού. Μία πιστή απόδοση της Θεοκρατικής ηγεμονίας στο επίπεδο της άσκησης Πολιτικής στην Ευρώπη των Απόλυτων Μοναρχιών. Από τον Βοργία μέχρι τον Μαζαρίνο και το Ρισελιέ, μέχρι και την Ιερή Συμμαχία, το υποκείμενο του Πολιτικού που κυριαρχεί βρίσκετε κάτω απο την ευλογία της Θείας δίκης. Η υποκειμενοποίηση του Κακού είναι η αποενοχοποίηση μίας αιματοβαμμένης Μοναρχικής Χριστιανοσύνης.



corpus delicti

4. Ο Κάντ στην "Κριτική του Πρακτικού Λόγου" ανοίγει το χώρο για την θεωρητική απελευθέρωση του Πραγματικού απο την φιλοσοφική του πρόσληψη και μας λέει" ο Θεός, η Αθανασία, γενικά οι Ιδέες είναι όροι κ αντικείμενα μιας καθορισμένης θέλησης". Ο Θεός είναι μία Ιδέα που απλά υπάρχει στην υπηρεσία μιας θέλησης, μας λέει ο Κάντ, μίας θέλησης που προφανώς δεν είναι Θεία για να παράγει το Θεό ως αντικείμενο της, αλλά υφίσταται μέσα στο Πραγματικό και υλοποιείται μέσα σε αυτό και λογικά υποκειμενοποιεί το Πραγματικό και υποκειμενοποιείται απο αυτό. Η βλάσφημη Καντιανή επισήμανση επιστεγάζει την αυτονομία της βούλησης ως μοναδική αρχή όλων των ηθικών νόμων και στρέφει την σκέψη προς τον Πρακτικό Λόγο σε τελική ανάλυση. Βούλομαι για κάτι, προς μία εξωστρέφεια προς την φυσική νομοτέλεια του κόσμου με σκοπό μάλλον να επιδράσω πάνω στον κόσμο.
Προσανατολίζω την σκέψη όχι προς μία ενατένιση άρα και υποταγή στην φυσική τάξη αλλά προς μία πράξη άρα και ελεύθερη κίνηση απέναντι στον κόσμο. Όμως μπορούμε να πάμε πιο πίσω και να πούμε πως το τι Βούλομαι καθορίζει και το αν οι γενικές Ιδέες που παράγω αποσκοπούν στην αναπαραγωγή του Πραγματικού ή στο κλείσιμο του. Συνεπώς η Καντιανή αυτή επισήμανση μας οδηγεί στο να αποφιλοσοφικοποιήσουμε έννοιες όπως ''Θεός'', ΄΄Άθανασία΄΄, ''Άνθρωπος'' και να τις κρίνουμε με βάση το αν υπάρχουν ως προοδευτικές διαμεσολαβήσεις στον προσανατολισμό του Πρακτικού Λόγο ή ως αντιδραστικές διαμεσολαβήσεις. Στην δεύτερη περίπτωση έχουμε ένα Πρακτικό Λόγο που παράγει το Πραγματικό ως επανάληψη και όχι ως νέο Πραγματικό.



delirium tremens
5. Ο Κίρκεγκωρ μας θυμίζει ότι ο Αβρααμ ισοπεδώνει κάθε ηθική δέσμευση όχι μόνο ως προς την Πατρική σχέση με το παιδί του αλλά και ως προς την απαγόρευση της φόνευσης ενός αθώου ανθρώπου, στο όνομα του Θελήματος του Θεού. Που βρίσκεται το Κακό εδώ; Η πράξη δεν είναι μία απλή τελετουργία μέσα στο Πραγματικό, είπαμε και πιο πάνω πως το αναπαράγει, η πράξη αποκαλύπτει τα υπόκειμενα που την παράγουν ως υποκείμενο. Μιλάμε για το Θεό, τον Αβρααμ, και τη θυσία που δέχεται να εκτελέσει. Τρία υποκείμενα που αλλάζουν καθοριστικά με το συμβάν της θυσίας. Ο Κίρκεγκωρ σωστά θα πεί πως το παράδειγμα του Αβρααμ δείχνει την ''απόλυτη σχέση με το απόλυτο'', όμως η αγωνία και ο υπαρξιακός τρόμος της φιλοσοφίας του δημιουργεί μία Κακομορφία σε αυτή ύψιστη πράξη. Το Πραγματικό παραλύει την σκέψη που πάει να σκεφτεί φιλοσοφικά τις διαστάσεις της βούλησης και τις μορφές που αυτή μπορεί να πάρει μέσω της πράξης. Την στιγμή που ο Αβρααμ αποδέχεται να κάνει μια τέτοια θυσία το υποκείμενο που εκτοπίζει ακόμα και το Θεό που τον διέταξε και τον διατάζει είναι το υποκείμενο της πράξης και της πίστης. Εκεί φανερώνεται η λειτουργία της Ιδέας ως μίας διαμεσολάβησης προς το απόλυτο που είναι η υποκειμενοποίηση της ελευθερίας της θέλησης. Οι συνέπειες της πράξης δεν είναι απρόβλεπτες για την φιλοσοφική σκέψη, αντίθετα ακριβώς επειδή προβλέπει την διάψευση που η πράξη πρόκειται να επιφέρει στην τάξη πραγμάτων της , η φιλοσοφία τρέμει και αγωνιά.



aut caesar aut nihil
6. Όμως στο σημείο αυτό αξίζει να αντιπαραθέσουμε τον Κίρκεγκωρ στο Λεβινάς, όχι φυσικά για να συγκρίνουμε δύο θεολογίες αλλά για να χρησιμοποιήσουμε την αιρετικότητα της υποκειμενοποίησης του Κίρκεγκωρ ενάντια στην ηθικοποίηση του Πραγματικού που επιχειρεί ο Λεβινάς με όπλο την έννοια του Άλλου ως προσώπου. Όπως λέει και η Λατινική φράση πιο πάνω ''η Καίσαρας ή τίποτα'' αυτή είναι η συνεχής κίνηση του Πραγματικού, απο την υποκειμενοποίηση στον εκμηδενισμό και πάλι στην υποκειμενοποίηση, αδιάκοπη παραγωγή μέσω πράξης συμβάντων.
Ο Κίρκεγκωρ λέει στο Λεβινάς πως το Άλλο για τον Αβραάμ δεν είναι το φυσικό πρόσωπο,να γιατί δεν δεσμεύεται τελικά μπροστά στην φυσική ύπαρξη του γιού του, αλλά το Απόλυτο που τον οδηγεί σε μία ελεύθερη, δηλαδή απροσδιόριστη, πράξη εντός του Πραγματικού. Από Αβρααμ Καίσαρας, δηλαδή υποκείμενο μίας ελευθερίας που πριν την απόφαση αποδέσμευσης της θέλησης του δεν υπήρχε παρά ως ένα ακόμα φυσικο πρόσωπο προς ένα άλλο φυσικό πρόσωπο. Αυτή είναι και η κύρια αδυναμία της Λεβινασιανής σκέψης. Οδηγεί στο Ίδιο και όχι στο Πραγματικό Άλλο μέσα απο την επιμονή στην αναζήτηση ενός Καλού που ενυπάρχει στην αμεσότητα των διυποκειμενικών ηθικών σχέσεων. Αυτό καθιστά αδύνατη την σκέψη του Λεβινάς να ερμηνεύσει την ιστορικότητα των Ιδεών μέσω της ανθρώπινης πράξης.
Είναι μια σκέψη που δαιμονοποιεί το Πραγματικό ακριβώς γιατί προσπαθεί να εκκενώσει την υποκειμενοποίηση απο την ελευθερία του Πραγματικού και να την υποδουλώσει σε μία Ηθική δίχως πράξη και δίχως Πραγματικό συμβάν.

Το Πραγματικό δεν είναι φιλοσοφικό υποκείμενο, όπου το συναντάμε ως τέτοιο δεν είναι Πραγματικό και όσο επίσης θα συναντάμε στη φιλοσοφία το Κακό, σημαίνει πως το Πραγματικό υπάρχει και παραμένει ελεύθερο.

σ.

Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

ΑΛΑΙΝ ΜΠΑΝΤΙΟΥ , Ο Διαλεκτικός τρόπος : Σχετικά με τον Μάο Τσετουνγκ και τα Προβλήματα Στρατηγικής του Επαναστατικού Πολέμου στην Κίνα



Το κείμενο αυτό εμφανίστηκε το Μάη του 1992 στο τρίτο τεύχος του περιοδικού La distance Politique, ενημερωτικό δελτίο της ΄΄Πολιτικής Οργάνωσης΄΄ στην οποία παραμένει ενεργός μέχρι σήμερα ο Αλέν Μπαντιού μαζί με άλλους συντρόφους του από το μαοϊκό παρελθόν. Kείμενο που γράφτηκε από τον Αλέν Μπαντιού με την υπογραφή Ανώνυμος



Ο Μάο Τσετουνγκ μας έχει κατακτήσει πολύ, ας επιστρέψουμε ή καλύτερα ας πάμε προς τα εκεί. Επειδή είναι εκεί που η κατηγορία του ιστορικού τρόπου της πολιτικής βρίσκει ένα πεδίο εφαρμογής. Το λιγότερο, σημαίνει, αν θελήσουμε να κρατήσουμε μια στενή ταύτιση ενός τρόπου σαν μια σχέση της πολιτικής με τη σκέψη της. Υπάρχει εκεί, συνεπώς, κάτι σαν μια ΄΄σκέψη Μάο Τσετούνγκ΄΄ αν με αυτό εννοούμε εδώ μια πολιτική, μια σκέψη της πολιτικής, και την σχέση μιας πολιτικής με την σκέψη της;

Σκέψη και Γνώση


Για τον Μάο εκεί υπάρχει ένα πρόβλημα της γνώσης της οποίας κεντρική κατηγορία είναι αυτή του νόμου. Εκεί υπάρχει μια πολλαπλότητα των νόμων , πάρετε για παράδειγμα ένα από τα κείμενα του για τον πόλεμο : ΄΄Tο Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας και ο Επαναστατικός πόλεμος στην Κίνα΄΄. Εδώ μπορούμε να αναγνωρίσουμε τους νόμους του πολέμου γενικά , τους νόμους του επαναστατικού πολέμου , τους νόμους του επαναστατικού πολέμου στην Κίνα: παντού, ένα ολόκληρο φάσμα από γενικούς και ειδικούς νόμους . Δεν είναι ένα ζήτημα απαρίθμησης αλλά, δια μέσου του περάσματος σε μια πολλαπλότητα των νόμων , μιας προσέγγισης που απαιτεί το σχηματισμό μιας συγκυρίας.
Άμεσα , πράγματι, οι νόμοι μελετούνται σε σχέση με το χρόνο τους, σε σχέση με την συγκυρία. Δεν είμαστε εντός μιας δογματικής αποδοχής του νόμου: οι νόμοι αλλάζουν, και αλλάζουν επειδή αλλάζουν οι καταστάσεις. Η ίδια η κατάσταση είναι ένα πλέγμα: είναι μια κατάσταση γενικά και μερικά.

Νόμος, Συγκυρία, και η σχέση του Υποκειμενικού με το Αντικειμενικό.


Έτσι το σκέπτεσθε ορίζεται πλατιά μέσα στην επεξεργασία και την διατύπωση των νόμων. Ο κανόνας της επεξεργασίας και της διεργασίας της διατύπωσης ενός νόμου έχει ως χαρακτηριστικό το γεγονός πως τοποθετεί μια σχέση ανάμεσα στο υποκειμενικό και το αντικειμενικό, που σημαίνει, σε αυτή την περίπτωση μια σχέση του σκέπτεσθε και αυτού που βρίσκεται εκτός του πνεύματος και που ο Μάο αποκαλεί αντικειμενική πραγματικότητα. Έτσι η διατύπωση ενός νόμου είναι διαλεκτική. Η διαλεκτική λειτουργεί συσσωρεύοντας την αισθητηριακή γνώση και κάνοντας άλμα προς την έννοια. Κατέχει μια μεγάλη κινητικότητα, που βασίζεται στην αδιάκοπη γοητεία της, στην ακραία προσοχή της για αυτό που αλλάζει, για το καινούριο, που όλες τις φορές την σημαδεύει με ένα μη-δογματικό άγγιγμα. Ο σκοπός είναι να αναγνωρίσεις την πολιτική ως γνώση.


Η Πολιτική ως συγκεκριμενοποίηση


Έτσι βρισκόμαστε μέσα σε ένα προτσές της γνώσης. Σε αντίθεση με τα φιλοσοφικά κείμενα του Μάο, στα οποία αντιμετωπίζονται όλες οι μορφές της γνώσης, στο κείμενο που σχολιάζω βγαίνει πως η πολιτική γνώση είναι συγκεκριμένη. Συγκεκριμένη, θα έλεγε ο Μάο , για αυτούς που συναθροίζονται γύρω από τον διαλεκτικό υλισμό, που σημαίνει γύρω από το Μαρξισμό, που σημαίνει για το προλεταριάτο. Ο διαλεκτικός υλισμός διαφέρει από όλους τους άλλους (υλισμούς) 1. επειδή υπηρετεί το προλεταριάτο και 2. επειδή θεμελιώνεται στην πράξη. Έχει ένα ταξικό ορισμό : η τακτική και η στρατηγική μας δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν από άλλους εκτός από εμάς, λέει ο Μάο. ‘’ Κανένας στρατός που αντιπαρατίθεται στο λαό δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την στρατηγική και τακτική μας’’. Τακτική, ή νόμος του μερικού( η μάχη, η υποχώρηση) στρατηγική ή νόμος του όλου : αυτοί οι νόμοι δεν διαδίδονται, είναι οι νόμοι μίας πολιτικής. Η πολιτική, εδώ, έχει συγκεκριμένους νόμους.

Ο Διαλεκτικός Τρόπος


Ονομάζω μια τέτοια διάθεση μίας πολιτικής στην σκέψη της, διαλεκτικό τρόπο. Γιατί συνδέω το όνομα της διαλεκτικής με αυτό ακριβώς τον τρόπο και δεν το βρίσκω στον Μάρξ ή σε αυτό που αποκαλώ Μπολσεβίκικο τρόπο; Στο Μάρξ υπάρχει μια διαλεκτική, αλλά είναι αυτή της Ιστορίας. Στο Λένιν , υπάρχει μια διαλεκτική της συνείδησης με ένα σχίσμα ανάμεσα στην Ιστορία και την πολιτική, όπου το κόμμα είναι το σημαίνον που του ανατίθεται το κλείσιμο αυτού του σχίσματος. Στο Μάο , αντιθέτως, η Ιστορία είναι απούσα για χάρη του νόμου. Το σκέπτεσθε δεν είναι πια το σκέπτεσθε της επάρκειας ανάμεσα στην πολιτική και την Ιστορία. Καμία ελπίδα για συγχώνευση δεν είναι παρούσα. Και την ίδια στιγμή υπάρχει ένας πολιτικός οπτιμισμός, όχι ο ιστορικός οπτιμισμός για το αύριο εμφανισμένος με ψεύτικη φωνή αλλά ο πολιτικός οπτιμισμός του οποίου η κύρια κατηγορία είναι οι μάζες. Οι πλατιές μάζες. Μια νέα κατηγορία, μια θεμελιώδης κατηγορία; Όχι ακριβώς με την στενή έννοια του όρου, αλλά βασισμένη σε ένα προτσές που υποτάσσει την ιδέα της Ιστορίας σε αυτή.

Οι Μάζες


Οι μάζες συλλαμβάνονται μέσα στο προτσές της πράξης και της δημιουργίας διακηρύξεων. Είναι σε αυτόν τον κύκλο που μπορούν να διατυπωθούν οι νόμοι της σκέψης και της πράξης. Οι μάζες, από το μέρος τους , είναι Ιστορία. Που πάει να πει πως δεν υπάρχει πλέον Ιστορία. Η ιστορία που παραμένει είναι αυτή του όλου: βρίσκουμε ιστορικές θέσεις στον ιμπεριαλισμό( ο τελευταίος δένει τα πάντα μαζί , λέει ο Μάο) μια γυμνή ιστορικίστική θέση για την ΕΣΣΔ . Αλλά Ιστορία με την έννοια του Μάρξ, με την τηκτική της λειτουργία, έχει εξαφανιστεί. Εξ ου και αυτός ο νέος οπτιμισμός, που αποκαλείται εμπιστοσύνη: ‘’ εμπιστοσύνη στις μάζες’’. Έτσι ‘’ οι μάζες τρέφουν ένα ενθουσιασμό για το σοσιαλισμό ‘’. Όχι για την Ιστορία. Ο διαλεκτικός τρόπος από-ιστορικοποιεί. Όπως είπα, ο στόχος είναι να υποδειχθεί μια πολιτική ως γνώση. Η κατηγορία των μαζών είναι ουσιαστική για αυτό. Αλλά ποιο είναι το προτσές της διαλεκτικής; Αυτή η διαλεκτική δεν είναι ανάμεσα στο κόμμα και τις μάζες, που είναι μια τυπική και δομική ταυτότητα. Και ακόμα ‘’ πρέπει να εμπιστευόμαστε τις μάζες’’ και ‘’πρέπει να εμπιστευόμαστε το κόμμα’’. Τίποτα δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς το κόμμα, ακόμα και αν υπάρχουν περιπτώσεις εξεγέρσεων ενάντια στο κόμμα, για παράδειγμα, κατά την διάρκεια της υπόθεσης Πένγκ Ντιχάι. Είναι αλήθεια πως το κόμμα είναι σημαντικό, αλλά αυτό δεν αναγνωρίζει ούτε τον τρόπο ούτε την διαλεκτική. Η τελευταία είναι τέτοια ως διαλεκτικός υλισμός. Η υλιστική διαλεκτική πρέπει να έρχεται αντιμέτωπη με τις μεγάλες καταστάσεις.
Πρέπει να προχωράμε από τον δρόμο των σημαντικών καταστάσεων: τον πόλεμο, τους πολέμους, των οποίων τους νόμους μπορούμε να διατυπώσουμε, που είναι οι νόμοι της πολιτικής μέσα στον πόλεμο και, ακόμα πιο σημαντικό, της πολιτικής μέσα στην κατάσταση του πολέμου. Αυτός είναι ο τρόπος που πρέπει να κατανοούμε τη ακόλουθη φράση ως μια από τις ισχυρότερες θέσεις πάνω στη διαλεκτική: ‘’ O Κόκκινος Στρατός είναι επωμισμένος με τα πολιτικά καθήκοντα της επανάστασης’’.
Καμία κατάσταση δεν μπορεί να διαφύγει από την αρχή της μάζας. Ο διαλεκτικός τρόπος βρίσκει υποστήριξη στην ανθρώπινη ικανότητα, εάν είναι κινητοποιημένη η πολιτική ικανότητα. Με σκοπό να κινητοποιηθεί η πολιτική ικανότητα, η αναγκαία σειρά είναι αυτή των μαζών, του λαού, του κόμματος και των τάξεων.

Αυτό που αυξάνεται

Με τις μάζες πλην ιστορίας( δεν είμαστε ούτε στην διαλεκτική του Μάρξ, στην οποία ιστορία σημαίνει την συγχώνευση με τις τάξεις, ούτε στην διαλεκτική της συνείδησης και της ιστορίας που διαμεσολαβείται από το κόμμα, όπως στον Λένιν) ο ανταγωνισμός παίρνει ένα διαφορετικό νόημα. Στο διαλεκτικό τρόπο είναι η κίνηση αστική τάξη/προλεταριάτο και η υλιστική διαλεκτική που γίνονται η σκέψη του τρόπου και η σκέψη της πολιτικής. Με μια απροσδόκητη συνέπεια: εάν η διαλεκτική έχει σαν άξονα της την θεωρία του περάσματος από την αστική τάξη στο σοσιαλισμό, το κύριο ζήτημα γίνεται αυτό της αύξησης και της μείωσης, ‘’ αυτού που αυξάνεται και αυτού που μειώνεται’’. Οι ‘’μάζες’’ σε όλο αυτό μπορούν να θεωρηθούν σαν μια κατηγορία της υποκειμενικότητας.

Ανταγωνισμός


Στον Μάρξ, για παράδειγμα, ο ανταγωνισμός μπορεί να αποδίδεται μέσα από την εικόνα μιας περιστροφής ή ενός πάνω –κάτω. Στο Λένιν, μετά την δικτατορία του προλεταριάτου, το αστικό κράτος είναι ο κενός και εγκαταλειμμένος τόπος του οποίου οι παλιοί κάτοχοι έχουν συντριφτεί ή έχουν αναχωρήσει. Είναι η φιγούρα της ανάπτυξης που κυριαρχεί στο Μάο, μέχρι του σημείου, ακόμα και αν ο ανταγωνισμός είναι ομοούσιος με την επανάσταση( την οποία υπερασπίζεται και τροφοδοτεί μαζί), αυτή η τελευταία έχει την δική της κατάλληλη διαδικασία, αναπτύσσεται, και αυτή η ανάπτυξη δεν είναι ούτε η κατάληψη ενός κενού τόπου ούτε ένα πάνω-κάτω. Αυτή η αύξηση ενσαρκώνεται στις απελευθερωμένες ζώνες. ..Ο Ανταγωνισμός είναι ,λοιπόν, η κεντρική κατηγορία για την διάκριση των τρόπων από τα μέσα. Εκεί υπάρχει μια θετικότητα στον διαλεκτικό τρόπο, που αναφέρεται στην σημασία του ανταγωνισμού, που δεν μπορεί να κάνει τα πάντα.

Μετασχηματισμός


Η αλήθεια της πράξης, αυτή της διαλεκτικής του υποκειμενικού και του αντικειμενικού, βρίσκεται μέσα στον μετασχηματισμό. Αυτό έχει σημασία περισσότερο, αυτή η διαλεκτική είναι η πράξη του ίδιου του μετασχηματισμού. Υπάρχουν στατικές πρακτικές και διαλεκτικές πρακτικές. Στις διαλεκτικές, το παρελθόν γίνεται μέλλον. Η διαλεκτική καταργεί τον χρόνο. Ομοίως, εάν θεωρήσουμε μια οντότητα στο γίγνεσθαι της , στον τρόπο που μετασχηματίζεται η ίδια, το όνομα της θα είναι μια αντιθετική πολλαπλότητα. Ο διαλεκτικός τρόπος έχει στο κέντρο του ένα διαλεκτικό υλισμό του μετασχηματισμού. Το σημείο του πραγματικού του βρίσκεται στην υποκειμενικότητα. Είναι η φράση του Μάο, μιλώντας στον ανιψιό του : ΄΄Στο τέλος τα πάντα καταλήγουν σε ένα ερώτημα: Ποιόν υπηρετείς; ΄΄

Ο τόπος


Ο τρόπος είναι, μιλώντας στενά, η σχέση μίας πολιτικής με την σκέψη της. Δεν είναι μια διαλεκτική της φύσης, για την οποία είχε μια αγάπη ούτως η άλλως ο Μάο. Ούτε είναι μια διαλεκτική του Κόμματος και της Ιστορίας. Είναι η διαλεκτική που είναι ο τόπος της πολιτικής. Αντίστροφα, η πολιτική γίνεται ο τόπος της διαλεκτικής. Ο υλισμός που υποτάσσεται στην διαλεκτική αποφεύγει κάθε αντικειμενισμό. Αυτό είναι το νόημα που πρέπει να δώσουμε στο θαυμάσιο κέιμενο πάνω στην κύρια πλευρά της αντίθεσης, το οποίο είναι ένα παράδειγμα της υποταγής του υλισμού στην υλιστική διαλεκτική. Ο υλισμός, από μόνος του, δεν είναι ικανός να διακρίνει την δύναμη από την αδυναμία.
Στον διαλεκτικό τρόπο, τα όρια του οποίου βρίσκονται στο 1927 και το 1958, ο πρακτικός τόπος της πολιτικής είναι η δουλειά των μαζών. Ο καθένας ξεκινά από αυτές και επιστρέφει σε αυτές. Αυτό είναι το ουσιαστικό προτσές, πολύ διαφορετικό από αυτήν την πλευρά από την θεωρία της επαναστατικής προετοιμασίας( και για αυτό διαφορετικό από τον Μπολσεβίκικο τρόπο), προσφέρει την ικανότητα να αντισταθούμε στο αντίθετο ρεύμα.

Μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα από τον Bruno Bosteels.


ΣΥΜΒΑΝΤΑ ...Αφιερωμένο στους "εύκολους κατεδαφιστές" της ελληνικής διανόησης

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Σ.ΖΙΖΕΚ , ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ


ΓΙΑΤΙ Ο ΛΑΚΑΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡΙΑΝΟΣ

Το χάσμα που χωρίζει τον Lacan από Heidegger είναι εδώ σαφώς ευδιάκριτο ακριβώς εξ αιτίας της εγγύτητάς τους, δηλ., του γεγονότος ότι, προκειμένου να υποδειχθεί η συμβολική λειτουργία στην ουσία της, ο Lacan χρησιμοποιεί ακόμα τον όρο«Είναι» του Χάιντεγκερ: σε έναν άνθρωπο, οι επιθυμίες χάνουν την πρόσδεσή τους στη βιολογία, είναι ενεργές μόνο στο μέτρο που είναι εγεγγραμμένες μέσα στον ορίζοντα που το Είναι συστήνει από τη γλώσσα ,εντούτοις, για αυτήν την μετάθεση από την άμεση βιολογική πραγματικότητα του σώματος στο συμβολικό χώρο που καταλαμβάνει, πρέπει να ζήσει ένα σημάδι βασανισμού μέσα στο σώμα με το πρόσχημα του ακρωτηριασμού του..


ΥΛΙΣΜΟΣ, Ή Η ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΛΟΥ

Ο Θεός δεν είναι εδώ πλέον η θαυμαστή εξαίρεση που εγγυάται την κανονικότητα του κόσμου, το ανεξήγητο Χ που επιτρέπει σε μας για να εξηγήσει όλα τα άλλα είναι, αντίθετα, ο ίδιος συντριμμένος από το υπερχειλισμένο θαύμα της δημιουργίας του. Με μια προσεκτικότερη ματιά, δεν υπάρχει τίποτα κανονικό στον κόσμο μας - όλα, κάθε μικρό πράγμα δηλαδή είναι μια θαυμαστή εξαίρεση ειδωμένο από μια κατάλληλη προοπτική, κάθε κανονικό πράγμα είναι ένα τερατούργημα.Πέστε, δεν πρέπει να πάρουμε τα άλογα ως κανονικό και μονόκερο ως θαυμαστή εξαίρεση - ακόμη και ένα άλογο, το πιό συνηθισμένο πράγμα στον κόσμο, είναι ένα θαύμα καταστροφής. Αυτός ο βλάσφημος Θεός είναι ο Θεός της σύγχρονης επιστήμης, δεδομένου ότι η σύγχρονη επιστήμη στηρίζεται ακριβώς από μια τέτοια τοποθέτηση να αναρωτηθεί το προφανέστερο.Εν ολίγοις, η σύγχρονη επιστήμη είναι στην πλευρά «του να πιστεύεις στο οτιδήποτε»: είναι ένα από τα μαθήματα της θεωρίας της σχετικότητας και της κβαντικής φυσικής,ότι σύγχρονη επιστήμη υπονομεύει τις στοιχειώδεις φυσικές συνήθειες των περισσότερων απο μας και μας αναγκάζουν να θεωρήσουμε (να δεχτούμε) τα «μη αισθητά» πράγματα; Για να διευκρινίσει αυτό το αίνιγμα, η λογική του Lacan για το μη-Όλον μπορεί να βοηθήσει πάλι.
Ο Chesterton στηρίζεται προφανώς στη «αρσενική» πλευρά της καθολικότητας και της συστατικής εξαίρεσής της: όλα υπακούνε τη φυσική αιτιότητα - με εξαίρεση το Θεό, το κεντρικό μυστήριο. Η λογική της σύγχρονης επιστήμης είναι, αντίθετα, «θηλυκή»: κατ' αρχάς, είναι υλιστική, δεχόμενη το αξίωμα ότι τίποτα δεν δραπετεύειαπο τη φυσική αιτιότητα που μπορεί να μετρηθεί από τη λογική εξήγηση εντούτοις, η άλλη πλευρά αυτού του υλιστικού αξιώματος είναι ότι «δεν είναι όλα λογικά,να υπακούετε τους φυσικούς νόμους»-όχι υπό την έννοια ότι «υπάρχει κάτι παράλογο, κάτι που δραπετεύει της λογικής αιτιότητας,» αλλά υπό την έννοια ότι είναι το «σύνολο» της ίδιας της λογικής αιτιακής τάξης που είναι ασύστατη, «παράλογη», μη-Καθολική. Μόνο αυτό το μη-Όλον εγγυάται το κατάλληλο άνοιγμα της επιστημονικής ομιλίας στις εκπλήξεις, στις έκτακτες ανάγκες «του αδιανόητου»: ποιος, στο 19ο αιώνα, θα μπορούσε να έχει φανταστεί πράγματα όπως η θεωρία της σχετικότητας ή η κβαντική φυσική;

μετάφραση απο το site www.lacan.com

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

ΜΠΑΡΟΚ: Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ


M.Caravaggio, "O Δαβίδ με την κεφαλή του Γολιάθ",Μουσείο Prado Μαδρίτης.

1. Ο πόλεμος Μεταρρύθμισης και Αντιμεταρρύθμισης δεν ήταν δυνατό να μην καταλάβει το χώρο της Τέχνης, να μην υποτάξει τα μέσα της και το γόητρο της στον αιματηρό και λυσσαλέο αγώνα. Η Τέχνη απο τα τέλη του 16ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα χτίζει το μεγαλείο της πάνω στις εκατόμβες των νεκρών, πάνω στους ηττημένους που περιμένουν να επιτελέσουν την αντεκδίκηση με τον Διαφωτισμό, η μόνη Τέχνη που υπάρχει γιατί κυριαρχεί , επιβάλει, καθορίζει όλες τις αξίες της εποχής της με τη δική της αισθητική είναι το Μπαρόκ, είναι η αποθέωση του μεγαλείου του Θεού και της Εκκλησίας σε καθεδρικούς, σε παλάτια , σε πίνακες και σε παρτιτούρες, σε θέατρα και στη γραφή. Μία αποθέωση ενός Θεού που αγγίζει την μεταμόρφωση στο αντίθετο του, στο Κακό, στην υπερβολή ενός κλασσικισμού διεστραμμένα όμορφου, μελαγχολικού, σκοτεινού και εκδικητικού, ενός κλασσικισμού που όσο περισσότερο μεγαλουργεί τόσο περισσότερο κατανοείς πως οι εμπνευστές του ήδη έχουν υποκαταστήσει το Θεό μέσα απο τα έργα τους, ήδη η εκλαμπρότητα της δημιουργίας τους ομιλεί τον Καρτεσιανό ανθρωποκεντρισμό, " Δες τι αφιέρωσα για το Θεό και αποθεώσε εμένα για αυτό"...αυτή είναι η φράση που είναι καρφωμένη στην καρδιά αυτής της αισθητικής, αυτής της ιδεολογίας που ο Καθολικισμός δεν κατάφερε μέσα στην θρησκευτικότητα της να αποκρύψει τα αυτοκρατορικά άθεα χαρακτηριστικά της.

2. Στην Νεοπλατωνική φιλοσοφία, το Κακό είναι ταυτισμένο με την ύλη(Πλωτίνος) αλλά και με την αναγκαία γενεσιουργό διαδικασία των όντων που δεν είναι το Ένα, το Θείο Ον(Πρόκλος). Η ύλη είναι το Κακό , γιατί ακριβώς επειδή είναι γίγνεσθαι επιφέρει διαρκώς μετασχηματισμούς μέσω του Θανάτου. Ο Καθολικισμός μέ το Μπαρόκ προσπαθεί να αντιμετωπίσει αυτή του την Νεοπλατωνική αποδοχή και να χτίσει επίγεια έργα με την αισθητική μίας εξαπάτησης του Θανάτου. Το Μπαρόκ σε κάθε του έκφανση θρηνεί για το μάταιο της ύπαρξης και προσπαθεί να θεμελιώσει ιδέες, θείες απεικονίσεις, εξορκισμούς της ύλης με ύλη, ενσαρκώνει το Καλό που θέλει να αποκηρύξει το Κακό αλλά επιστρέφει σε αυτό. Μια τερατώδης αντίφαση που δημιουργεί αριστουργήματα, που δημιουργεί λαβύρινθους και δαιδαλώδεις διαδρομές απο-κοσμοποίησης. Το Ιησουίτικο "να είσαι στον κόσμο χωρίς να ανήκεις σε αυτόν" είναι χαραγμένο παντού. Η αποθέωση τελικά δεν είναι η αποθέωση του Θεού, έστω εκ των υστέρων, καταλαβαίνεις πως αυτή η τραγικότητα του Μπαρόκ είναι σαν να υπήρξε ως πρόλογος στην θυελλώδη είσοδο της νέας εποχής των αστών στο προσκήνιο.

3. Κοιτάξτε την αγριότητα του ρεαλισμού του Καραβάτζο, ο Θεός είναι το Συμβάν, το συμβάν του φόνου του Γολιάθ(παραπάνω πίνακας) , το συμβάν της ανάστασης του Λαζάρου, το συμβάν , του καλέσματος του Ματθαίου προς το Χριστό. Ο μεγάλος Ιταλός ζωγράφος δημιουργεί έργα που ο Θεός υπαρχει μόνο ως συμβαντική παρέμβαση, τα πρόσωπα, η βία, το αιφνίδιο στην ζωγραφική του, δεν παρουσιάζουν την ουράνια λάμψη, την καθαρότητα των αγγέλων, την φωτεινότητα του Θείου πνεύματος. Το Μπαρόκ εδώ απεικονίζει το Θείο ως δαιμονιακό, ως Κακό που συμβαντικά καταλαμβάνει το αισθητικο πεδίο των πιστών του.
Ας ακούσουμε τη μουσική του Μπαρόκ, το La Folia του Corelli, τον Μπαχ και τον Βιβάλντι, την επιθανάτια έκκληση του Ναπολιτάνου συνθέτη Pergolesi στο Stabat Mater ("Θρηνούσα Μητέρα"), την μουσική του Χαίντελ...σε κάθε βήμα υπάρχει ο θρήνος , η υπενθύμιση της ανικανότητας του Θεού να προσφέρει την σωτηρία στο μελλοθάνατο υποκείμενο. Ο αντι-ανθρωπισμός του Μπαρόκ επί της ουσίας είναι ένας κλασσικισμός αντιΘειστικός, μία Χριστιανική αποτυχία να αποδειχθεί η μετά θάνατον ζωή.
Στην αρχιτεκτονική του Μπαρόκ αυτή η διάσταση αγγίζει ένα απόκοσμο μεγαλείο. Οι ναοί της Παπικής δύναμης, τα παλάτια της αριστοκρατίας, σχεδιάζονται απο μία τάξη που πιστεύει πως θα ζήσει για πάντα, που εξυμνεί τον εαυτό της και τη δύναμη της με ένα απεριόριστο υπαρξιακό φόβο. Οι ογκώδεις παρουσίες, οι υπεράνθρωπες διαστάσεις, η αποθέωση της πολυτέλειας, ο ίσκιος του μαύρου και του θλιβερού, έργα που χτίζουν ηγεμόνες που θεωρούν πιο πάνω απο κάθε Θεό το δικό τους πέρασμα απο την ζωή. Η Ιησουίτικη ηθική δεν καταφέρνει να συγκρατήσει τις μηδενιστικές και Καισαρικές παράλληλα τάσεις της Καθολικής ελίτ.

Η τέχνη του Μπαρόκ είναι το Κακό που ξεδιπλώνεται σε όλα τα πεδία της φαινομενικότητας. Η ψυχή και το σώμα χωρίζονται βίαια για να αναζητηθεί η βέβηλη ενότητα τους μέσα στους πίνακες, στους θόλους και στις βασιλικές των ναών. Ο ουρανός και η κόλαση μιας ιστορικής παρακμής που έζησε περισσότερο από όσο περίμενε ο οποιοσδήποτε.

4. Η βούληση του Κυρίου είναι αντιθετική με την αναμονή της σωτηρίας απο τον άνθρωπο γιατί ο άνθρωπος που μαθαίνει πως ο Θεός του είναι ο απόλυτος δράστης , φθονεί και επιθυμεί αυτή την δύναμη. Από τη στιγμή που η Εκκλησία αποδέχτηκε πως οι ηγεμόνες και οι Βασιλείς είναι -όπως και ο Πάπας-οι επι της γης εκπρόσωποι της Θείας δύναμης, εξανθρώπισε πλήρως την έννοια της Θείας Βούλησης. Αυτή τη πνευματική παράδοση του Καθολικισμού προχώρησε ο Προτεσταντισμός ακραία στο χώρο της οικονομικής σφαίρας και της πνευματικής αυτονόμησης του Πιστού, αυτή η παράδοση ωθούσε τους ίδιους τους υπερασπιστές του Καθολικού δόγματος να αποτελούν την ενσάρκωση μίας δυνατότητας ... ο άνθρωπος να μοιάσει στον Θεό. Αυτή τη ματαιόητητα που είναι παράλληλα και μια πρώτη ένδειξη ενός υπερανθρωπισμού, απέδωσαν οι δημιουργοί του Μπαρόκ.

5. Η θεατρικότητα του Μπαρόκ είναι η δύναμη του. Αποσύρεται στην δική του σκηνή, ο κόσμος είναι ο κόσμος του, ο κόσμος των υπεράνθρωπων υλικών, όντων και ιδεών, εκεί η συνύπαρξη αυτών φτιάχνει ένα έργο , μία σκηνή για την ματαιότητα του ήδη-κόσμου αλλά και μία ευλογία της εγκατάλειψης στο ανύπαρκτο Θείο. Η υποκριτική είναι νόμος εδώ. Όλοι ξέρουν ότι πρέπει να πείσουν το Θεό ότι είνα μαριονέτες του στην τάξη που δημιουργεί και όλοι το κάνουν γιατί ξέρουν πως δεν υπάρχει κανένας Θεός για να τους χρησιμοποιήσει. Η κραυγή της θεατρικότητας του Μπαρόκ είναι μία κραυγή για την συνείδηση της ανυπαρξίας του ανθρώπου ως υποτελή. Είναι η συνείδηση πως αυτή την συνείδηση της ανύπαρκτης Θεικότητας μπορουν και οι φτωχοί, οι αγρότες, οι μορφωμένοι αστοί των πόλεων να την αποκτήσουν...δεν υπάρχει Θεός "άρα εμείς οι ηγεμόνες δεν δικαιολογούμε την ελέω Θεού μοναρχία μας, άρα ποιός υποτελής πρέπει και γιατί να συναινεί στο μεγαλείο μας;" Η αγριότητα μίας ταξικής ιδεολογικής διαστροφής που πάντα επιστρέφει εκδικητικά στις κατώτερες τάξεις, και παντα συσσωρεύεται ακόμα πιο γρήγορα. Το Μπαρόκ καθρέφτιζε μία αυτο-ικανοποίηση για την απώλεια του Πατρός, που ιστορικά δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο. Οι νέες τάξεις ετοίμαζαν τον δικό τους Οιδίποδα.

6. O ακτινοβόλος κόσμος του Μπαρόκ δελέασε για αυτό την Μπορχική γραφή, τον Ντελέζ και τις πτυχώσεις της σκέψης του, γιατί αποδίδει μια ιερότητα στην μονάδα, την ώρα που την δένει με μια πολλαπλότητα υποστάσεων, είναι ένας λαβύρινθός του λαβύρινθου χωρίς μίτο της Αριάδνης , χωρίς Θεό και χωρίς Άνθρωπο, συμβολικοποιεί στην σκέψη το θάνατο και την παρακμή ως μία απεριόριστη δύναμη και ως ένα και μοναδικό πεπρωμένο, ως τον μόνο αυτοκράτορα στο χώρο και το χρόνο. Χωρίς αμφιβολία η φρικιαστική ειρωνεία του αποτέλεσε για την σκέψη και την φιλοσοφία αντικείμενο έρευνας αλλά και σύμβουλο της. Ας φανταστούμε πόσες συνωμοσίες και δολοφονίες, βεντέτες και τυρρανοκτονίες συζητήθηκαν και οργανώθηκαν μέσα στα υπέρλαμπρα Μπαρόκ ανάκτορα των Βερσαλλιών, στους υποβλητικούς ναούς της Σικελίας την εποχή των μεγάλων εξεγέρσεων, πόσο θάνατο χρειάστηκε η Τέχνη για να εκφράσει λίγη αφοσίωση για ένα Θεό που επιβάλει την ματαιότητα στον άνθρωπο που αναζητά την αιωνιότητα. Ανάμεσα στην ματαιότητα και την αιωνιότητα, μία Τέχνη που απέδωσε την Βούληση για Δύναμη ως Βούληση για Υποκριτική.

σ.