τροχιές

Με την πράξη να ανακαλύπτουμε αλήθειες και πάλι με την πράξη να τις ελέγχουμε και να τις αναπτύσσουμε.../Πράξη, γνώση και ύστερα πάλι πράξη˙ η μορφή αυτή της κυκλικής επανάληψης είναι ατελεύτητη.

Μάο ΤσεΤουνγκ


Το συμβάν δεν είναι ο Άλλος του Λόγου αλλά ο 'Αλλος της φιλοσοφίας, όπως ορίζεται σύμφωνα με την πλατύτερη έννοια της πολύπλοκης δομής του, αντί να ορίζεται μόνο με όρους ''παρουσίας".

Francois Laruelle




Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

ΑΠΟ-ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ (ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΜΗ-ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ή για ένα Μη-Φιλοσοφικό πεζογράφημα Θεατρικών διαλόγων)


ΠΕΤΡΑ,ΙΟΡΔΑΝΙΑ

Έξω και ενάντια στα κυκλώματα του Θεάματος, των ματαιόδοξων χειρονομιών ΄΄τέχνης΄΄, πρέπει να προσπαθήσουμε στο άνοιγμα ενός χώρου διακίνησης ιδεών και έργων, που ανυπόγραφα και μέσω συλλογικών υπογραφών θα προσφέρονται ηλεκτρονικά. Κάθε θεατρική ομάδα και συγγραφέας, κάθε εγχείρημα που ενδιαφέρετε αποκλειστικά για την παραγωγή της δημιουργίας σε μαζική κλίμακα μπορεί να χρησιμοποιεί τα έργα που θα δημοσιεύονται εδώ.
Τα ΄΄πνευματικά δικαιώματα΄΄ μας τα μοιραζόμαστε με όλους εκτός εκδοτικών επιχειρηματικών ομίλων και Θεάτρων-επιχειρήσεων.



ΑΠΟ-ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ


ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ: ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΟΡΤΟΥΡO ( Ιταλός Ιησουίτης)
ΛΟΥΣΙΟ ΧΕΡΜΕΣ ( Ισπανός Αιρετικός)
ΡΕΖΑ ΑΧΡ-ΜΑΝ (Πέρσης νομάς-πολεμιστής)
ΗΡΑΚΛΗΣ ΕΚΑΤΑΙΟΣ ( Έλληνας Αιγυπτιώτης περιηγητής)


ΧΡΟΝΟΣ: 1640

ΤΟΠΟΙ: ΑΙΓΥΠΤΟΣ, ΙΟΡΔΑΝΙΑ,ΠΕΡΣΙΑ,ΙΤΑΛΙΑ,ΙΣΠΑΝΙΑ,ΤΣΕΧΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΡΓΟΥ: Θεατρικοί μονόλογοι και διάλογοι, ιστορικές αφηγήσεις, συνδυασμοί αρχαιολογίας και γεωλογίας, χρήση αποσπασμάτων Φιλοσοφίας-Θεολογίας της εποχής(Χριστιανισμός, Μανιχαισμός, Αιρέσεις, Επιστήμες).
Ένα έργο τρόμου και πολιτικής, θρησκείας και αθείας, επιστήμης και οραματισμού..ουτοπία-δυστοπία-ιστορία.

Στην Ευρώπη του Τριαντακονταετούς πολέμου και στην Μέση Ανατολή των αυτοκρατοριών. Η ζωή των λαών μέσα στην καταστροφή,η αναζήτηση της γνώσης και η λατρεία των Εξουσιών. Η τρομαχτική συνάντηση τεσσάρων κόσμων στον ομφαλό του από-κοσμου, στην πολιτεία της προιστορίας... Το βύθισμα στην ύλη,το πολιτικό Κακό,ο πνευματικός πόλεμος και τα τέρατα του. Η γραφή μίας απο-κοσμογονίας που όλοι φοβόμαστε και όλοι περιμένουμε

ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010

GEORG TRAKL ,ΓΚΡΟΝΤΕΚ


Το βράδυ τα δάση τού φθινοπώρου αντηχούν
από θανάσιμα όπλα. Πάνω από τις χρυσές πεδιάδες
και τις λίμνες του γαλάζιου, ο ήλιος
κυλάει πιο σκοτεινός. Η νύχτα αγκαλιάζει
τους πολεμιστές που πεθαίνουν και τον άγριο θρήνο
των τεμαχισμένων στομάτων τους.

Κι όμως, σιωπηλά πάνω απ’ την ιτιά
μαζεύονται κόκκινα σύννεφα που κατοικούνται από έναν θυμωμένο θεό,
το χυμένο αίμα και την ψύχρα του φεγγαριού.
Όλοι οι δρόμοι καταλήγουν στη μαύρη αποσύνθεση.
Κάτω απ’ τα χρυσά κλαδιά της νύχτας και των αστεριών
λικνίζεται μέσα στο ακίνητο άλσος η σκιά μιας αδελφής
για να χαιρετήσει τα πνεύματα των ηρώων, τα ματωμένα κεφάλια.
Και απαλά ηχούν στα καλάμια τα σκοτεινά φλάουτα του φθινοπώρου.
Ω υπερήφανο πένθος! Κι εσείς, ορειχάλκινοι βωμοί
η καυτή φλόγα τών πνευμάτων ταΐζεται τώρα από έναν τρομερό πόνο:
τα αγέννητα εγγόνια.

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Η ΣΚΟΤΕΙΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Θέατρο και Κόσμος




1. Το Θέατρο είναι η υπερ-μεταφορά ακριβώς γιατί φέρει μέσα απο το σκοτάδι κάτι άλλο, ή μάλλον το Άλλο το ίδιο. Η απόδοση του Άλλου είναι το ίδιο το Θεατρικό συμβάν που συντελείται ως ένας Κόσμος-Άλλος, μια εμφάνιση που σε μια ορισμένη στιγμή θα χαθεί και θα επιστρέψει μέσα στο μηδέν της. Στο Θέατρο καταλαβαίνουμε όλοι ότι αυτό που χάνεται παρόλα αυτά αφήνει πίσω του την αρχαιολογία του, μνημεία και ίχνη που ανα πάσα στιγμή μπορούν να τελετουργηθούν σε μια σκηνή, και να καλέσουν τον Άλλο ξανά στην παρουσία,στο χώρο του ορατού. Αυτή είναι και η αξία των Θεατρικών έργων, των κειμένων, της Θεατρικής γραφής. Γίνονται εγχειρίδια μιας απόκοσμης πράξης που μέσα στην Θεατρική παράσταση μετατρέπεται σε μια ενδόκοσμη προς-το παρόν παρουσία.
Το Θέατρο είναι το όργανο του Άλλου Κόσμου και όχι του ήδη-Κόσμου και για αυτό η πρακτική του είναι εκ φύσεως Μανιχαική, διχαστική, χασματική.

2. Απο αυτή την άποψη, η σχέση σκότους και φωτός μέσα στην Θεατρική πράξη υπήρξε πάντα μια αλληγορία αυτής της πάλης ανάμεσα στον Κόσμο που φιλοξενεί το Θεατρικό συμβάν και στον Κόσμο που καλεί το Θεατρικό συμβάν να παρουσιαστεί, να υπάρξει επι της σκηνής. Το Θέατρο είναι μία κατάβαση, μια ανασκαφή, ένα βύθισμα, δεν υπάρχει ορατότητα στην ουσία του αλλά σκοτεινότητα. Το σκοτάδι πάνω στη σκηνή είναι ο τόπος της αναγγελίας, η έκκληση και η πράξη του Άλλου δεν έχουν ανάγκη το φώς του ήδη-κόσμου. Επιτρέπωντας την κυριαρχία της σκοτεινότητας πάνω στη σκηνή δεν σημαίνει ότι εξορίζουμε το φως. Το φως παίρνει άλλη χρήση, είναι το φως που έρχεται να αναδείξει πλευρές και φιγούρες, είναι το φως σαν αιφνίδια εμφάνιση, είναι το φως που απλά περιγράφει την σωματικότητα επι της σκηνής ώστε να αναδεικνύεται η κίνηση.
Να γιατί το να δίνεις την κυριαρχία επι της σκηνής στη σκοτεινότητα αποδίδεις στο φως ένα καθοριστικό ρόλο στην Θεατρική παράσταση.

3. Η σκοτεινότητα δεν είναι ακόμα τυφλότητα, στη σκηνή βλέπουμε αλλά κατανοούμε ότι πρέπει να δούμε αλλιώς, πρέπει να αποκαταστήσουμε την σχέση πνεύματος και όρασης ώστε να συλλάβουμε την ιδιαιτερότητα του αλλόκοσμου θεατρικού έργου. Η σκοτεινότητα στη σκηνή υπενθυμίζει την δύναμη της μετάβασης απο την κεκτημένη γνώση προς το άγνωστο, το άσκεφτο, το άγραφο, το άτοπο Άλλο.
Το ότι αυτή η σκοτεινότητα είναι ταυτισμένη με την τραγική στιγμή μέσα σε ένα έργο αυτό είναι κάτι παραπάνω απο αυτονόητο. Όταν δεν γίνεται καλλιτεχνικό-ρομαντικό κλισέ μίας αντίληψης που εξισώνει την θλίψη και τον πόνο με το μαύρο, τότε μπορεί να εκφράζει μια αλήθεια..ότι το τραγικό σχετίζεται με το ''μεταβαίνειν σε -κάτι άγνωστο'', με το πέρασμα σε ένα Άλλο-Κόσμο που ήδη ξεδιπλώνεται πάνω στη Θεατρική σκηνή. Ο φόβος της Φαινομενολογίας για το Πραγματικό διαλύεται μέσα στο Θέατρο απο το ίδιο το Θέατρο.

ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Διάλογος Ερειπίων(θεατρικό έργο-μία πράξη)



Έξω και ενάντια στα κυκλώματα του Θεάματος, των ματαιόδοξων χειρονομιών ΄΄τέχνης΄΄, πρέπει να προσπαθήσουμε στο άνοιγμα ενός χώρου διακίνησης ιδεών και έργων, που ανυπόγραφα και μέσω συλλογικών υπογραφών θα προσφέρονται ηλεκτρονικά. Κάθε θεατρική ομάδα και συγγραφέας, κάθε εγχείρημα που ενδιαφέρετε αποκλειστικά για την παραγωγή της δημιουργίας σε μαζική κλίμακα μπορεί να χρησιμοποιεί τα έργα που θα δημοσιεύονται εδώ.
Τα ΄΄πνευματικά δικαιώματα΄΄ μας τα μοιραζόμαστε με όλους εκτός εκδοτικών επιχειρηματικών ομίλων και Θεάτρων-επιχειρήσεων.


ΠΡΟΣΩΠΑ: ΑΝΔΡΑΣ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΑΓΝΩΣΤΟΣ

Γ: ''Ποιός είναι, τον ξέρεις;
Α: Το όνομα του όχι , ήμασταν μαζί πριν λίγο, πριν ένα λεπτό κιόλας.
Γ: Τότε ποιός είναι;
Α: Τον ξέρω από πάντα όπως είναι τώρα. Καμία αλλαγή στο σώμα, στο πρόσωπο, στην ηλικία, δεν μου συστήθηκε ποτέ με κάποιο όνομα.
Γ: Μα τι λέτε μεταξύ σας τόσα χρόνια; Κοίτα τον είναι συνέχεια βουβός-ακίνητος, περίεργο ον, τι κοινό έχεται;
Α:Δεν μιλά, δεν κινείται, δεν γράφει, είναι αλήθεια. Δεν επικοινωνούμε μέσω αυτών.
Γ: Καλά είσαι τρελός;
Α: Δεν ξέρω αν γνωρίζει αυτός την λέξη αυτή εγώ πάντως δεν την ξέρω.
Γ: Για μένα τι λέτε;
Α: Α, δεν μιλάμε , με ακούει, νιώθει απλά το τι νιώθω για σένα, το καταλαβαίνω απο τα νεύματα του.
Γ: Με θέλει και αυτός;Μάθε σε παρακαλώ
Α: Τώρα δεν γίνεται να μάθω..μετράει..
Γ: Μετράει; τι μετράει, εμάς τους δυο ή εμένα και εσένα χώρια;
Α:Μετράει τα ερείπια γύρω του. Του χρειάζονται, είναι υλικά για αυτόν.
Γ: Ερείπια; Δεν βλέπω τίποτα, μόνο εμείς και αυτός υπάρχουμε εδώ.
Α: Tι νομίζεις ότι ψάχνει να μετρήσει, μουχλιασμένα ρούχα, διαλυμένα έπιπλα και γκρεμισμένα δωμάτια; Δεν μετράει αυτά.
Γ: Δεν αντέχω άλλο θα πάω να του μιλήσω, να τον προκαλέσω να κινηθεί-να μιλήσει, να πάρω μια απάντηση.

Άγνωστος: (γελάει μόνο δυνατα΄-πολύ δυνατά για μισό λεπτό)

Γ: (τον πλησιάζει στο ένα βήμα). Ήρθα να σε βοηθήσω, απο που να ξεκινήσω και εγώ το μέτρημα;
Άγνωστος:( ακόμα πιο δυνατά τρομαχτικά γέλια για μισό λεπτό).
Γ: Πες μια λέξη παλιόγερε!
Άγνωστος:(συλλαβίζει δυνατά) Ι-ε-ρε-μί-ας
Α: Πάμε να φύγουμε αγάπη μου απο δω!
Γ: Τι σημαίνει Ιερεμίας, έτσι σε λένε ή λές εμένα ή αυτόν που είναι σύντροφος μου;
Α: Ποιά είσαι;
Γ: Που είσαι δεν σε βλέπω.
Α: Που είμαστε;
Γ: (μετράει ) ένα-δύο , ένα-δύο, ένα-δύο...Δεν βρίσκω άλλα ερείπια εδώ.
Α: Έφυγε, εξαφανίστηκε( πίσω ακούγεται η φωνή της Γυναίκας να μετράει ΄΄ένα-δύο, ένα-δύο΄΄)Που είσαι; Που είσαι;(παύση μισό λεπτό, στη σκηνή μένει μόνο ο Άνδρας και μετράει) Ένα, Ένα,Ένα,Ένα...''


ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

ΓΙΑΤΙ; (θεατρικό έργο-μία πράξη)


Έξω και ενάντια στα κυκλώματα του Θεάματος, των ματαιόδοξων χειρονομιών ΄΄τέχνης΄΄, πρέπει να προσπαθήσουμε στο άνοιγμα ενός χώρου διακίνησης ιδεών και έργων, που ανυπόγραφα και μέσω συλλογικών υπογραφών θα προσφέρονται ηλεκτρονικά. Κάθε θεατρική ομάδα και συγγραφέας, κάθε εγχείρημα που ενδιαφέρετε αποκλειστικά για την παραγωγή της δημιουργίας σε μαζική κλίμακα μπορεί να χρησιμοποιεί τα έργα που θα δημοσιεύονται εδώ.
Τα ΄΄πνευματικά δικαιώματα΄΄ μας τα μοιραζόμαστε με όλους εκτός εκδοτικών επιχειρηματικών ομίλων και Θεάτρων-επιχειρήσεων.



ΠΡΟΣΩΠΑ: ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΣ , ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ

(απόλυτο σκοτάδι στη σκηνή, ημίφως πάνω στα σώματα των 2).

Εκτελεστής
: ''Δεν υπήρχε άλλη γνώση μέσα μου, κοίταζα τους άλλους σαν σκιές, δεν κατάλαβα ποτέ ύπαρξη ανθρωπότητας. Ότι έβλεπα το θεωρούσα νεκρό εν δυνάμει, η μόνη απόδειξη ύπαρξης ήμουν εγώ. Μα θέλω να είμαι ειλικρινής, ήλπιζα, ακούγεται ηλίθιο να λέω ήλπιζα ένας σαν και του λόγου μου, πως οι νυχτερινές παρουσίες των άλλων θα φωτίζονταν σαν με πλησίαζαν, σε μια απόσταση που χρειάζονται δυο φίλοι για να χαιρετηθούν έστω τυπικά. Τι είπες; Όχι, όχι ! κανείς δεν με πλησίασε ποτέ τόσο πολύ.

Τότε άρχισα να προετοιμάζομαι για την τύφλωση.Σκέφτηκα πως ο κύριος εχθρός μου ήταν η αναπαράσταση του κόσμου,αυτός ο κόσμος που για μένα ποτέ δεν είχε σάρκα και αίμα, δεν είχα υποταχτεί ποτέ στη βία του,σε μια αληθινη πάλη μαζί του έκανα χειραψίες μόνο με ενσαρκώσεις φαινομένων..
Πεθύμησα φίλε μου το τέλος της ορατότητας, την τύφλωση, δηλαδή σκοτάδι, απεριόριστο μηδέ..τι τόπος και αυτός,δεν έχει χρώματα αλλά νιώθεις πως μπορείς να του δώσεις όλα τα χρώματα,δεν υπάρχει βλάστηση αλλά νιώθεις πως βρίσκεσαι στον αρχαιότερο Δρυμό..κανένας άνθρωπος και κανένα ομοίωμα του.
Στην τυφλότητα σκέφτεσαι αναγκαστικά την επανεφεύρεση των πάντων και αυτό αξίζει όσο τίποτα σε αυτό το κόσμο. Μια σκακιέρα με εξαφανισμένα τετράγωνα, με εξαφανισμένα πιόνια, χωρίς παρατηρητές και κινήσεις και όμως σκακιέρα γιατί βαδίζουν πάνω της σε πολεμικό ρυθμό η παρουσία και η απουσία.

Συγγνώμη, ξεχάστηκα. Να σου πω πριν προχωρήσω στην προσχεδιασμένη μου ενέργεια δυο λόγους. Είσαο ο τελευταίο εισβολέας στην επικράτεια της τύφλωσης , ο τελευταίος άνθρωπος πριν απο μένα , είσαι ο τελευταίος γόνος της αναπαράστασης. Είσαι το Δύο, μου θυμίζεις ότι δεν ανήκω στο μηδέν , μου θυμίζεις έχω και γω σώμα και υπάρχω.

Αιχμάλωτος: Είμαστε μαζί σε ένα τόπο υπό το μηδέν, μετα βίας διακρίνω τα όρια του χώρου, αν υπάρχει γύρω μου κάτι αυτο είσαι εσύ και εγώ. Μην γελιέσαι δεν είμαστε η ανθρωπότητα, δεν είμαστε οι τελευταίοι , είμαστε οι τιποτένιοι, μια άλλη τάξη του Όντος, μια άλλη εκδοχή της ζωής.

Για αυτό σου λέω , το να με εξοντώσεις δεν είναι δράση, δεν είναι πόλεμος ενάντια στην τυραννία της αναπαράστασης, γιατί και αν υποθέσουμε πως άψυχο με αφήσεις, εσύ θα παραμείνεις η υπενθύμιση της αδυνατότητας.Μόνος σου θα είσαι και μόνος θα παράγεις ζωή, μόνος θα σωπαίνεις και μόνος θα μιλάς, μόνος θα ουρλιάζεις και μόνος θα στέκεσαι, μόνος θα πονάς και μόνος θα χαίρεσαι. Το πραγματικό τίποτα, μπορεί να το έχεις μόνο μέσα απο μένα , που είμαι η αντανάκλαση σου και σε φέρνω κοντά στο μηδέν, γιατί είμαι η τελευταία μονάδα μετα απο σένα. Ακόμα και το δίλημμα σου ''να σκοτώσω ή να μην σκοτώσω'' το έχεις γιατί υπάρχω εγώ ως πιθανότητα εξαφάνισης.

Εκτελεστής
: Δολοφονία ή αυτοκτονία; έξυπνη κίνηση για να με αποπροσνατολίσεις. Κρατάω όμως το όπλο, για αυτό ο χρόνος και ο λόγος σου είναι ήδη τελειωμένα. Αυτό που ακυρώνει κάθε σου λέξη και αίσθημα είναι η συνείδηση ότι μπορώ να προσφέρω την αφαίρεση μέσα σε ένα δευτερόλεπτο.

Μπορώ ομως να σκεφτώ το μηδέν χωρίς να το πράξω, χωρίς να το σκεφτώ σαν ηθική, σαν ανθρωπότητα; Μπορώ να αγκαλιάσω το νεό κόσμο με εσένα ακόμα εδώ, ένα απολίθωμα τόσων χιλιετηρίδων;
Δούλεψα σκληρά για να μείνουμε τελικά οι δυο μας, πρόσωπο με πρόσωπο. Εγώ και Εσύ. Τι πίστευες όμως, θα σε περίμενα τόσους αιώνες απλά για να μιλήσουμε για ηθική;

Μέχρι να φτάσω σε εσένα πέρασα πάνω εκατομμύρια ποιητές, ζωγράφους, συνθέτες, αφέντες και υπήκοους αλλά πάντα υπάρχεις εσύ, καταραμένη ανάμνηση του είδους.
Γιατί; Γιατί να μην εκμεταλευτώ το ότι σε συνάντησα τελικά μόνο; Ποιός θα με σταματήσει απο το να προχωρήσω πέρα απο σένα; Ποιός θα ξαναυπάρξει για να σε υπερασπιστεί;
Τρέμεις, γιατί καλά κατάλαβες πως δεν θα υπάρξει κανείς! Κατήργησα κάθε πιθανότητα απο μηχανής θεού , μείναμε οι δυο μας, εγώ με σένα, εγώ πρέπει να απομείνω εδώ , να ταυτιστεί ο τόπος μόνο με την δική μου παρουσία.

Αιχμάλωτος: Να ζητήσω μια τελευταία επιθυμία;
Εκτελεστής:Όχι την έχεις ζητήσει ήδη(ακούγεται εκπυρσοκρότηση, άμεσα φωταγωγείται η σκηνή).
Ανάθεμα, μου πήρε την τύφλωση, δως μου πίσω την τύφλωση,δεν ήσουν ο τελευταίος εσύ αλλά εγώ, έγινα ομοίωμα σου, γιατί δεν με 'αφησες στην τύφλωση; Γιατί;''


ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Για τον Τζορντάνο Μπρούνο



σαν σήμερα 17 Φεβρουαρίου 1600, θανατώθηκε μέσα στη πυρά της Ιεράς Εξέτασης...

Ι.

Το κέντρο εκτόξευσες στο άπειρο , μέσα στις μουχλιασμένες στιγμές των κελιών, μέσα στις ατέλειωτες αστραπές των σκέψεων, το κέντρο δεν είναι ο άνθρωπος , το κέντρο είναι η ύλη, είναι το σύμπαν μας είπες και σε διαμέλισαν οι γλώσσες της φωτιάς των Ιερατείων και σε εξαφάνισαν για αιώνες τα τέρατα της επιφάνειας του κόσμου, τώρα στέκεσαι βλοσυρός και θλιμένος για τον αγώνα που δεν δώσαμε ακόμα.

Το κέντρο εκτόξευσες και απείλησες τον Θεό τους, απείλησες την Γή τους, απείλησες τον Φιλόσοφο τους, τράβηξες πρώτος την μάχαιρα της αλήθειας και έγινες τρόμος , ουρανός που κάλυψες τον μικρό θόλο του πλανήτη.

Το κέντρο εκτόξευσες και τώρα πια κοιτάζουμε το σύμπαν τις νύχτες και δεν το φοβόμαστε , κοιτάζουμε τις διαδρομές και τις τροχιές και σκεφτόμαστε πως θα ήταν να ιδρύαμε και εκεί πολιτείες, το κέντρο εκτόξευσες και βρήκαμε φως στο σκοτάδι,σαστισμένοι απο τους άπειρους και αόρατους κόσμους σου.

Σύντροφε Μπρούνο δεν σε ξεχνάμε

ΙΙ

Το βράδυ άργα, στο παιδί που θα περάσει απο το σκοτεινό σημείο που στέκεσαι απειλητικός , θα του μιλήσουμε εμείς για την ιστορία σου, η ύλη δεν θα πάψει ποτέ..την σημασία αυτή θα του πούμε ότι την είπες κόσμο, ένα κόσμο και κόσμο άπειρο.Το Βράδυ αργά στο παιδί που θα περάσει απο το σκοτεινό σημείο που στέκεσαι απειλητικός θα του πούμε εμείς ότι κοιτάζεις τους εχθρούς μας, και μας καλείς να συνεχίσουμε τον πόλεμο στα Ιερατεία του δικού μας αιώνα.

Σύντροφε Μπρούνο το δέντρο της γνώσης μετράει πάνω του τα κλαδιά του απείρου, το φως της φωτιάς είναι ο ανθός τους.

σ.

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

Κάποτε όταν θα ‘χουμε καιρό,M.Mπρέχτ


Κάποτε όταν θα ‘χουμε καιρό
θα σκεφτούμε πάνω στις ιδέες όλων των μεγάλων στοχαστών
θα θαυμάσουμε τους πίνακες όλων των μεγάλων ζωγράφων
θα γελάσουμε μ’ όλους τους χωρατατζήδες
θα κορτάρουμε όλες τις γυναίκες
θα διδάξουμε όλους τους ανθρώπους.

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

Έγκατα




Εκεί που δεν έχει ονομασία παρα η φωτιά και το βουητό της απειράριθμης γέννας, εκεί που δεν είναι τόπος γιατι δεν έχει σταθερά και το έδαφος αλλάζει για να γίνει πλάσμα, εκεί φτάσε και πάλεψε να κατοικήσεις.

Εκεί που η όραση δεν υπάρχει γιατί οι διαστάσεις είναι ζωντανή ύλη και ο λόγος είναι μια ανοησία μπροστά στο αργόσυρτο ετοίμασμα της δημιουργίας, εκεί στάσου και γίνε με τα έγκατα ένα.

Εκεί που δεν υπάρχει πνεύμα κανένα και καμία διέξοδος σκέψης, εκεί που το κέντρο και τα άλλα σημεία είναι χωνεμένα απο την καύση, εκεί που ο κόσμος είναι κλεισμένος ως να ξεσπάσει, εκεί μείνε.

Εκεί που πας και εκεί που φτάνεις δεν είσαι ζώο ούτε Θεός δεν είσαι εσύ η αρχή Παντός. Εκεί μείνε εκεί αφήσου, εκεί βαφτίσου και γύρνα πίσω.


Balthasar Walther

Kάθοδος


Έγινα ρίψη, βολή και διέλυσα το χώρο και κατέβηκα, έγινα πτώση,
τώρα το στόμα είναι γεμάτο χώμα και ρίζες και πετρώματα που αρνήθηκαν ηλικία.

Έγινα ρίψη και απέρριψα τον ουράνιο θόλο, μπηγμένος βαθιά πάσαλος της βίας, το σώμα του Κεραυνού δεν πέφτει τυχαία στην κεφαλή μας, και τώρα πλησιάζω στις λίμνες της νεκρικής ιδέας σου, χωρίς πομπή, μόνος ως πέτρα που θα ριφθεί στο ματωμένο ποτάμι ..

Έγινα πτώση και τραντάχτηκα μπροστά στον ομφαλό του ονείρου και σύρθηκα απο τα άλογα της Ατλαντίδας μπροστά στο μονοπάτι του θριάμβου, κύκλοι πύρινοι έμειναν τα μάτια μου, είδα την είσοδο είδα την κοίτη.

Έγινα πτώση και ούρλιαξαν όλοι οι νόμοι της φύσης μέχρι τα έσχατα και διωγμοί ξεκίνησαν στις καθρεφτένιες χώρες για να μάθουν την αιτία του φαινομένου μου..

Κατεβαίνω και τα σκαλιά είναι μουσκεμένα απο τους θρήνους όσων κατέβηκαν πριν απο μένα, μα εγώ δεν πηγαίνω κατα ΄κει με τα χέρια σταυρωμένα..
Κατεβαίνω δεν παέι να πει πεθαίνω.

Balthasar Walther

Πύλη


Κλαίω την σβησμένη λατρεία, που ψάχνει ο ζητιάνος σαν γουρούνι στα αποκαίδια σου χρόνε, λουσμένος με την τιποτένια δύναμη του ουρανού δεν ακούει παρα μόνο το σατανικό γέλιο του κυπαρισσιού που περπατάει προς το μέρος του.

Κλαίω την τύφλωση που δεν έρχεται και με βασανίζουν ακόμα μέσα στους ναούς των σκιάχτρων επειδή λέει δεν τα κοιτάζω στα μάτια, οι πηγές στερεύουν τη νύχτα απο τις πατημασιές της παγωνιάς, και ο σιδερένιος ποταμός καλύπτει τα κορμιά των αγέννητων.

Κλαίω και οι χρησμοί θα επαληθευτούν, γιατί τους ακούω να καταφτάνουν τους αλλόκοτους στρατούς του χάους,τραγουδώντας μια μελωδία που ακούς μονο δίπλα στα ηφαίστεια..

Αναρωτιέμαι ποιό κόσμο φαίρνουν τώρα

Balthasar Walther

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

ΣΥΜΒΑΝ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ: 4 ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Άγγελος Σικελιανός, Άγραφον

Επροχωρούσαν έξω από τα τείχη
της Σιών ο Ιησούς και οι μαθητές Του,
σαν, λίγο ακόμα πριν να γείρει ο ήλιος,
ζυγώσανε αναπάντεχα στον τόπο
που η πόλη έριχνε χρόνια τα σκουπίδια,
καμένα αρρώστων στρώματα, αποφόρια,
σπασμένα αγγειά, απορρίμματα, ξεσκλίδια…

Κ’ εκεί, στον πιο ψηλό σωρόν απάνω,
πρησμένο, με τα σκέλια γυρισμένα
στον ουρανό, ενός σκύλου το ψοφίμι,
που – ως ξαφνικά ακούοντας, τα κοράκια
που το σκεπάζαν, πάτημα, το αφήκαν –
μια τέτοια οσμήν ανάδωκεν, οπού όλοι
σα μ’ ένα βήμα οι μαθητές, κρατώντας
στη φούχτα τους την πνοή, πισωδρομήσαν…

Μα ο Ιησούς, μονάχος προχωρώντας
προς το σωρό γαλήνια, κοντοστάθη
και το ψοφίμι εκοίταζε· έτσι, πόνας
δεν εκρατήθη μαθητής και Του ‘πεν
από μακρά: «Ραββί, δε νιώθεις τάχα
τη φοβερήν οσμή και στέκεσ’ έτσι;»

Κι Αυτός, χωρίς να στρέψει το κεφάλι
απ’ το σημείο που κοίταζε, αποκρίθη:
«Τη φοβερήν οσμήν, εκείνος πόχει
καθάρια ανάσα, και στη χώρα μέσα
την ανασαίνει, όθ’ ήρθαμε… Μα τώρα
αυτό που βγαίνει απ’ τη φτορά θαμάζω
με την ψυχή μου ολάκερη… Κοιτάχτε
πώς λάμπουνε τα δόντια αυτού του σκύλου
στον ήλιο· ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο,
πέρα απ’ τη σάψη, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι ακόμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κ’ ελπίδα!»

Έτσ’ είπ’ Εκείνος· κ’ είτε νιώσαν ή όχι
τα λόγια τούτα οι μαθητές, αντάμα,
σαν εκινήθη, ακλουθήσαν και πάλι
το σιωπηλό Του δρόμο…

…………………………………….….Και να τώρα,
βέβαια στερνός, το νου μου πώς σ’ εκείνα,
Κύριε, τα λόγια Σου γυρίζω, κι όλος
μια σκέψη στέκομαι μπροστά Σου: Α!… δώσε,
δος και σ’ εμένα, Κύριε, ενώ βαδίζω
ολοένα ως έξω απ’ της Σιών την πόλη,
κι από τη μια της γης στην άλλην άκρη
όλα είναι ρείπια, κι όλα είναι σκουπίδια,
κι όλα είναι πτώματα άθαφτα που πνίγουν
τη θεία πηγή τ’ ανασασμού, ή στη χώρα
είτ’ έξω από τη χώρα· Κύριε, δος μου,
μες στην φριχτήν οσμή όπου διαβαίνω,
για μια στιγμή την άγια Σου γαλήνη,
να σταματήσω ατάραχος στη μέση
απ’ τα ψοφίμια, και ν’ αδράξω κάπου
και στη δική μου τη ματιάν έν’ άσπρο
σημάδι, ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο·
κάτι να λάμψει ξάφνου και βαθιά μου,
έξω απ’ τη σάψη, πέρα από τη σάψη
του κόσμου, ωσάν τα δόντια αυτού του σκύλου,
που, ω Κύριε, βλέποντάς τα εκειό το δείλι,
τα ‘χες θαμάσει, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι αντάμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κ’ ελπίδα!




Κλείτος Κύρου, Κραυγή 15

Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ' ουρανού

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πέθαιναν
Στα νοσοκομεία κραύγαζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί κάπνιζαν εφημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ' αυτή τη γη

Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους




Νίκος Καροῦζος

Ἡ χρησιμότητα τῆς ἀπειλῆς


Ἔχουν ἀρχίσει νὰ μὲ κυκλώνουν ἐπικίνδυνα οἱ ὧρες.
Ἀκούω τὰ φυλλώματα σήμερα
γίνηκαν ἀνήσυχα χορικά.




Νέοι ήχοι στο παμπάλαιο νερό , Γ.Τράκλ

Στο παράθυρο οι νιφάδες του χιονιά·
η καμπάνα η βραδινή αργά σημαίνει.
Η φωτιά τρίζει κι αχνίζει στη γωνιά
και στρωμένο το τραπέζι περιμένει.

Από δρόμο έχοντας φτάσει σκοτεινό
οδοιπόρος την εξώπορτα χτυπάει.
Δέντρο ολάνθιστο το έλεος, χρυσό,
το χυμό τον παγερό της γης ρουφάει.

Μπαίνει ο Ξένος τυλιγμένος τη σιωπή·
το κατώφλι οδύνη τώρα το πετρώνει.
Στο τραπέζι το ψωμί και το κρασί
λαμπυρίζουν μες στο φως που τα κυκλώνει.

Πρέπει νὰ ζήσω τὶς ἀντίστροφες δυνάμεις.
Ὢ καρδιά μου - τρομαχτικότερη σελήνη!

Το ''Εγώ'': η αρχή και ο σκοπός της Φαινομενολογίας



1. O αγώνας για να εντοπισθεί μέσα στη σκέψη η βαθιά επίδραση της έννοιας της αμετάβλητης Αρχής, του πάντα εκ των προτέρων Όντος, είναι ένας αιματηρός αγώνας για να αποδομηθεί το ''Εγώ'', το οποίο προσδιορίζει την υποτιθέμενη ύπαρξη μίας Αρχής που είναι πάντα ένα εκ των προτέρων Ον, το Απόλυτο A Priori.
H διαδικασία μιας τέτοιας αποδομητικής εργασίας πάνω στο ''Εγώ'', είναι σε τελική ανάλυση μια διαδικασία αντι-φαινομενολογίας, μία θεωρία που αποδεικνύει πως το ''Εγώ'' αποτελεί αρχή και σκοπό της Φαινομενολογίας και όχι κάποιο αυθύπαρκτο εξω-θεωρητικό αντικείμενο. Η αντι-φαινομενολογία στην εξέλιξη της συνθέτει αξιώματα μη-φιλοσοφίας, με την έννοια ότι η Φιλοσοφία γενικά και η Φαινομενολογία της συμπλέκουν μία φιλοσοφική παράδοση που προβάλεται ως μία Επιστήμη που διερευνά το ΄΄Εγώ'' την ίδια ώρα που η υπαρκτικότητα του ΄΄Εγώ΄΄συστήνεται μόνο μέσα στο φιλοσοφικό πεδίο και όχι εντός του Πραγματικού.

Η Φιλοσοφία απο τις απαρχές της είναι μία Φαινομενολογία.Η κλαδική διάκριση που κατοχυρώνει στην Φαινομενολογική λειτουργία της Φιλοσοφίας το έργο του Χούσερλ, απέδωσε ουσιαστικά κάτι που κανείς για αιώνες δεν ήθελε να κάνει. Τό ότι, δηλαδή, μόνο η Φαινομενολογία μπορεί να αυτοπαρουσιάζεται ως η κατεξοχήν Φιλοσοφία της εποχής μας,ή ότι η Φιλοσοφία μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει μόνο εφόσον υπάρχει ως Φαινομενολογία.
Το πρόβλημα του ''Εγώ'' ως αρχής και σκοπόύ της Φαινομενολογίας είναι ένα πρόβλημα που οδηγεί στην έρευνα για αυτό το Είναι της Φιλοσοφίας. Ποιός θέτει το ερώτημα για τον κόσμο και το Είναι του και ποιός τελικά απαντά; Από τα βάθη των αιώνων ακούγεται ένα ΄΄Εγώ΄΄..και εκεί πηγάζει η κυριαρχία της Φιλοσοφίας ως οντο-θεολογίας πάνω στο Πραγματικό. Αυτή η κατασταστική ύπαρξη της Φιλοσοφίας λειτουργεί ως διπλασιασμός μέσα στην ερμηνεία της για τον Κόσμο.
Η Φιλοσοφία αναζητά-πασχίζει να επιβάλει μία αναπαραγωγή του ΄΄Εγώ΄΄ μέσα στην σκέψη. Η επιλογή της για το λόγο αυτό είναι απόδειξη της οντοθεολογίας της. Το ΄΄Εγώ΄΄, είναι η Πρώτη Αρχή, το πάντα εκ των προτέρων Όν, το Θείο απο το οποίο εκπορεύονται τα πάντα, τα Όντα,η αιτία για τον Κόσμο.

Πέρα απο κάθε αμφιβολία, η υπαγωγή του Κόσμου σε Κόσμο-προιόν ενός Εγώ-Θεού, στην ιστορική της διαδρομή χρειάστηκε μια ειδική χωρικότητα όπου τα φαινόμενα του Κόσμου, τα άμεσα εμπειρικά δεδομένα του Κόσμου των αντικειμένων θα αναλύονταν ως αντικείμενα ενός Υπερβατολογικού Εγώ, ως αντικείμενα μιας συνείδησης ενός Υποκειμένου.
Στη βάση αυτή η Φιλοσοφία τείνει να υπάρξει μόνο ως Φαινομενολογία. Η πρόσληψη των αισθητών ακόμα και όταν αρχίζει η σύνθεση με τα νοητά, εντός της Φιλοσοφίας μεταφέρεται ως α πριορισμός του Φαινομένου μέσα στη σκέψη, μόνο για να επιβεβαιώσει το Αρχι-Α πριόρι που λέγεται ''Εγώ΄΄,να επιβεβαιώσει την Εαυτότητα της νοητικής πρόσληψης που αυτοθέτει το Είναι της ως Όν που ονομάζεται ΄΄Εγώ΄΄ αλλά το οποίο υπάρχει μόνο στην αντανακλαστική-παραστασιακή σκέψη.

2. Από αυτή την άποψη το ΄΄Εγώ΄΄ είναι η αυτοσυνείδηση του Φαινομένου, γιατί το Φαινόμενο, το ορατό αντικείμενο, αυτό που παριστάνεται, παριστάνεται ως το απόλυτα αυτοτιθέμενο Όν. Το Φαινόμενο μέσα απο τη Φιλοσοφία συγκροτείται μόνο ως προς ένα ΄΄Εγώ΄΄ που το προσκλαμβάνει και είναι πάντα εκεί, απέναντι απο τον Κόσμο των φαινομένων ώστε το προσλαμβάνειν του να αποτελεί απόδειξη της εξωτερικότητας του, απόδειξη της απόλυτης αυτοθεσίας του απένατι στην αυτοθεσία του Φαινομένου-Κόσμου.

Όμως ακριβώς επειδή η σχέση τους είναι σχέση Φαινομενολογική, η Φιλοσοφία δεν απάντησε ποτέ στο Ποιό είναι αυτό το ΄΄Εγώ΄΄ που προσλαμβάνει τον Κόσμο των φαινομένων, αν υπάρχει δηλαδή ως Εγώ-που δεν είναι Φαινόμενο ώστε να δύναται να προχωρήσει πέρα απο την αισθητιριακή γνώση των πραγμάτων.

Από τον Καρτέσιο και μετά η Φιλοσοφία αποδεσμεύεται απο τις ενοχές της Μεσαιωνικής της περιόδου και διαλαλεί"σκέφτομαι άρα υπάρχω", επιχειρώντας μία τιτάνεια ανθρωπολογική στροφή στην προβληματική του Υποκειμένου, προχωρώντας στην αυτοθεοποίηση του Λόγου και του Υποκειμένου του Λόγου. Σε κάθε περίπτωση, έχουμε εδώ ένα πέρασμα σε μία προετοιμασία της Φαινομενολογικής επικράτησης μέσα στη Φιλοσοφία, μέσα απο την απόλυτη ταύτιση του Υπάρχη, του Εγώ, με την σκέψη. Το ''Εγώ΄΄ είναι αυτό που σκέφτεται και είναι Εγώ επειδή σκέφτεται, επειδή δηλαδή εργάζεται για την μετατροπή των αισθητών σε νοητά. Το ΄΄Εγώ΄΄ γίνεται ένα Αρχι-Φαινόμενο ώστε να μπορεί να γνωστεί αν όντως γνωρίζει και σκέφτεται( μόνο που εδώ συνεχίζει ο Κόσμος να νοήται ως το σύνολο των παρευρισκόμενων αντικειμέων).

Δίχως την δημιουργία μιας εσωτερικής ρήξης αυτός ο Κόσμος των φαινομένων θα υπήρχε ως έν απαλό εξωτερικό τοίχωμα του Πραγματικού. Όμως αυτή είναι η υπηρεσία της Φιλοσοφίας στον ήδη-Κόσμο. Αποσπά την σκέψη του ήδη-Κόσμου απο το πεδίο των Φαινομένων του και την υποστασιοποιεί σε μια εξωτερικότητα που ονομάζεται Υποκείμενο,Εγώ,θεός,Πνεύμα,Ιδέα ή Άνθρωπος. Έχουμε λοιπόν μια αυτοθεοποίηση του Φαινομένου μέσω της Φιλοσοφίας.
Το Εγώ-σκέψη αποτελεί μια φαινομενική αποφαινομενικοποίηση της Φιλοσοφίας στην προσπάθεια της να απαντήσει(φιλοσοφικά0 στο ποιός μπορεί να γνωρίσει το Πραγματικό.

3. Να γιατί το ''Εγώ΄΄ είναι ο μοχλός που αντιστρέφει την αλήθεια για το Ένα, για το Πραγματικό. Το Εγώ είναι ο μηχανισμός που καθιστά το Πραγματικό απο Υποκείμενο σε Αντικείμενο, και τις συνέπειες αυτής της αντιστροφής τις ωθεί στα άκρα ο πολιτισμός του Καπιταλισμού,ο πολιτισμός της απόλυτης κυριαρχίας του Εγώ.
Όλη η προβληματική περί Υποκειμενικού και Αντικειμενικού έχει ποτισθεί απο την λογική της Φαινομενολογίας, σε τέτοιο βαθμό που ήδη έχουμε σκεφτεί το Υποκείμενο και το Αντικείμενο Οντο-θεολογικά και όχι υλιστικά,Πραγματικά.

Το Εγώ που θεωρεί τον έξω -Κόσμο, που γνωρίζει, που ταξινομεί, που συνειδητοποιεί, που αισθάνεται και νοεί. Το Εγώ είναι η παντοδυναμία όλων των ενεργειών( το καταδεικνύουν τα ρήματα που το κατοικούν), είναι το Πρώτο δοσμένο, το Απριόρι Όν.
Στην Αντικειμενική θέση,σ τον τόπο του-εκτός του Εγώ-Είναι , υπάρχει μόνο ότι ήδη είναι αφομοιώσιμο απο τη δράση του Εγώ. Ανάμεσα στην αγωνία για την αποκήρυξη του αγνωστικισμού και την βεβαιότητα για το Είναι του Είναι, η Φιλοσοφία τελικά γεννάει ένα Κόσμο-Φαινόμενο ώστε να αποδείξει την ισχύ ενός Εγώ-Παντογνώστη.

Στην Φαινομενολογία δεν χωρά η ύπαρξη του Συμβάντος ως μη-Εγώ και για αυτό η ερμηνεία της για αυτό το αποδίδει είτε ως Φαινόμενο είτε ως εκ των προτέρων Ον που υφίσταται ως απόλυτη εξωτερικότητα και υποκειμενικότητα. Η Φαινομενολογία εργάζεται για να μετατρέψει το Πραγματικό, το Συμβάν, σε Αντικείμενο , ολοκληρώνοντας στο έπακρο το Καρτεσιανό όραμα ότι μόνο Υποκείμενο είναι το Σκεπτόμενο(άρα ο κάθε Άνθρωπος-Άτομο που εκτελεί την τεχνική της σκέψης). Συνεπώς η Φαινομενολογία είναι η κορύφωση του Εγωλογικού εγχειρήματος της Φιλοσοφίας, που παίρνει την μορφή του σιχυρότερου φιλοσοφικού κινήματος του αστικού πολιτισμού.

Όλη η Φιλοσοφική απόπειρα μετά τον Χούσερλ είναι μια απόπειρα για ηρωική έξοδο απο την Φαινομενολογία και τελικά και απο την Φιλοσοφία, με προσανατολισμό τη σκέψη του Πραγματικού, τη θεωρία της Πράξης, την απόδοση του Ενός μέσα στη σκέψη.

4. Το ''Εγώ΄΄ δεν υπήρξε ποτέ. Μπορούμε να τοποθετηθούμε τόσο κατηγορηματικά χωρίς να πέσουμε και εμείς σε μια μηδενιστική θέση που απλά επιθυμεί να απελευθερωθεί απο το πρόβλημα της δημιουργίας και της ελευθερίας των Όντων( το ουσιαστικότερο πρόβλημα στην ιστορία της σκέψης);
Μπορούμε. Φτάνει να εργαστούμε για μια μελέτη της σχέσης Θεολογίας και Φιλοσοφίαςμέσα απο την διάσχιση όλων των Επιστημονικών πεδίων που θα τα ονομάζαμε εξω-φιλοσοφικά και εξω-θεολογικά( Ιστορία,Πολιτική,Θετικές Επιστήμες,Ψυχανάλυση).
Την ιδια ώρα που και το πεδίο της Τέχνης θα μπορούσε να προστεθεί στο γενικό ερευνητικό μας πεδίο ( λόγω της εξαιρετικής συνάντησης Θεολογικών και Φιλοσοφικών αρχών στην ιστορία της).

Οι φράσεις "Ο Θεός πέθανε" και "το Εγώ δεν υπήρξε ποτέ", είναι δείκτες μιας κοινής εξαφάνισης που ανακοινώθηκε επαναστατικά ενάντια στη Φιλοσοφία αλλά δυστυχώς παραμένουν και σήμερα επίκαιρες.
Τι πρέπει να διακηρύξει σήμερα η σκέψη; Πως αυτή η εκμηδένιση είναι ζωτικής σημασίας λειτουργία της ώστε να απο-υποκειμενοποιηθεί η ίδια και να επνατεθεί κάτω απο τον επικαθορισμό της Πράξης, του Πραγματικού. Η εργασία της σκέψης οφείλει να μοχθεί στο να δείχνει με τέτοιο τρόπο το πως η ανυπαρξία των Εγώ διανοίγει εντός του Κόσμου την επιτόπια συγκρότηση των συμβάντων σε υποκείμενα -δίχως-αντικείμενα.

5. Ενάντια στη Φαινομενολογία παέι να πεί, συγκρότηση σκέψης που δείχνει το υποκείμενο που δεν υπάρχει ως Φαινόμενο. Έξω απο το πεδίο των παρευρισκόμενων αντικειμένων-όχι στο ΄χωρο της μυστικιστικής ενορατικότητας-το υποκείμενο είναι το Συμβάν που συστείνεται δίχως το άγγιγμα των αντικειμένων.
Δεν είναι η σύνθεση ιδιοτήτων των Φαινομένων του ήδη-Κόσμου. Το συμβάν δεν Φαινομενολογικοποιέιται ακριβώς γιατί είναι αυτό το αφανές για το μάτι του Φιλοσοφικού Εγώ.

Σκέψη λοιπόν που αποσυνδέει τη λειτουργία της απο την Εγωιστική νόηση και πλησιάζει το Πραγματικό όπως συμβαίνει. Σκέψη αντι-εμπειριστική και αντι-υπερβατολογική, ώστε να είναι μαθηματική ,έτοιμη να υπάρξει ως δομή υλιστικών πράξεων.

6.Τι τρέμει η Φιλοσοφία; Την σύγκρουση του Εγώ με το Πραγματικό, τη στιγμή που μέσα στην ίδια τη θεωρησιακή της δυνατότητα, νοεί την παρουσία του Συμβάντος. Αυτή η αντιληπτότητα απο το μερος της Φιλοσοφίας είναι ο λόγος της μόνιμης αγωνίας της, του τρόμου της για το τι μπορεί ανα πάσα στιγμή να εισχωρήσει στο μηχανισμό του Εγώ ως εκδήλωση του Πραγματικού.

Η Φιλοσοφική συνείδηση γνωρίζει την Φαινομενικότητα του ήδη-Κόσμου και την ισχύ του Πραγματικού να διαπερνά την παραστασιακή σκέψη και να αμφισβητεί την κυριαρχία του Εγώ μέσω του Συμβάντος. Αυτή την απειλή η Φιλοσοφία την εκλαμβάνει άμεσα ως απειλή προς το Εγώ, ως αφανισμό και αποκάλυψη της λειτουυργίας της.

Σε όλη την ιστορία της φιλοσοφίας η σύγκρουση (ακόμα και η απλή συνάντηση ενός Εγώ με αυτό) με το Πραγματικό, αποδίδεται με τον όρο ΄΄τρόμος΄΄. Το Πραγματικό γίνεται ένα πλάσμα, ένα τέρας μέσα στον πίνακα της Φιλοσοφικής γεωμετρίας των εννοιών και των απεικονίσεων του Εγώ.
Το ότι τρέμει η Φιλοσοφία, σημαίνει ότι υπάρχει όντως τρόμος απο το μέρος του Πραγματικού; Η απάντηση παραμένει ανοικτή. Γιατί απο τη μια μεριά, η βιαιότητα της εκδίπλωσης του Πραγματικού όντως επιφέρει αναταραχή στον ήδη-Κόσμο, και απο την άλλη μεριά γιατί η Φιλοσοφία έχει ριζώσει το Εγώ μέσα στην υπαρκτικότητα του κάθε Ανθρώπου-Ατόμου, που η εκδήλωση του Πραγματικού ,τα συμβάντα, αντικειμενικά την ώρα που επιτείθονται στην Φιλοσοφική Εαυτότητα να επιτείθενται και στην αυτοσυνείδηση του Ανθρώπου-Ατόμου ως Εγώ.

Η Φαινομενολογία απέναντι στη σκέψη του Πραγματικού είναι μια διαρκή αγωνία προς-το Συμβάν. Για το λόγο αυτό, στη σύγκρουση της με αυτό γίνεται έντρομη σκ΄ψη, μια Φιλοσοφία -που ανα πάσα στιγμή-περιμένει το Θάνατο.
Ανίκανη να σκεφτεί το Πραγματικό ολοκληρωτικά , το προσομοιώνει με το Θάνατο. Οι πιο ειλικρινείς εκφραστές της κατέδειξαν τα όρια της Φιλοσοφίας ως προς την αλήθεια του Πραγματικού.
Οι τολμηρότεροι πήγαν ένα βήμα πιο πέρα και ξεπέρασαν και την αγωνία προς το Συμβάν, βαδίζοντας δυστυχώς πίσω σε μια Θεολογία. Ας θυμηθούμε τη φράση του Μ.Χάιντεγκερ που την διατύπωσε σαν σχόλιο για το ''τέλος της Φιλοσοφίας ως δρόμου για την αλήθεια΄΄..
"Στο τέλος ,μόνο ένας Θεός μπορεί να μας σώσει". Ποιόν καλεί σε σωτηρία ο έντρομος στοχαστής; Τον Θεό. Ποιόν , αυτόν που πέθανε ή αυτόν που ποτέ δεν υπήρξε;Ή μήπως αυτό που γίνεται Υποκείμενο χωρίς να είναι ένα Εγώ;

Η σκέψη οδηγεί στο Πραγματικό όσο υπάρχει ως αντίλαλος του που θέτει το ερώτημα:

Ποιός μπορεί να με θεωρήσει δίχως να με Θεοποιήσει;


σ.

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

Alain Badiou, Για το φιλοσοφικό πρόβλημα του υποκειμένου


Μία σημαντική μετάφραση κειμένου απο ένα βιβλίο-σταθμό στην ανάπτυξη της σκέψης του A.Badiou,απο το Radical Desire.Το radicaldesire.blogspot.com είναι ο τόπος που μπορεί να βρει κανείς σημαντικό υλικό για το έργο του μεγάλου μετα-μαοικού φιλόσοφου.

Alain Badiou
Θεωρία του υποκειμένου, 9 Μάρτη 1979
Μτφρ.: Radical Desire


Σε όλη την μεγάλη κλασική παράδοση του ιδεαλισμού, το υποκείμενο αποτελεί το διάφανο σημείο του είναι, όντας σε μια θέση άμεσης αυτο-δοτικότητας, μέσα από την οποία πρέπει να περνά κάθε πρόσβαση στην ύπαρξη ως τέτοια. Κάθε απόδειξη, ακόμα και όταν αποδεικνύεται τελικά κενή περιεχομένου, καθορίζεται στη βάση του υποκειμένου. Εδώ θα αναγνωρίσετε την μορφολογική λειτουργία του cogito. Στην οπτική του Καντ, για την οποία το υποκείμενο αποτελεί την προϋπόθεση της δυνατότητας να έχουμε εμπειρία, χωρίς όμως το ίδιο να αποτελεί αντικείμενο εμπειρίας, απομένει η απόδειξη της ηθικής, όπου βρίσκουμε την σημασία της οντολογικής διαφάνειας του υποκειμένου.

Το κλασικό υποκείμενο είναι συνεπώς ένας λειτουργός [operateur], ο οποίος είναι επενδεδυμένος με μια διπλή λειτουργία. Αφενός αποδίδει ένα μη αναγώγιμο είναι στο υποκείμενο, αφετέρου περιορίζει αυτό το οποίο, μέσα από το "υπόλειμμα" του είναι, είναι προσβάσιμο στη γνώση. Διχοτομεί αυτό το οποίο είναι άμεσα δεδομένο και αυτό το οποίο απαγορεύεται έμμεσα στην εμπειρία.

Στο αποκορύφωμά τους, αυτές οι δύο λειτουργίες μοιάζουν να αναστρέφονται. Το είναι του υποκειμενικά υπαρκτού αποδεικνύεται πως είναι το είναι του μη υπαρκτού. Αυτή είναι η θέση του Σαρτρ. Το όριο της γνώσης αποδεικνύεται πως είναι μη όριο. Αυτή είναι η θέση του Χέγκελ.

Όμως αυτή η αντιστροφή δεν είναι πραγματική. Το μη είναι της ελεύθερης συνείδησης του Σαρτρ στην πραγματικότητα αποτελεί το όνομα της διαφάνειάς της. Θα λέγαμε υπερβολικά πολλά αν θέταμε πως αυτό το οποίο προσφέρει τον εαυτό του με διαφάνεια είναι. Η συνείδηση είναι η διαφάνεια της διαφάνειάς της, η συνείδηση του εαυτού, "μη τοποθετήσιμου ως τέτοιου". Το ότι ένα τέτοιο είναι δεν είναι τίποτε δείχνει από ποιό σημείο γίνεται εφικτή η οντολογία, δηλαδή από το σημείο του cogito και μόνον, το οποίο μας δίνει το τίποτε, δηλαδή, την ύπαρξη στην ουσία της.

Η μη περατότητα της εγελιανής γνώσης (η απόλυτη γνώση) θα πρέπει να περιλαμβάνει μια αρχή ολότητας, τον "κύκλο των κύκλων" της εξάντλησής της, με τον οποίο περιορίζει το απεριόριστο, δίνοντάς του αυτή την εγκυκλοπαιδική μορφή που ένα βιβλίο θα μπορούσε να καταγράψει καθ' ολοκληρίαν. Τώρα, για μας τους καντοριανούς, η ιδέα ότι υπάρχει ένα όλον της γνώσης αποτυγχάνει να προσεγγίσει την πραγματική απεραντότητα, η οποία είναι η εμμενής κίνηση του πλεονάσματος πάνω σε κάθε νοήσιμη ολότητα.

Η διπλή--υπαρξιακή και περιοριστική--λειτουργία στιγματίζει έτσι την κλασική έννοια του υποκειμένου από άκρο σε άκρο. Είναι η βάση πάνω στην οποία ένα τέτοιο υποκείμενο μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο αναχώρησης.

Υποστηρίζω ότι στην πραγματικότητα μπορούμε μόνο να αφιχθούμε στο υποκείμενο. Αυτό είναι που χαρακτηρίζει τον καιρό του Μαρξ και του Φρόυντ, δηλαδή το γεγονός ότι το υποκείμενο δεν είναι δεδομένο αλλά πρέπει να αναζητηθεί.

Η σημασία αυτού του συσχετισμού όπως διαγράφεται από τον μαρξισμό στην πολιτική και τον φροϋδισμό στην φιλοσοφία συνίσταται παρ' όλα αυτά στην μη εγκατάλειψη του υποκειμενικού στοιχείου. Αν και το υποκείμενο δεν είναι ούτε διαφάνεια, ούτε πυρήνας, ούτε, τέλος, ουσία, και αν τίποτε δεν μαρτυρά υπέρ της αναγκαιότητάς του για την οργάνωση της εμπειρίας, εξακολουθεί όμως να ισχύει ότι το υποκείμενο αποτελεί τον όρο-κλειδί εκ του οποίου αποκαλύπτεται η δυνατότητα να σκεφτούμε για την απόφαση, για την ηθική και για την πολιτική.

Για κάθε στάδιο του μαρξισμού (υπάρχουν τρία) και του φροϋδισμού (υπάρχουν δύο) θα πρέπει να επιλύσουμε το συγκεκριμένο πρόβλημα των διερευνητικών λειτουργών [operateurs] οι οποίοι βάζουν σε λειτουργία την ανακάλυψη και την σύλληψη του υποκειμένου.

Όταν ο Μαρξ αναλαμβάνει να αφουγκραστεί την επαναστατική δραστηριότητα του καιρού του, την ιστορική αταξία των μαζών, είναι ζήτημα της ακριβούς ανάδειξης μέσα σ' αυτή, μετά από σκληρή θεωρητική και πρακτική εργασία, της διαλεκτικής μορφής του πολιτικού υποκειμένου ως τέτοιου. Η συνεπαγωγή της γενικής του δραστηριότητας προαπαιτεί μόνο τις εξεγέρσεις του δέκατου ένατου αιώνα. Από εκεί, θα καταστεί απαραίτητο να ξεδιπλωθεί η ολική τοπολογία μιας τάξης (της καπιταλιστικής τάξης), να αναπτυχθεί η λογική των χασμάτων της, και να μετακινηθεί το στοιχείο της ετερογένειας ως τα άκρα του, ούτως ώστε να ονομαστεί "προλεταριάτο" το υποκείμενο εκείνο το οποίο σχεδόν δεν μπορεί να εντοπιστεί πάνω στην αναρχική επιφάνεια των γεγονότων.

Ο Φρόυντ αφουγκράζεται την πρόζα και την γλώσσα του σώματος των υστερικών, από την οποία προκύπτει ότι στο τέλος, το ζήτημα είναι το υποκείμενο της νεύρωσης ως τέτοιο, και όχι το ποιος υπόκειται σε νευρώσεις. Το "ασυνείδητο" είναι το όνομα αυτού του υποκειμένου, που είναι και αυτό εγκλωβισμένο σε μια τοπολογία, αυτή της ψυχικής ζωής.

Αν και ο μαρξισμός και η ψυχανάλυση δεν έχουν καμμία σχέση μεταξύ τους --η ολότητα που θα σχημάτιζαν είναι μη νουνεχής-- είναι αναμφισβήτητο ότι το ασύνειδο του Φρόυντ και το προλεταριάτο του Μαρξ έχουν το ίδιο επιστημολογικό στάτους σε σχέση με την ρήξη που εκπροσωπούν απέναντι στην κυρίαρχη αντίληψη του υποκειμένου.

"Πού" βρίσκεται το ασυνείδητο; "Πού" βρίσκεται το προλεταριάτο; Αυτές οι ερωτήσεις δεν μπορούν να επιλυθούν ούτε μέσω της εμπειρικής περιγραφής, ούτε μέσω της διαφάνειας μιας αντανάκλασης. Απαιτούν την ξερή και πεφωτισμένη εργασία της ανάλυσης και της πολιτικής.

Πεφωτισμένη και επίσης οργανωμένη, τόσο σε έννοιες όσο και σε θεσμούς.

Το μοναδικό επιφανειακό αποτέλεσμα το οποίο αρχίζει να μας βάζει στο κατόπι του υποκειμένου (το βλέπει κανείς ξεκάθαρα στις πολιτικές εξεγέρσεις όσο και στο θέατρο του υστερικού) είναι η ύπαρξη, ήδη κάτω από τις προϋποθέσεις ενός διαυγασμένου υλισμού, της μίας αληθούς πρότασης, της οποίας η προδιάθεση αναστατώνει την άλγεβρα της αλήθειας.

Το υποκείμενο δεν είναι ούτε αιτία ούτε βάση. Υφίσταται σε αυτό το οποίο φέρνει σε σύγκρουση, και υποστηρίζει τις συνέπειες του γεγονότος ότι προηγείται του εαυτού του στον χώρο τοποθέτησής του: είναι πάντοτε αόρατο μέσα στο πλεόνασμα της ορατότητάς του.

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

B.Ι.ΛΕΝΙΝ , ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΧΟΜΕΝΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ


(«Άπαντα», τόμος 45, σελ. 23-33)
Γράμμα στο Περιοδικό
«ΠΟΝΤ ΖΝΑΜΕΝΕΜ ΜΑΡΞΙΣΜΑ»

(«Κάτω από τη Σημαία του Μαρξισμού»)


Για τα γενικά καθήκοντα του περιοδικού «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα» ο σύντροφος Τρότσκι στο τεύχος.1-2 είπε ήδη ό,τι έπρεπε να ειπωθεί και τα είπε πολύ καλά. Θα ήθελα να σταθώ σε μερικά ζητήματα που καθορίζουν ακριβέστερα το περιεχόμενο και το πρόγραμμα της δουλειάς που ανάγγειλε η Σύνταξη του περιοδικού στο εισαγωγικό σημείωμα του τεύχους. 1-2.

Στο σημείωμα αυτό αναφέρεται πως όλοι όσοι έχουν συγκεντρωθεί γύρω από το περιοδικό «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα» δεν είναι κομμουνιστές, όλοι όμως είναι συνεπείς υλιστές. Νομίζω ότι μια τέτια συμμαχία κομμουνιστών και μη κομμουνιστών είναι απόλυτα αναγκαία και καθορίζει σωστά τα καθήκοντα του περιοδικού. Ένα από τα πιο μεγάλα και επικίνδυνα λάθη των κομμουνιστών (και γενικά των επαναστατών που άρχισαν με επιτυχία μια μεγάλη επανάσταση) είναι η αντίληψη πως μπορούν τάχα την επανάσταση να την ολοκληρώσουν με τις προσπάθειες των επαναστατών. Αντίθετα, για την επιτυχία κάθε σοβαρής επαναστατικής δουλειάς είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε και να μπορέσουμε να εφαρμόσουμε στην πράξη την αρχή πως οι επαναστάτες μπορούν να παίζουν το ρόλο μόνο της πρωτοπορίας μιας πραγματικά βιώσιμης και πρωτοπόρας τάξης. Η πρωτοπορία μόνο τότε εκπληρώνει τα καθήκοντα της πρωτοπορίας, όταν ξέρει να μην αποσπάται από τη μάζα που καθοδηγεί, αλλά πραγματικά να οδηγεί ολόκληρη τη μάζα προς τα μπρος. Αν δεν γίνει συμμαχία με τους μη κομμουνιστές στους πιο διαφορετικούς τομείς δράσης ούτε λόγος μπορεί να γίνει για οποιαδήποτε επιτυχή κομμουνιστική οικοδόμηση.

Αυτό αφορά και τη δουλειά της υπεράσπισης του υλισμού και του μαρξισμού, που ανέλαβε το περιοδικό «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα». Στις κύριες κατευθύνσεις της πρωτοπόρας κοινωνικής σκέψης της Ρωσίας υπάρχει ευτυχώς σοβαρή υλιστική παράδοση. Αφήνοντας πια τον Γκ. Β. Πλεχάνοφ, αρκεί να αναφέρουμε τον Τσερνισέβσκι, σε σύγκριση με τον οποίο οι σημερινοί ναρόντνικοι (λαϊκοί σοσιαλιστές, Εσέροι, κτλ.) υποχωρούσαν συχνά, κυνηγώντας μοντέρνες αντιδραστικές φιλοσοφικές θεωρίας, παρασυρόμενοι από την ψεύτικη λάμψη της δήθεν «τελευταίας λέξης» της ευρωπαϊκής επιστήμης και μη μπορώντας να διακρίνουν κάτω από την ψεύτικη εκείνη λάμψη τη μια ή την άλλη ποικιλομορφία τής δουλοπρέπειας προς την αστική τάξη, τις προλήψεις της και την αντιδραστικότητα των αστών.

Πάντως, στη Ρωσία υπάρχουν ακόμα –και θα υπάρχουν οπωσδήποτε για πολύ ακόμη καιρό– υλιστές στο στρατόπεδο των μη κομμουνιστών, και επιτακτικό χρέος μας είναι να προσελκύσουμε σε συνεργασία όλους τους οπαδούς του συνεπούς και μαχόμενου υλισμού στην πάλη με την αντιδραστική φιλοσοφία και τις φιλοσοφικές προλήψεις της λεγόμενης «μορφωμένης κοινωνίας». Ο Ντίτσγκεν-πατέρας, που δεν πρέπει να τον συγχέουμε με το γιο του –έναν δημοσιολόγο τόσο υπεροπτικό, όσο και αποτυχημένο– διατύπωσε σωστά, εύστοχα και καθαρά τη βασική άποψη του μαρξισμού σχετικά με τις φιλοσοφικές κατευθύνσεις που κυριαρχούν στις αστικές χώρες και τραβούν το ενδιαφέρον των επιστημόνων και των δημοσιολόγων, λέγοντας πως τις περισσότερες φορές οι καθηγητές της φιλοσοφίας στη σύγχρονη κοινωνία δεν είναι στην ουσία τίποτε άλλο, παρά «διπλωματούχοι λακέδες της παπαδοκρατίας».

Οι ρώσοι μας διανοούμενοι, που αρέσκονται να θεωρούν τον εαυτό τους πρωτοπόρο, όπως άλλωστε και οι συνάδελφοί τους σε όλες τις άλλες χώρες, δεν αγαπούν καθόλου να μεταφερθεί το ζήτημα στο επίπεδο της εκτίμησης που κάνει ο Ντίτσγκεν. Και δεν το αγαπούν, γιατί η αλήθεια τους πειράζει. Αρκεί να αναλογιστούμε κάπως την κρατική εξάρτηση, στη συνέχεια τη γενική οικονομική εξάρτηση, κατόπι την εξάρτηση της καθημερινής ζωής και κάθε άλλη εξάρτηση των μορφωμένων ανθρώπων σήμερα από την κυρίαρχη αστική τάξη, για να καταλάβουμε την απόλυτη ορθότητα αυτού του αυστηρού χαρακτηρισμού του Ντίτσγκεν. Αρκεί να θυμηθούμε τις περισσότερες μοντέρνες φιλοσοφικές κατευθύνσεις που τόσο συχνά εμφανίζονται στις ευρωπαϊκές χώρες, αρχίζοντας έστω από εκείνες που σχετίζονταν με την ανακάλυψη του ραδίου, και τελειώνοντας με εκείνες που πάνε τώρα να πιαστούν από τον Αϊνστάιν, –για να καταλάβουμε το δεσμό που υπάρχει ανάμεσα στα ταξικά συμφέροντα και στις ταξικές απόψεις της αστικής τάξης, ανάμεσα στην υποστήριξη που δίνει στις κάθε λογής θρησκείες και στο ιδεολογικό περιεχόμενο των μοντέρνων φιλοσοφικών κατευθύνσεων.

Απ' όλα τα παραπάνω φαίνεται πως ένα περιοδικό, που θέλει να είναι όργανο του μαχόμενου υλισμού, πρέπει να είναι, πρώτο, όργανο μαχητικό, δηλαδή πρέπει να ξεσκεπάζει και να καταπολεμά με συνέπεια όλους τους σύγχρονους «διπλωματούχους λακέδες της παπαδοκρατίας», αδιάφορο αν εμφανίζονται σαν εκπρόσωποι της επίσημης επιστήμης, ή σαν ελεύθεροι σκοπευτές που αυτοαποκαλούνται δημοσιολόγοι της «δημοκρατικής αριστεράς ή ιδεολόγοι-σοσιαλιστές». Δεύτερο, το περιοδικό αυτό πρέπει να είναι όργανο του μαχόμενου αθεϊσμού. Έχουμε υπηρεσίες ή τουλάχιστο κρατικά ιδρύματα που καταγίνονται με τη δουλειά αυτή. Μα η δουλειά αυτή είναι πολύ αδύνατη, εντελώς ανεπαρκής, γιατί δέχεται, όπως φαίνεται, την καταθλιπτική επίδραση των γενικών συνθηκών της πραγματικά ρωσικής (αν και σοβιετικής) γραφειοκρατίας μας. Γι' αυτό, το περιοδικό που αναλαμβάνει το καθήκον να γίνει όργανο του μαχόμενου υλισμού, πρέπει –κι αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία– δίπλα στο έργο των αντίστοιχων κρατικών ιδρυμάτων για τη βελτίωση και την αναζωογόνηση της δουλειάς να κάνει έντονη αθεϊστική προπαγάνδα και πάλη. Πρέπει να παρακολουθείται με προσοχή όλη η σχετική φιλολογία σε όλες τις γλώσσες, να μεταφράζεται ή τουλάχιστο να μεταδίδεται περιληπτικά καθετί που έχει κάποια αξία σ' αυτό τον τομέα.

Ο Έγκελς από καιρό ακόμη συμβούλευε τους καθοδηγητές του σύγχρονου προλεταριάτου να μεταφράσουν τα μαχητικά αθεϊστικά έργα του τέλους του 18ου αιώνα για να κυκλοφορούν πλατιά μέσα στο λαό. Είναι ντροπή μας που ως τα σήμερα δεν το κάναμε (είναι κι αυτό μια από τις πολυάριθμες αποδείξεις ότι πολύ ευκολότερα μπορεί κανείς να κατακτήσει την εξουσία σε μια επαναστατική περίοδο, παρά να χρησιμοποιήσει σωστά αυτή την εξουσία). Κάποτε γίνονταν προσπάθειες να δικαιολογηθεί αυτή η χαλαρότητα, η αδράνεια και η αδεξιότητά μας μ' ένα σωρό «σοβαροφανείς» ισχυρισμούς, όπως π.χ. ότι τα παλιά αθεϊστικά έργα του 18ου αιώνα έχουν τάχα ξεπεραστεί, δεν είναι επιστημονικά, είναι απλοϊκά κτλ. Δεν υπάρχει πράγμα χειρότερο από κάτι τέτοιες, δήθεν επιστημονικές σοφιστείες, που πάνε να καλύψουν ή το σχολαστικισμό, ή την πλήρη άγνοια του μαρξισμού. Φυσικά, στα αθεϊστικά συγγράμματα των επαναστατών του 18ου αιώνα θα βρεθούν όχι λίγα σημεία και αντιεπιστημονικά και απλοϊκά. Μα κανένας δεν εμποδίζει τους εκδότες αυτών των έργων να τα περικόψουν και να προσθέσουν σ' αυτά σύντομους επίλογους, όπου να φαίνεται η πρόοδος που σημείωσε η ανθρωπότητα από τα τέλη του 18ου αιώνα κι εδώ στον τομέα της επιστημονικής κριτικής της θρησκείας, να αναφέρονται τα σχετικά νεότερα έργα κτλ. Θα κάναμε το μεγαλύτερο και το χειρότερο λάθος που μπορεί να κάνει ένας μαρξιστής, αν λέγαμε πως τα πολλά εκατομμύρια των λαϊκών (ιδιαίτερα των αγροτικών και βιοτεχνικών) μαζών, που ολόκληρη η σύγχρονη κοινωνία τα έχει καταδικάσει στο σκοτάδι, στην αμάθεια και στις προλήψεις, μπορούν να απαλλαγούν από το σκοτάδι αυτό μόνο με την ευθεία γραμμή της καθαρά μαρξιστικής διαφώτισης. Στις μάζες αυτές πρέπει να δώσουμε πολυποίκιλο υλικό για την αθεϊστική προπαγάνδα, να τις κατατοπίσουμε στα γεγονότα που παρουσιάζουν οι πιο διαφορετικές πλευρές της ζωής, να τις πλησιάσουμε με διάφορους τρόπους, για να τους προκαλέσουμε το ενδιαφέρον, να τους ξυπνήσουμε από το θρησκευτικό λήθαργο, να τις τραντάξουμε απ' όλες τις μεριές, με τους πιο διαφορετικούς τρόπους κτλ.

Τα συγγράμματα των παλιών αθεϊστών του 18ου αιώνα, τα γραμμένα με πνεύμα, με ζωντάνια και με ταλέντο, που χτυπούσαν με τρόπο ευφυή και απροκάλυπτο την παπαδοκρατία, θα αποδειχτούν σε μια σειρά περιπτώσεις χίλιες φορές πιο κατάλληλα για να ξυπνήσουν τους ανθρώπους από το θρησκευτικό λήθαργο, παρά τα ανιαρά, μονότονα, χωρίς σχεδόν κανένα καλοδιαλεγμένο στοιχείο, αναμασήματα του μαρξισμού, που κυριαρχούν στη φιλοσοφία μας και που (γιατί να το κρύβουμε) συχνά διαστρεβλώνουν το μαρξισμό. Όλα τα οπωσδήποτε μεγάλα έργα του Μαρξ και του Έγκελς τα έχουμε μεταφράσει. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να φοβόμαστε πως ο παλιός αθεϊσμός και ο παλιός υλισμός δεν θα συμπληρωθούν σε μας με τις διορθώσεις που έκαναν ο Μαρξ και ο Έγκελς. Το πιο σπουδαίο –και αυτό ακριβώς ξεχνούν τις περισσότερες φορές οι δικοί μας οι δήθεν μαρξιστές-κομμουνιστές που στην πραγματικότητα παραμορφώνουν το μαρξισμό– είναι να μπορέσουμε να κεντρίσουμε το ενδιαφέρον των εντελώς καθυστερημένων ακόμη μαζών με τη συνειδητή αντιμετώπιση των θρησκευτικών ζητημάτων και με τη συνειδητή κριτική της θρησκείας.

Από την άλλη μεριά, κοιτάξτε τους εκπροσώπους της σύγχρονης επιστημονικής κριτικής της θρησκείας. Σχεδόν πάντα οι εκπρόσωποι αυτοί της μορφωμένης αστικής τάξης «συμπληρώνουν» τα ίδια τα επιχειρήματά τους που ανασκευάζουν τις θρησκευτικές προλήψεις με τέτοιους συλλογισμούς, που αμέσως τους ξεσκεπάζουν σαν υποτελείς της ιδεολογίας της αστικής τάξης, σαν «διπλωματούχους λακέδες της παπαδοκρατίας».

Ορίστε δυο παραδείγματα. Ο καθηγητής Ρ.Γ.Βίπερ τύπωσε το 1918 ένα βιβλιαράκι με τον τίτλο: «Η εμφάνιση του χριστιανισμού» (έκδοση «Φάρος», Μόσχα). Εκθέτοντας τα βασικά συμπεράσματα της σύγχρονης επιστήμης, ο συγγραφέας όχι μόνο δεν καταπολεμά τις προλήψεις και την απάτη, που είναι το όπλο της εκκλησίας, σαν πολιτικής οργάνωσης, όχι μόνο παρακάμπτει αυτά τα ζητήματα, μα προβάλλει τον εντελώς γελοίο και αντιδραστικότατο ισχυρισμό ότι στέκει πάνω από τις δυο «ακρότητες»: και την ιδεαλιστική και την υλιστική. Αυτό δεν είναι παρά δουλοπρέπεια απέναντι στην κυρίαρχη αστική τάξη, που ξοδεύει εκατοντάδες εκατομμύρια ρούβλια σε όλο τον κόσμο από τα κέρδη που ξεζουμίζει από τους εργαζόμενους για να υποστηρίξει τη θρησκεία.

Ο γνωστός γερμανός επιστήμονας Άρτουρ Ντρεβς, καταπολεμώντας στο βιβλίο του Ο μύθος του Χριστού τις θρησκευτικές προλήψεις και τα παραμύθια, ενώ αποδείχνει πως κανένας Χριστός δεν υπήρξε, στο τέλος του βιβλίου τάσσεται υπέρ της θρησκείας, μόνο που πρέπει να είναι ανανεωμένη αποκαθαρισμένη, εκλεπτυσμένη, ικανή να αντισταθεί στο «νατουραλιστικό ρεύμα που γίνεται από μέρα σε μέρα όλο και πιο ισχυρό» (σελ. 238 της 4ης γερμανικής έκδοσης του 1910). Πρόκειται εδώ για έναν απροκάλυπτο αντιδραστικό, συνειδητό, που βοηθά ανοιχτά τους εκμεταλλευτές να αντικαταστήσουν τις παλιές και σαθρές θρησκευτικές προλήψεις με προλήψεις καινούριες, ακόμη πιο σιχαμερές και χυδαίες.

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έπρεπε να μεταφραστεί ο Ντρεβς. Αυτό σημαίνει ότι οι κομμουνιστές και όλοι οι συνεπείς υλιστές πρέπει, πραγματοποιώντας σ' έναν ορισμένο βαθμό τη συμμαχία τους με την προοδευτική μερίδα της αστικής τάξης, να την ξεσκεπάζουν αδίστακτα, όταν η μερίδα αυτή περνάει σε θέσεις αντιδραστικές. Αυτό σημαίνει πως όποιος φοβάται τη συμμαχία με τους εκπροσώπους της αστικής τάξης του 18ου αιώνα, δηλ. της εποχής που η τάξη αυτή ήταν επαναστατική, προδίδει το μαρξισμό και τον υλισμό, γιατί η «συμμαχία» με τους Ντρεβς με τη μια ή την άλλη μορφή, στον άλφα ή στον βήτα βαθμό, είναι για μας υποχρεωτική στην πάλη ενάντια στον κυρίαρχο θρησκευτικό σκοταδισμό.

Το περιοδικό «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα», που θέλει να είναι όργανο του μαχόμενου υλισμού, οφείλει να δόσει μεγάλη προσοχή στην αθεϊστική προπαγάνδα, στην παρακολούθηση της σχετικής φιλολογίας και στην αναπλήρωση των τεράστιων κενών της κρατικής μας δουλειάς σ' αυτό τον τομέα. Ιδιαίτερη σημασία έχει να χρησιμοποιούνται τα βιβλία και οι μπροσούρες που περιέχουν πολλά συγκεκριμένα στοιχεία και συγκρίσεις και που δείχνουν το δεσμό των ταξικών συμφερόντων και των ταξικών οργανώσεων της σύγχρονης αστικής τάξης με τις οργανώσεις των θρησκευτικών ιδρυμάτων και της θρησκευτικής προπαγάνδας. Ξεχωριστή σπουδαιότητα έχουν όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στις Ενωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής, όπου λιγότερο διαφαίνεται ο επίσημος, ο δημόσιος, ο κρατικός δεσμός ανάμεσα στη θρησκεία και στο κεφάλαιο. Σε αντάλλαγμα όμως βλέπουμε πιο καθαρά πως η λεγόμενη «σύγχρονη δημοκρατία» (που τόσο ανόητα κοψομεσιάζονται μπροστά της οι μενσεβίκοι, οι Εσέροι και ως ένα σημείο και οι αναρχικοί κτλ.) δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ελευθερία να προπαγανδίζεται αυτό που συμφέρει στην αστική τάξη, και την τάξη αυτή τη συμφέρει να διακηρύσσονται οι πιο αντιδραστικές ιδέες, η θρησκεία, ο σκοταδισμός, η υπεράσπιση των εκμεταλλευτών κτλ.

Θα ήθελα να ελπίζω πως το περιοδικό που θέλει να είναι όργανο του μαχόμενου υλισμού, θα δόσει στο αναγνωστικό μας κοινό υλικά της αθεϊστικής φιλολογίας, υποδείχνοντας για ποιες ακριβώς κατηγορίες αναγνωστών και από ποια πλευρά θα ήταν κατάλληλα τα διάφορα έργα, αναφέροντας ποια βιβλία εκδώσαμε ως τώρα (και πρέπει να παρθούν υπόψη μόνο οι κάπως καλές μεταφράσεις που δεν είναι και τόσο πολλές) και ποια πρέπει ακόμη να εκδοθούν.

* * * *

Εκτός από τη συμμαχία με τους συνεπείς υλιστές, που δεν ανήκουν στο Κόμμα των κομμουνιστών, την ίδια, αν όχι μεγαλύτερη, σημασία έχει για τη δουλειά που πρέπει να κάνει ο μαχόμενος υλισμός. η συμμαχία με τους εκπροσώπους των σύγχρονων φυσικών επιστημών, που τείνουν προς τον υλισμό και δεν φοβούνται να τον υπερασπίζουν και να τον διακηρύσσουν, καταπολεμώντας τις μοντέρνες φιλοσοφικές ταλαντεύσεις, οι οποίες επικρατούν στη λεγόμενη «μορφωμένη κοινωνία», ταλαντεύσεις προς την πλευρά του ιδεαλισμού και του σκεπτικισμού.

Το άρθρο του Α.Τιμιριάζεφ για τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 1-2 του περιοδικού «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα», δημιουργεί την ελπίδα πως το περιοδικό θα μπορέσει να πραγματοποιήσει και αυτή τη δεύτερη συμμαχία. Πρέπει να προσέξουμε περισσότερο αυτή τη συμμαχία. Πρέπει να μην ξεχνάμε ότι ακριβώς αυτή η απότομη στροφή που κάνουν τώρα οι σύγχρονες φυσικές επιστήμες δημιουργεί πλήθος αντιδραστικών φιλοσοφικών σχολών και παρασχολών, κατευθύνσεων και παρακατευθύνσεων. Γι' αυτό η παρακολούθηση των ζητημάτων που βάζει η νεότατη επανάσταση στον τομέα των φυσικών επιστημών, και η εξασφάλιση της συνεργασίας των φυσιοδιφών στο φιλοσοφικό περιοδικό, είναι πρόβλημα που χωρίς τη λύση του ο μαχόμενος υλισμός δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι ούτε μαχόμενος, ούτε υλισμός. Ο Τιμιριάζεφ στο πρώτο τεύχος του περιοδικού χρειάστηκε να αναφέρει το γεγονός ότι από τη θεωρία του Αϊνστάιν –ο οποίος όπως λέει ο Τιμιριάζεφ, δεν κάνει καμιά ενεργό εκστρατεία ενάντια στις βάσεις του υλισμού– αρπάχτηκε ήδη ένας πολύ μεγάλος αριθμός εκπροσώπων της αστικής διανόησης όλων των χωρών, μα αυτό δεν αφορά μόνο τον Αϊνστάιν, αλλά μια σειρά, αν όχι τους περισσότερους μεγάλους μεταμορφωτές των φυσικών επιστημών, αρχίζοντας από τα τέλη του 19ου αιώνα.

Και για να μην αντιμετωπίσουμε επιπόλαια ένα παρόμοιο φαινόμενο, πρέπει να καταλάβουμε πως χωρίς σοβαρή φιλοσοφική θεμελίωση καμιά φυσική επιστήμη, κανένας υλισμός δεν μπορεί να αντιπαλέψει την επίθεση των αστικών ιδεών και την αναστήλωση της αστικής κοσμοθεωρίας. Ο φυσιοδίφης για να αποδυθεί στην πάλη αυτή και για να τα βγάλει πέρα με απόλυτη επιτυχία, πρέπει να είναι συγχρονισμένος υλιστής, συνειδητός οπαδός του υλισμού που εκπροσωπεί ο Μαρξ, δηλαδή πρέπει να είναι διαλεκτικός υλιστής. Για να πετύχουν το σκοπό αυτό οι συνεργάτες του περιοδικού «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα» πρέπει να οργανώσουν τη συστηματική μελέτη της διαλεκτικής του Χέγκελ, από υλιστική άποψη, δηλαδή της διαλεκτικής που εφάρμοσε πρακτικά ο Μαρξ τόσο στο Κεφάλαιό του, όσο και στα ιστορικά και πολιτικά έργα του, και την εφάρμοσε με τέτοια επιτυχία, ώστε τώρα η κάθε μέρα που ξυπνούν και πορεύονται για τη ζωή τους οι καινούργιες τάξεις της Ανατολής (Ιαπωνία, Ινδία, Κίνα) –δηλ. οι εκατοντάδες των εκατομμυρίων της ανθρωπότητας, που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της γης και που με την ιστορική τους αδράνεια και τον ιστορικό τους λήθαργο προκαθόριζαν ως τώρα τη στασιμότητα και την αποσύνθεση σε πολλά προηγμένα κράτη της Ευρώπης– ώστε η κάθε μέρα που περνά, μπάζοντας στη ζωή καινούριους λαούς και καινούριες τάξεις, να επιβεβαιώνει ολοένα και περισσότερο το μαρξισμό.

Φυσικά, μια τέτοια δουλειά για τη μελέτη αυτή, για την ερμηνεία και την προπαγάνδα της χεγκελιανής διαλεκτικής είναι εξαιρετικά δύσκολη, και δεν χωράει αμφιβολία πως οι πρώτες προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση θα έχουν και λάθη. Μα λάθη δεν κάνει μόνο εκείνος που δεν φτιάχνει τίποτε. Έχοντας σαν βάση τον τρόπο που χρησιμοποίησε ο Μαρξ τη διαλεκτική τού Χέγκελ, με την υλιστική της έννοια, μπορούμε και οφείλουμε να επεξεργαστούμε αυτή τη διαλεκτική απ' όλες τις πλευρές, να δημοσιεύουμε στο περιοδικό αποσπάσματα από τα κύρια έργα του Χέγκελ και να τα ερμηνεύουμε υλιστικά, να τα σχολιάζουμε, έχοντας σαν βάση τα παραδείγματα εφαρμογής της διαλεκτικής από τον Μαρξ, καθώς και τα παραδείγματα διαλεκτικής από την περιοχή των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων, παραδείγματα που η νεότερη ιστορία, ιδιαίτερα ο σύγχρονος ιμπεριαλιστικός πόλεμος και η επανάσταση δίνουν πάρα πολλά. Η ομάδα των συντακτών και των συνεργατών του περιοδικού «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα» πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αποτελέσει ένα είδος «σύνδεσμο ματεριαλιστών οπαδών της χεγκελιανής διαλεκτικής». Οι σύγχρονοι φυσιοδίφες θα βρουν (αν ξέρουν να ψάξουν, κι αν μάθουμε να τους βοηθάμε) στην υλιστικά ερμηνευόμενη διαλεκτική του Χέγκελ μια σειρά απαντήσεις στα φιλοσοφικά ερωτήματα του Χέγκελ, μια σειρά απαντήσεις στα φιλοσοφικά ερωτήματα που βάζει η επανάσταση στις φυσικές επιστήμες και από τα οποία «παρασύρονται» προς την αντίδραση οι διανοούμενοι θιασώτες της αστικής μόδας.

Αν δεν βάλει μπροστά του αυτό το καθήκον κι αν δεν παλέψει συστηματικά για την εκπλήρωσή τους, ο υλισμός δεν μπορεί να είναι μαχόμενος υλισμός. Ένας τέτοιος υλισμός, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Στσεντρίν, λιγότερο θα πολεμά και περισσότερο θα τον πολεμάνε. Χωρίς αυτό το πράγμα οι μεγάλοι φυσιοδίφες θα είναι το ίδιο συχνά, όπως ως τώρα, αδύνατοι στα φιλοσοφικά τους συμπεράσματα και γενικεύσεις. Γιατί οι φυσικές επιστήμες προοδεύουν τόσο γοργά, περνούν μια τέτοια βαθιά επαναστατική αλλαγή σε όλους τους τομείς, που χωρίς φιλοσοφικά συμπεράσματα οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να προχωρήσουν σε καμιά περίπτωση.

Κλείνοντας θα φέρω ένα παράδειγμα που δεν αφορά τον τομέα της φιλοσοφίας, μα που οπωσδήποτε αφορά τον τομέα των κοινωνικών ζητημάτων που επίσης θέλει να παρακολουθεί το περιοδικό «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα». Πρόκειται για ένα από τα παραδείγματα που δείχνουν ότι η σύγχρονη δήθεν επιστήμη στην πραγματικότητα γίνεται φορέας των πιο χοντροκομμένων και πρόστυχων αντιδραστικών απόψεων.

Εδώ και λίγο καιρό μου έστειλαν το περιοδικό «Εκονομίστ», τεύχος. 1 (1922) όργανο του ΧΙ τμήματος του «Ρωσικού Τεχνικού Συνδέσμου». Ο νεαρός κομμουνιστής που μου έστειλε το περιοδικό αυτό (που δεν είχε ίσως τον καιρό να κατατοπιστεί στο περιεχόμενο του περιοδικού) είχε την απερισκεψία να εκφραστεί για το περιοδικό με θερμότατα λόγια. Στην πραγματικότητα το περιοδικό, δεν ξέρω ως ποιο βαθμό συνειδητά, είναι όργανο των σύγχρονων φεουδαρχών, που καλύπτονται φυσικά με το μανδύα της επιστήμης, της δημοκρατίας κτλ.

Κάποιος κύριος Π.Α.Σορόκιν δημοσιεύει στο περιοδικό αυτό κάτι ατέλειωτες «κοινωνιολογικές» δήθεν μελέτες «Για την επίδραση του πολέμου». Το επιστημονικό άρθρο βρίθει από επιστημονικές παραπομπές στα «κοινωνιολογικά» έργα του συγγραφέα και των πολυάριθμων δασκάλων και συναδέλφων του από το εξωτερικό. Να τι λογής επιστήμονας είναι:

Στη σελίδα 83 διαβάζω:

«Στην Πετρούπολη σε κάθε 10.000 γάμους αντιστοιχούν τώρα 92,2 διαζύγια –αριθμός απίστευτος, και στα 100 διαζύγια τα 51.1 είναι περιπτώσεις που ο γάμος διατηρήθηκε λιγότερο από 1 χρόνο, τα 11% λιγότερο από 1 μήνα, τα 22% λιγότερο από 2 μήνες, τα 41% λιγότερο από 3-6 μήνες και μόνο τα 26% είναι πάνω από 6 μήνες. Οι αριθμοί αυτοί λένε πως ο σύγχρονος νόμιμος γάμος είναι τύπος που κρύβει στην ουσία εξωγαμικές σεξουαλικές σχέσεις και δίνει τη δυνατότητα σε όσους αγαπάνε τα «ξινά» να ικανοποιούν «νόμιμα» τις ορέξεις τους» («Εκονομίστ», τεύχος. 1, σελ. 83).

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο κύριος αυτός και ο ρωσικός Τεχνικός Σύνδεσμος που εκδίδει το περιοδικό και δημοσιεύει σ' αυτό τέτοιες φαντασίες συγκαταλέγουν τον εαυτό τους στους οπαδούς της δημοκρατίας και θα το θεωρήσουν μέγιστη προσβολή, αν τους φωνάζει κανείς με το πραγματικό τους όνομα, δηλαδή φεουδάρχες, αντιδραστικούς «διπλωματούχους λακέδες της παπαδοκρατίας». Και η ελάχιστη γνώση της νομοθεσίας των αστικών χωρών για το γάμο, το διαζύγιο και τα εξώγαμα παιδιά, όπως και της πραγματικής κατάστασης στο ζήτημα αυτό, θα δείξει στον κάθε ενδιαφερόμενο ότι η σύγχρονη αστική δημοκρατία, ακόμη και στα πιο δημοκρατικά αστικά πολιτεύματα, εμφανίζεται από την άποψη αυτή εντελώς φεουδαρχική απέναντι στη γυναίκα και στα εξώγαμα παιδιά.

Αυτό φυσικά δεν εμποδίζει τους μενσεβίκους τους εσέρους και ένα μέρος των αναρχικών, καθώς και όλα τα αντίστοιχα κόμματα της Δύσης να εξακολουθούν να φωνασκούν για τη δημοκρατία που την παραβιάζουν οι μπολσεβίκοι. Στην πραγματικότητα, η μπολσεβίκικη ακριβώς επανάσταση είναι η μοναδική συνεπής δημοκρατική επανάσταση σε σχέση με τέτια ζητήματα, όπως ο γάμος, το διαζύγιο και η θέση των εξώγαμων παιδιών. Και το ζήτημα αυτό θίγει με τον πιο άμεσο τρόπο τα συμφέροντα του μισού και πλέον πληθυσμού οποιασδήποτε χώρας. Μόνο η μπολσεβίκικη επανάσταση για πρώτη φορά –παρά το γεγονός ότι προηγήθηκαν ένα σωρό αστικές επαναστάσεις που αυτοτιτλοφορήθηκαν δημοκρατικές– έκανε αποφασιστική πάλη προς την κατεύθυνση αυτή τόσο ενάντια στην αντίδραση και στη φεουδαρχία, όσο και ενάντια στην συνηθισμένη υποκρισία των ιθυνόντων και εύπορων τάξεων.

Αν τα 92 διαζύγια σε 10.000 γάμους είναι για τον Σορόκιν αριθμός απίστευτος, πρέπει να προϋποθέσουμε πως ή ο συγγραφέας έζησε και μεγάλωσε σε κάποιο μοναστήρι, τόσο απομονωμένο από τη ζωή, που είναι ζήτημα αν θα πιστέψει κανείς την ύπαρξη ενός τέτοιου μοναστηριού, ή ο συγγραφέας αυτός διαστρεβλώνει την αλήθεια προς όφελος της αντίδρασης και της αστικής τάξης. Καθένας που ξέρει κάπως τις κοινωνικές συνθήκες των αστικών χωρών, ξέρει ότι ο πραγματικός αριθμός των πραγματικών διαζυγίων (που φυσικά δεν έχουν επικυρωθεί από την εκκλησία και το νόμο) είναι παντού ασύγκριτα μεγαλύτερος. Η Ρωσία από την άποψη αυτή διαφέρει από τις άλλες χώρες μόνο κατά το ότι οι νόμοι της δεν καθαγιάζουν την υποκρισία και τη στέρηση των δικαιωμάτων της γυναίκας και του παιδιού της, αλλά ανοιχτά και στον όνομα της κρατικής εξουσίας κάνουν συστηματικό πόλεμο ενάντια σε κάθε υποκρισία και σε κάθε ανομία.

Το μαρξιστικό περιοδικό θα υποχρεωθεί να ανοίξει μέτωπο και ενάντια σε κάτι τέτοιους σύγχρονους «μορφωμένους» φεουδάρχες. Ίσως ένας αρκετός αριθμός απ' αυτούς να παίρνει ακόμη και κρατικά χρήματα και να δουλεύει σε κρατικές υπηρεσίες διαπαιδαγώγησης της νεολαίας, αν και για τη δουλιά αυτή δεν είναι περισσότερο κατάλληλοι απ' ό,τι οι κοινοί προαγωγοί θα ήταν κατάλληλοι για παιδονόμοι στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της μικρής ηλικίας.

Η εργατική τάξη της Ρωσίας κατάφερε να κατακτήσει την εξουσία, μα δεν έμαθε ακόμη να την χρησιμοποιεί, γιατί αν δεν ήταν έτσι, από καιρό θα είχε ευγενικότατα εξαποστείλει στις χώρες της αστικής «δημοκρατίας» κάτι τέτοιους δασκάλους και μέλη επιστημονικών συνδέσμων. Κάτι τέτοιοι φεουδάρχες εκεί θα βρουν τη θέση που τους ταιριάζει.

Μα η εργατική τάξη θα το μάθει κι αυτό, φτάνει να υπάρχει θέληση.

12/ ΙΙΙ/1922

Ν. ΛΕΝΙΝ

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010

Μάο Τσετούνγκ: Για την πράξη


Για την πράξη[1]

Η σύνδεση γνώσης και πράξης - Η σύνδεση γνώσεων και δράσης[2]

Ο προμαρξιστικός υλισμός εξέταζε τα προβλήματα της γνώσης χωρίς να λαβαίνει υπόψη την κοινωνική φύση των ανθρώπων, χωρίς να λαβαίνει υπόψη την ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας, και εξαιτίας αυτού ήταν ανίκανος να εννοήσει, πως η γνώση εξαρτάται από την κοινωνική πράξη, πως δηλαδή εξαρτάται από την παραγωγή και την ταξική πάλη.

Οι μαρξιστές θεωρούν πρώτα – πρώτα, πως η παραγωγική δραστηριότητα των ανθρώπων αποτελεί την ίδια τη βάση της πρακτικής τους δραστηριότητας, η οποία και καθορίζει κάθε άλλη δραστηριότητα. Ως προς τις γνώσεις τους, οι άνθρωποι εξαρτιόνται ουσιαστικά από την υλική παραγωγική τους δραστηριότητα, στην πορεία της οποίας κατανοούν βαθμιαία τα φαινόμενα της φύσης, τις ιδιότητές τους, τους νόμους τους, καθώς και τις σχέσεις του ανθρώπου προς τη φύση. Ταυτόχρονα, χάρη στην παραγωγική τους δραστηριότητα, μαθαίνουν να γνωρίζουν σε διάφορους βαθμούς, μα το ίδιο βαθμιαία, τις καθορισμένες σχέσεις, που υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους. Όλες αυτές οι γνώσεις δεν μπορεί να αποκτηθούν έξω από την παραγωγική δραστηριότητα. Στην αταξική κοινωνία, το κάθε ξεχωριστό άτομο, όντας μέλος αυτής της κοινωνίας, που συνεργάζεται με τα άλλα μέλη της κοινωνίας και έρχεται σε καθορισμένες παραγωγικές σχέσεις μαζί τους, επιδίδεται σε μια παραγωγική δραστηριότητα, η οποία κατευθύνεται στη λύση των προβλημάτων, που σχετίζονται με την υλική ζωή των ανθρώπων. Στις διάφορες ταξικές κοινωνίες, τα μέλη των κοινωνιών αυτών, που ανήκουν σε διαφορετικές τάξεις και που έρχονται, κάτω από ποικίλες μορφές, σε καθορισμένες παραγωγικές σχέσεις μεταξύ τους, επιδίδονται το ίδιο σε μια παραγωγική δραστηριότητα, η οποία κατευθύνεται στη λύση των προβλημάτων, που σχετίζονται με την υλική ζωή των ανθρώπων. Εκεί βρίσκεται η βασική πηγή της ανάπτυξης της ανθρώπινης γνώσης.

Η κοινωνική πράξη των ανθρώπων δεν περιορίζεται σε μόνη την παραγωγική δραστηριότητα˙παίρνει και άλλες πολλές μορφές ακόμα: της ταξικής πάλης, της πολιτικής ζωής, της δραστηριότητας, που αναπτύσσεται στο πεδίο της επιστήμης και της τέχνης. Με δυό λόγια, ο κοινωνικός άνθρωπος συμμετέχει σ’ όλους τους τομείς της πρακτικής ζωής της κοινωνίας. Για το λόγο αυτό, ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να γνωρίσει το κόσμο, κατανοεί, σε διάφορους βαθμούς, τις ποικίλες σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους, όχι μόνο στην υλική ζωή, μα επίσης και στην πολιτική και πολιτιστική ζωή (που συνδέεται στενά με την υλική ζωή). Ανάμεσα σ’ αυτές τις σχέσεις, ι διάφορες μορφές της ταξικής πάλης ασκούν ιδιαίτερα βαθιά επίδραση στην ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης. Στην ταξική κοινωνία, ο κάθε άνθρωπος κατέχει μία καθορισμένη ταξική θέση και δεν υπάρχει μέθοδος σκέψης, που να μη φέρει την ταξική σφραγίδα.

Οι μαρξιστές θεωρούν, πως η παραγωγική δραστηριότητα της ανθρώπινης κοινωνίας αναπτύσσεται βήμα προς βήμα, από τις κατώτερες βαθμίδες στις ανώτερες˙ για το λόγο αυτό οι ανθρώπινες γνώσεις, τόσο αναφορικά με τη φύση όσο και αναφορικά με την κοινωνία, αναπτύσσονται επίσης βήμα προς βήμα, από τις κατώτερες βαθμίδες στις ανώτερες. Δηλαδή, από το απλό στο σύνθετο, από το μονόπλευρο στο πολύπλευρο. Στη διάρκεια μιας εξαιρετικά μακρόχρονης ιστορικής περιόδου, οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να εννοήσουν την ιστορία της κοινωνίας παρά κατά τρόπο μονόπλευρο. Αυτό ήταν συνέπεια, από τη μία πλευρά, του σκόπιμου τρόπου με τον οποίο αντιμετώπιζαν τα πράγματα οι εκμεταλλεύτριες τάξεις που συνεχώς διαστρέβλωναν την ιστορία της κοινωνίας, και από την άλλη, της περιορισμένης κλίμακας της παραγωγής, που περιόριζε τους ορίζοντες των ανθρώπων. Και μόνο όταν, με τη γιγάντια εμφάνιση των παραγωγικών δυνάμεων –της μεγάλης βιομηχανίας- παρουσιάστηκε το σύγχρονο προλεταριάτο, μπόρεσαν οι άνθρωποι να φτάσουν σε μια ολοκληρωμένη κατανόηση της ιστορίας, της ιστορικής ανάπτυξης της κοινωνίας και να μεταβάλλουν τις γνώσεις τους σε επιστήμη, την επιστήμη του μαρξισμού.

Οι μαρξιστές θεωρούν, πως μόνο η κοινωνική πράξη των ανθρώπων μπορεί να αποτελέσει το κριτήριο της αλήθειας των γνώσεων, που έχει ο άνθρωπος για τον εξωτερικό κόσμο. Γιατί, στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι μόνο πετυχαίνοντας στην κοινωνική πράξη(στο προτσές της υλικής παραγωγής, της ταξικής πάλης, των επιστημονικών πειραματισμών) τα αποτελέσματα που περιμένουν απ’ αυτή, μόνο τότε λαβαίνουν την επιβεβαίωση της αλήθειας των γνώσεών τους. Εφόσον οι άνθρωποι επιθυμούν να έχουν επιτυχίες στη δουλειά τους, δηλαδή, να φτάσουν τα αποτελέσματα που περιμένουν, είναι εντελώς απαραίτητο να εναρμονίσουν τις ιδέες τους με τους νόμους του αντικειμενικού εξωτερικού κόσμου˙ στην αντίθετη περίπτωση θα αποτύχουν στην πράξη. Όταν οι άνθρωποι αποτυχαίνουν, διδάσκονται από τις ίδιες τις αποτυχίες τους, τροποποιούν τις ιδέες τους και τις θέτουν σε αρμονία με τους νόμους του εξωτερικού κόσμου˙ και τότε μπορούν να μετατρέψουν την ήττα τους σε νίκη. Ακριβώς αυτή την αλήθεια εκφράζουν τα ακόλουθα γνωμικά: «Η αποτυχία είναι μητέρα της επιτυχίας», «κάθε αποτυχία μας κάνει σοφότερους».

Η υλιστική – διαλεκτική θεωρία της γνώσης θέτει σε πρώτη μοίρα την πράξη, θεωρώντας, πως η ανθρώπινη γνώση σε καμιά βαθμίδα της δεν μπορεί να αποκοπεί από την πράξη και απορρίπτοντας όλες τις εσφαλμένες θεωρίες που αρνούνται τη σπουδαιότητα της πράξης και ξεκόβουν τη γνώση από την πράξη. Ο Λένιν είπε: «Η πράξη είναι ανώτερη από τη γνώση (τη θεωρητική γνώση) γιατί έχει το πλεονέκτημα όχι μόνο του γενικού, μα και της άμεσης πραγματικότητας»[3]

Η μαρξιστική φιλοσοφία –ο διαλεκτικός υλισμός- έχει δύο ξεκάθαρα διακριτικά γνωρίσματα: το πρώτο, είναι ο ταξικός χαρακτήρας της, η σαφής διακήρυξη, πως ο διαλεκτικός υλισμός υπηρετεί το προλεταριάτο. Το δεύτερο, είναι ο πρακτικός χαρακτήρας της. Εδώ τονίζεται το γεγονός, ότι θεμέλιο της θεωρίας είναι η πράξη και, ότι η θεωρία, με τη σειρά της, υπηρετεί την πράξη. Η αλήθεια μιας γνώσης ή μιας θεωρίας καθορίζεται όχι από την υποκειμενική εκτίμηση, αλλά από τα αποτελέσματα της αντικειμενικής κοινωνικής πράξης. Το κριτήριο της αλήθειας δεν μπορεί να είναι άλλο από την κοινωνική πράξη. Η άποψη της πράξης, είναι η πρώτη, η βασική άποψη της υλιστικής θεωρίας της γνώσης[4].

Αλλά, πως η ανθρώπινη γνώση γεννιέται από την πράξη και πως, με τη σειρά της, υπηρετεί την πράξη; Για να το καταλάβουμε αυτό, αρκεί να εξετάσουμε το προτσές ανάπτυξης της γνώσης.

είναι γεγονός, ότι οι άνθρωποι, στη διαδικασία της πρακτικής τους δραστηριότητας, στην αρχή δεν βλέπουν παρά την εξωτερική όψη των διαφόρων πραγμάτων, των διαφόρων φαινομένων, τον εξωτερικό δεσμό που υπάρχει ανάμεσα στα μεμονωμένα πράγματα και φαινόμενα. Έτσι, λόγου χάρη, οι άνθρωποι, που ήρθαν από αλλού για να μελετήσουν την κατάσταση στο Γενάν, την πρώτη ή τη δεύτερη μέρα είδαν την τοποθεσία, τους δρόμους, τα σπίτια. Ήρθαν σε επαφή με πολλούς ανθρώπους, παραβρέθηκαν σε δεξιώσεις, σε εσπερίδες, σε συγκεντρώσεις, άκουσαν διάφορους λόγους, διάβασαν διάφορα ντοκουμέντα. Όλα αυτά αποτελούν την εξωτερική όψη των φαινομένων, μεμονωμένες απόψεις αυτών των φαινομένων και τον εξωτερικό δεσμό, που υπάρχει μεταξύ τους. Το σημείο αυτό του προτσές της γνώσης ονομάζεται βαθμίδα των αισθημάτων και των παραστάσεων. Τα διάφορα φαινόμενα, που συνάντησαν στο Γενάν οι κ.κ. μέλη της επιτροπής ερεύνης, επενεργώντας στα αισθητήρια όργανα των ανθρώπων αυτών, τους δημιούργησαν καθορισμένα αισθήματα. Στη συνείδησή τους δημιουργήθηκε μια ολόκληρη σειρά από παραστάσεις και σχηματίσθηκε, ένας, κατά προσέγγιση, εξωτερικός δεσμός. Τέτοια είναι η πρώτη βαθμίδα της γνώσης. Στη βαθμίδα αυτή, οι άνθρωποι δεν μπορούν ακόμα να επεξεργασθούν βαθιές έννοιες, ούτε να καταλήξουν σε λογικά συμπεράσματα.

Η εξακολούθηση της κοινωνικής πράξης οδηγεί σε πολλαπλή επανάληψη των φαινομένων, που προκαλούν στους ανθρώπους αισθήματα και παραστάσεις. Τότε δημιουργείται στην ανθρώπινη συνείδηση, ένα άλμα στο προτσές της γνώσης: η εμφάνιση των εννοιών. Η έννοια δεν αντανακλά πια την εξωτερική όψη των πραγμάτων, των φαινομένων, τη μεμονωμένη τους όψη, τους εξωτερικούς δεσμούς, που υπάρχουν ανάμεσά τους, συλλαμβάνει την ουσία του φαινομένου, το φαινόμενο στο σύνολό του, τους εσωτερικούς δεσμούς των φαινομένων. Η διαφορά ανάμεσα στην έννοια και στο αίσθημα δεν είναι μόνο ποσοτική, αλλά και ποιοτική. Η ανάπτυξη, που συνεχίζεται σ’ αυτή τη κατεύθυνση, η χρήση των μεθόδων κρίσης, επαγωγής, μπορούν να καταλήξουν σε λογικά συμπεράσματα. Όταν, στο μυθιστόρημα των τριών βασιλείων,[5] λέγεται: «Φτάνει να μαζέψεις τα φρύδια, κι ένα στρατήγημα θα σου κατεβεί αμέσως στο νου», ή, όταν συνήθως λέμε: «Άφησέ με να σκεφθώ», αυτό σημαίνει, πως ο άνθρωπος ενεργεί διανοητικά με τη βοήθεια των εννοιών, για να εκφέρει κρίσεις και να εξαγάγει συμπεράσματα. Αυτή είναι η δεύτερη βαθμίδα της γνώσης.

Οι κ.κ. μέλη της επιτροπής ερεύνης, που ήρθαν στο Γενάν, αφού συγκεντρώσουν ποικίλα στοιχεία «και σκεφθούν πάνω σ’ αυτά», θα μπορέσουν να εκφέρουν την ακόλουθη κρίση: «Η πολιτική του ενιαίου εθνικού αντιγιαπωνέζικου μετώπου, που εφαρμόζει το Κομμουνιστικό Κόμμα, φαίνεται συνεπής, ειλικρινής και τίμια». Αν είναι το ίδιο με μας τίμιοι οπαδοί της ενότητας και επιδιώκουν να εξασφαλισθεί η σωτηρία του έθνος, θα μπορέσουν, αφού εκφέρουν μια τέτοια κρίση, να προχωρήσουν παραπέρα και να εξαγάγουν το ακόλουθο συμπέρασμα: «Το ενιαίο εθνικό αντιγιαπωνέζικο μέτωπο μπορεί να δημιουργηθεί με επιτυχία». Μέσα στο γενικό προτσές της γνώσης, που αποκτούν οι άνθρωποι για οποιοδήποτε φαινόμενο, η βαθμίδα αυτή των εννοιών, των κρίσεων και των επαγωγών, εμφανίζεται σαν μια βαθμίδα ακόμα πιο σημαντική, σαν η βαθμίδα της ορθολογικής (rationelle) γνώσης.

Το αληθινό έργο της γνώσης συνίσταται στο να ανυψωθεί από το αίσθημα στη σκέψη, να ανυψωθεί ως τη βαθμιαία διασάφηση των εσωτερικών αντιθέσεων των πραγμάτων, των φαινομένων, που υπάρχουν αντικειμενικά, ως τη διασάφηση των νόμων τους, της εσωτερικής σύνδεσης των διαφόρων προτσές, συνίσταται, δηλαδή, στο να καταλήξει στη λογική γνώση. Επαναλαμβάνουμε: η λογική γνώση διαφέρει από την αισθητηριακή γνώση κατά το ότι ενώ η αισθητηριακή γνώση συλλαμβάνει μεμονωμένες όψεις των πραγμάτων, των φαινομένων, τις εξωτερικές όψεις τους, τον εξωτερικό δεσμό των φαινομένων, η λογική γνώση κάνοντας ένα τεράστιο βήμα προς τα μπρος, συλλαμβάνει το φαινόμενο στο σύνολό του, την ουσία του και τον εσωτερικό δεσμό των φαινομένων, ανέρχεται ως την αποκάλυψη των εσωτερικών αντιθέσεων του κόσμου, που μας περιβάλλει, και από κει μπορεί να φτάσει την ανάπτυξη του κόσμου αυτού στο σύνολο του, με τους γενικούς εσωτερικούς δεσμούς.

Μια τέτοια υλιστική – διαλεκτική θεωρία του προτσές της γνώσης, θεμελιωμένη στην πράξη, που να προχωρεί απ’ αυτό που βρίσκεται στην επιφάνεια σ’ αυτό που βρίσκεται στο βάθος, ήταν άγνωστη πριν από το μαρξισμό. Πρώτος ο διαλεκτικός υλισμός έλυσε σωστά το πρόβλημα αυτό, αποκάλυψε, κατά τρόπο υλιστικό και διαλεκτικό, την κίνηση της γνώσης στην κατεύθυνση της συνεχούς εμβάθυνσής της, την προοδευτική κίνηση της γνώσης των κοινωνικών ανθρώπων μέσα στην πολύπλοκη και διαρκώς επαναλαμβανόμενη πράξη τους, την παραγωγή και την ταξική πάλη˙ την κίνηση από την αισθητηριακή γνώση στη λογική γνώση. Ο Λένιν είπε: «Οι αφαιρέσεις της ύλης, των νόμων της φύσης, η αφαίρεση της αξίας κ.λ.π., με μια λέξη, όλες οι επιστημονικές αφαιρέσεις (οι σωστές, οι σοβαρές, οι όχι αυθαίρετες) αντανακλούν τη φύση πιο βαθιά, πιο πιστά, πιο ολοκληρωμένα»[6]. Ο μαρξισμός – λενινισμός θεωρεί, πως τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που διακρίνουν τις δυό βαθμίδες του προτσές της γνώσης, συνίστανται στο γεγονός, ότι στην κατώτερη βαθμίδα η γνώση εμφανίζεται σαν αισθητηριακή γνώση, στην ανώτερη βαθμίδα σαν λογική γνώση, αλλά, οπωσδήποτε οι δύο αυτές βαθμίδες αποτελούν την κλιμάκωση ενός ενιαίου προτσές της γνώσης. Η αισθητηριακή γνώση και η ορθολογική γνώση διαφέρουν ως προς το χαρακτήρα τους, μα ωστόσο δεν χωρίζονται η μία από την άλλη, αλλά ενώνονται πάνω στη βάση της πράξης.

Η πράξη μας δείχνει, πως τα πράγματα και τα φαινόμενα, που έχουμε αντιληφθεί με τις αισθήσεις μας, δεν μπορούμε να τα κατανοήσουμε αμέσως, και, πως μόνο τα φαινόμενα, που έχουμε κατανοήσει, μπορούμε να τα αισθανθούμε κατά τρόπο ακόμα βαθύτερο. Οι αισθήσεις δεν μπορούν να λύσουν παρά το πρόβλημα των εξωτερικών όψεων των φαινομένων˙ το πρόβλημα της ουσίας όμως δεν μπορεί να λυθεί παρά μόνο με τη θεωρητική σκέψη. Η λύση των προβλημάτων αυτών σε καμία βαθμίδα δεν μπορεί να αποκοπεί από την πράξη. Κανένα φαινόμενο δεν μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος αν δεν έρθει σε επαφή μ’ αυτό, δηλαδή αν η ίδια η ζωή του (η πράξη) δεν ξετυλίγεται μέσα στις συνθήκες, όπου εκδηλώνεται το φαινόμενο αυτό.

Στις συνθήκες της φεουδαρχικής κοινωνίας ήταν αδύνατο να γνωρίζουν από τα πριν οι άνθρωποι τους νόμους της καπιταλιστικής κοινωνίας, εφόσον ο καπιταλισμός δεν είχε κάμει ακόμα την εμφάνισή του και δεν υπήρχε μια αντίστοιχη πρακτική. Ο μαρξισμός δεν μπορούσε να γεννηθεί, παρά από την καπιταλιστική κοινωνία. Στην εποχή του φιλελεύθερου καπιταλισμού ο Μαρξ δεν μπορούσε να γνωρίζει, συγκεκριμένα από τα πριν, ορισμένους νόμους, χαρακτηριστικούς της εποχής του ιμπεριαλισμού, εφόσον ο ιμπεριαλισμός, σαν το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, δεν είχε κάμει ακόμα την εμφάνισή του και δεν υπήρχε μια αντίστοιχη πρακτική˙ μόνο ο Λένιν και ο Στάλιν μπόρεσαν να επιτελέσουν το έργο αυτό. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Λένιν και ο Στάλιν μπόρεσαν να δημιουργήσουν τη θεωρία τους όχι μόνο χάρη στη μεγαλοφυία τους, αλλά προπαντός γιατί πήραν μέρος προσωπικά στην αντίστοιχη με την εποχή τους πρακτική της ταξικής πάλης και των επιστημονικών πειραματισμών˙ χωρίς τον τελευταίο αυτό όρο καμιά μεγαλοφυία δεν θα μπορούσε να τους οδηγήσει στην επιτυχία. Η έκφραση: «Ο σιεουτσάι[7], και χωρίς να περάσει το κατώφλι του σπιτιού του μπορεί να μάθει όλα όσα συμβαίνουν κάτω από τον ήλιο», ήταν μια κούφια φράση στα παλιά χρόνια, όταν η τεχνική δεν είχε ακόμα εξελιχθεί˙ και παρ’ όλο που στην εποχή μας, όταν η τεχνική έχει εξελιχθεί, αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί, ωστόσο μόνο οι άνθρωποι που ζουν στην πράξη «αυτά που συμβαίνουν κάτω από τον ήλιο», μπορούν να έχουν αυθεντικές γνώσεις, που τις απόκτησαν με την προσωπική τους πείρα. Οι άνθρωποι αυτοί στην πορεία της πρακτικής τους δραστηριότητας αποκτούν ορισμένες «γνώσεις», που, χάρη στη γραφή και την τεχνική, μπορούν να μεταβιβασθούν στον «σιεουτσάι» και να του δώσουν τη δυνατότητα να γνωρίσει έμμεσα, «όλα όσα συμβαίνουν κάτω από τον ήλιο».

Για να γνωρίσουμε άμεσα ένα φαινόμενο ή ορισμένα φαινόμενα, είναι απαραίτητο να πάρουμε μέρος προσωπικά στην πάλη, που αποσκοπεί να μετασχηματίσει την πραγματικότητα, το φαινόμενο ή τα φαινόμενα αυτά, γιατί μόνο παίρνοντας μέρος προσωπικά σε μια τέτοια πρακτική πάλη μπορούμε να έρθουμε σε επαφή με την εξωτερική όψη του φαινομένου ή των φαινομένων αυτών, μπορούμε να αποκαλύψουμε την ουσία του φαινομένου ή των φαινομένων αυτών, να τα κατανοήσουμε. Τέτοια είναι η πορεία, που ακολουθεί ο άνθρωπος μέσα στην πραγματικότητα, για να αποκτήσει γνώσεις, μόνο που μερικοί διαστρεβλώνουν σκόπιμα την αλήθεια και ισχυρίζονται τα αντίθετα. Οι πιο γελοίοι είναι εκείνοι, που τους λένε «παντογνώστες» και που, γεμάτοι από γνώσεις τυχαίες, αποσπασματικές, θεωρούν τους εαυτούς τους «ανώτερους από όλα». Γεγονός, που μαρτυράει ακριβώς την απροσμέτρητη κενοδοξία τους.

Γνώση, θα πει επιστήμη, και η επιστήμη δεν θα μπορούσε να ανεχθεί ούτε την ελάχιστη υποκρισία, ούτε την ελάχιστη υπεροψία˙ ίσα – ίσα, εκείνο, που της χρειάζεται απόλυτα είναι ακριβώς το αντίθετο: η τιμιότητα και η μετριοφροσύνη. Αν θέλουμε να αποκτήσουμε γνώσεις, πρέπει να πάρουμε μέρος στην πράξη, που μετασχηματίζει την πραγματικότητα. Όποιος θέλει να γνωρίσει τη γεύση του αχλαδιού, πρέπει να το μεταμορφώσει δοκιμάζοντάς το. Όποιος θέλει να γνωρίσει τη σύσταση και τις ιδιότητες του ατόμου, πρέπει να καταπιαστεί με φυσικά και χημικά πειράματα, να μεταβάλλει την κατάσταση του ατόμου. Όποιος θέλει να γνωρίσει τη θεωρία και τις μεθόδους της επανάστασης, πρέπει να πάρει μέρος στην επανάσταση.

Όλες οι αυθεντικές γνώσεις είναι καρπός άμεσης πείρας. Ωστόσο ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει άμεση πείρα για όλα τα πράγματα και, στην πραγματικότητα, οι περισσότερες γνώσεις μας είναι προϊόν έμμεσης πείρας, είναι γνώσεις που έφθασαν σ’ εμάς απ’ όλους τους περασμένους αιώνες και γνώσεις που απόκτησαν άνθρωποι από άλλα μέρη. Οι γνώσεις αυτές είναι αποτέλεσμα της άμεσης πείρας ανθρώπων που έζησαν προηγούμενα ή της άμεσης πείρας άλλων. Αν στη διαδικασία της πράξης των προγόνων μας ή των σύγχρονών μας οι γνώσεις αυτές ανταποκρίνονταν στον όρο, που ανέφερε ο Λένιν, δηλαδή, αν ήταν αποτέλεσμα μιας «επιστημονικής αφαίρεσης», αν αποτελούσαν επιστημονική αντανάκλαση φαινομένων, που υπάρχουν αντικειμενικά, τότε οι γνώσεις αυτές είναι ασφαλείς˙ στην αντίθετη περίπτωση, δεν είναι ασφαλείς. Γι’ αυτό οι γνώσεις των ανθρώπων συγκροτούνται από δύο μέρη: από τα δεδομένα της άμεσης πείρας και από τα δεδομένα της έμμεσης πείρας. Ωστόσο, κάτι, που για μένα είναι έμμεση πείρα, είναι για τους άλλους άμεση πείρα. Από δω βγαίνει, πως μιλώντας για τις γνώσεις στο σύνολό τους, μπορούμε να πούμε, πως καμιά γνώση δεν μπορεί να ξεκοπεί από την άμεση πείρα.

Η πηγή όλων των γνώσεων βρίσκεται στα αισθήματα, που σχηματίζονται στους ανθρώπους μέσω της αντανάκλασης του αντικειμενικού εξωτερικού κόσμου στα αισθητήρια όργανα των ανθ΄ρωπων˙ όποιος αρνείται το αίσθημα, όποιος αρνείται την άμεση πείρα, όποιος αρνείται να συμμετάσχει προσωπικά στην πράξη, που μετασχηματίζει την πραγματικότητα, αυτός δεν είναι υλιστής. Γι’ αυτό και είναι γελοίοι οι «παντογνώστες». Οι κινέζοι έχουν ένα παλιό γνωμικό: «Αν δεν τρυπήσεις στην φωλιά της τίγρης δεν θα μπορέσεις να πιάσεις τα μικρά της». Αυτό το γνωμικό ισχύει και για την ανθρώπινη πρακτική και στον ίδιο βαθμό, για τη θεωρία της γνώσης. Γνώση ξεκομμένη από την πράξη είναι αδιανόητη.

Για να δείξουμε την υλιστική διαλεκτική κίνηση της γνώσης, η οποία προβάλλει πάνω στη βάση της πράξης, που μετασχηματίζει την πραγματικότητα –κίνηση της γνώσης στην κατεύθυνση της βαθμιαίας εμβάθυνσης- θα δώσουμε ακόμα μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα.

Στην αρχική περίοδο της δράσης του, στην περίοδο της καταστροφής των μηχανών και της αυθόρμητης πάλης, το προλεταριάτο δεν βρισκόταν παρά στη βαθμίδα της αισθητηριακής γνώσης, ως προς τη γνώση της καπιταλιστικής κοινωνίας, και δε γνώριζε παρά τις μεμονωμένες όψεις και τους εξωτερικούς δεσμούς των διαφόρων φαινομένων του καπιταλισμού. Την εποχή αυτή, το προλεταριάτο δεν ήταν παρά αυτό, που ονομάζουν «τάξη καθεαυτή». Όταν όμως άρχισε η δεύτερη περίοδος της δράσης του προλεταριάτου, η περίοδος της συνειδητής και οργανωμένης οικονομικής και πολιτικής πάλης, όταν η πλούσια πείρα, που έδωσε η μακρόχρονη πάλη του προλεταριάτου, βρήκε την επιστημονική της γενίκευση από τον Μαρξ και τον Ένγκελς, και όταν γεννήθηκε η θεωρία του μαρξισμού και χρησιμοποιήθηκε για τη διαφώτιση του προλεταριάτου –θεωρία, που διδάσκει στο προλεταριάτο πως να κατανοήσει την ουσία της καπιταλιστικής κοινωνίας, πως να κατανοήσει τις σχέσεις εκμετάλλευσης, που δημιουργήθηκαν ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, πως να κατανοήσει τη δική του ιστορική αποστολή σαν τάξη- τότε το προλεταριάτο έγινε «τάξη για τον εαυτό της».

Την ίδια πορεία ακολούθησε και ο κινέζικος λαός στη γνώση του ιμπεριαλισμού. Η πρώτη βαθμίδα ήταν η βαθμίδα της αισθητηριακής, επιφανειακής γνώσης, η βαθμίδα της πάλης εναντίον των ξένων γενικά, στην εποχή των εξεγέρσεων των Ταϊπίνγκ, των Ιχοτουάν κ.α. Μόνο η δεύτερη βαθμίδα ήταν η βαθμίδα της ορθολογικής γνώσης, όταν ο κινέζικος λαός διέκρινε τις διάφορες εσωτερικές και εξωτερικές αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού, όταν διέκρινε την ουσία της καταπίεσης και εκμετάλλευσης των πλατιών λαϊκών μαζών από την πλευρά του ιμπεριαλισμού, που είχε συμμαχήσει με την κομπραντόρικη αστική τάξη και την τάξη των φεουδαρχών της Κίνας: η γνώση αυτή άρχισε μόνο με την περίοδο του Κινήματος της 4ης Μαΐου 1919.

Ας έρθουμε τώρα στον πόλεμο. Αν ο πόλεμος διευθυνόταν από ανθρώπους χωρίς στρατιωτική πείρα, οι άνθρωποι αυτοί δεν θα μπορούσαν να κατανοήσουν, στο πρώτο στάδιο, τους βαθείς νόμους, που διέπουν τη διαδικασία ενός συγκεκριμένου, δεδομένου πολέμου (λόγου χάρη του δικού μας Επαναστατικού αγροτικού πολέμου της τελευταίας δεκαετίας). Στο πρώτο στάδιο δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν παρά την πείρα από την προσωπική τους συμμετοχή σε πολυάριθμες μάχες, σημαντικός αριθμός από τις οποίες θα είχε λήξει με ήττα γι’ αυτούς. Ωστόσο η πείρα αυτή (η πείρα των νικών και κυρίως των ηττών) θα τους έδινε τη δυνατότητα να κατανοήσουν τα εσωτερικά στοιχεία, που χαρακτηρίζουν όλον τον πόλεμο στο σύνολό του, δηλαδή τους νόμους του συγκεκριμένου, δεδομένου πολέμου, να κατανοήσουν τη στρατηγική και τακτική και, έτσι, η πείρα αυτή θα τους έδινε τη δυνατότητα να διευθύνουν τον πόλεμο με σιγουριά. Αν τη στιγμή εκείνη εμπιστευόμασταν τη διεύθυνση του πολέμου σε έναν άνθρωπο χωρίς πείρα, αυτός δεν θα μπορούσε να κατανοήσει τους πραγματικούς νόμους του πολέμου, παρά μόνο αφού θα είχε υποστεί μια σειρά από ήττες (δηλαδή, αφού θα είχε αποκτήσει πείρα).

Συμβαίνει συχνά να ακούμε συντρόφους, που διστάζουν αυτή ή την άλλη εργασία, να δηλώνουν, πως δε θα μπορέσουν να ανταποκριθούν σ’ αυτή. Γιατί σκέπτονται έτσι; Γιατί δεν έχουν μια ξεκάθαρη ιδέα του χαρακτήρα και των όρων της εργασίας αυτής˙ ή ακόμα γιατί ποτέ δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να την αντιμετωπίσουν ή τους δόθηκε, μα σπάνια˙ έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος, πως οι άνθρωποι αυτοί γνωρίζουν τους νόμους της εργασίας αυτής. Μα όταν ακριβώς τους αναλύσουμε λεπτομερειακά την κατάσταση και τους όρους της εργασίας, τότε θα αρχίσουν να νιώθουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους εαυτούς τους και θα δεχθούν να την αναλάβουν. Αν οι άνθρωποι αυτοί επιδοθούν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα στην εργασία αυτή, θα αποκτήσουν πείρα˙ και αν προσπαθήσουν τίμια να διεισδύσουν στην καρδιά της πραγματικής κατάστασης, αντί να ατενίζουν τα πράγματα κατά τρόπο υποκειμενικό, μονόπλευρο και επιφανειακό, τότε μόνοι τους θα βγάλουν τα αναγκαία συμπεράσματα σχετικά με τον τρόπο, που πρέπει να διεξάγεται η εργασία αυτή και θα αρχίσουν να δουλεύουν με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Η αναπόφευκτη αποτυχία δεν αναμένει παρά τους ανθρώπους, που ατενίζουν τα πράγματα κατά τρόπο υποκειμενικό, μονόπλευρο, επιφανειακό, που όταν φτάνουν σε ένα καινούργιο σημείο αδιαφορούν για την κατάσταση, δεν προσπαθούν να δουν τα πράγματα στο σύνολό τους (την ιστορία τους και την τωρινή τους κατάσταση σαν ένα σύνολο), και επειδή είναι ανίκανοι να φθάσουν ως την ίδια την ουσία τους (το χαρακτήρα τους και τους εσωτερικούς τους δεσμούς), αρχίζουν αμέσως να εκδίδουν διαταγές και οδηγίες με ένα τρόπο γεμάτο αυταρέσκεια.

Φαίνεται, επομένως, πως το πρώτο βήμα στο προτσές της γνώσης είναι η πρώτη επαφή με τα φαινόμενα του εξωτερικού κόσμου: η βαθμίδα των αισθήσεων. Δεύτερο βήμα είναι η γενίκευση των δεδομένων, που προσφέρουν οι αισθήσεις, η ταξινόμησή τους και η επεξεργασία τους: η βαθμίδα των εννοιών, των κρίσεων και των επαγωγών. Μόνο στην περίπτωση, που οι αισθήσεις μάς έχουν προσφέρει μεγάλο αριθμό δεδομένων (και δεδομένων όχι αποσπασματικών, ανολοκλήρωτων), και μόνο στην περίπτωση που τα δεδομένα αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα (δηλαδή στην περίπτωση, που δεν είναι αποτέλεσμα πλάνης των αισθήσεων), μόνο τότε είναι δυνατό, πάνω στη βάση των δεδομένων αυτών, να επεξεργαστούμε έννοιες, μία σωστή θεωρία.

Εδώ υπάρχουν δύο σημαντικά στοιχεία, που πρέπει να υπογραμμίσουμε ιδιαίτερα. Μιλήσαμε κιόλας προηγούμενα για το πρώτο, μα πρέπει να επανέλθουμε σ’ αυτό ακόμα μια φορά: πρόκειται για το πρόβλημα της εξάρτησης της ορθολογικής γνώσης από την αισθητηριακή γνώση. Όποιος φρονεί, πως η ορθολογική γνώση μπορεί να μην προέρχεται από την αισθητηριακή γνώση, είναι ιδεαλιστής. Η ιστορία της φιλοσοφίας γνώρισε τη λεγόμενη σχολή του «ρασιοναλισμού» που δεν αναγνώριζε παρά την πραγματικότητα της λογικής, αρνούνταν την πραγματικότητα της πείρας, υποστήριζε πως μόνο στη λογική μπορούμε να βασιζόμαστε και όχι στην εμπειρία, που, μας δίνει η αισθητηριακή αντίληψη. Η πλάνη της τάσης αυτής συνίσταται στο ότι αντιστρέφει τα γεγονότα. Αν μπορούμε να βασιζόμαστε στα δεδομένα της ορθολογικής γνώσης, αυτό γίνεται ακριβώς γιατί αυτά πηγάζουν από τα δεδομένα της αισθητηριακής γνώσης˙ στην αντίθετη περίπτωση τα δεδομένα αυτά της ορθολογικής γνώσης, θα καταντούσαν ποταμός χωρίς πηγές, δέντρο χωρίς ρίζες. Θα ήταν κάτι, όπου δεν θα μπορούσε να στηριχτεί κανείς, κάτι γεννημένο κατά τρόπο αποκλειστικά υποκειμενικό. Από την άποψη της σειράς που εκφράζεται στο προτσές της γνώσης, η εμπειρία, που αποκτούμε με τις αισθήσεις μας, είναι το πρώτο δεδομένο. Και υπογραμμίζουμε τη σπουδαιότητα της κοινωνικής πράξης μέσα στο προτσές της γνώσης, γιατί μόνο πάνω στη βάση της κοινωνικής πράξης του ανθρώπου μπορεί να γεννηθεί μέσα του η γνώση, μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος, μέσω των αισθήσεών του, την πείρα του εξωτερικού κόσμου που υπάρχει αντικειμενικά. Αν ο άνθρωπος έκλεινε τα μάτια του, έφραζε τ’ αυτιά του και ξεκοβόταν από τον εξωτερικό κόσμο, που υπάρχει αντικειμενικά, τότε δεν θα μπορούσε να γίνεται λόγος για ανθρώπινες γνώσεις. Η γνώση αρχίζει με την εμπειρία, εδώ βρίσκεται ο ολιστικός χαρακτήρας της θεωρίας της γνώσης.

Το δεύτερο στοιχείο, είναι η ανάγκη να βαθύνουμε τη γνώση, η ανάγκη να περάσουμε από τη βαθμίδα της αισθητηριακής γνώσης στη βαθμίδα της ορθολογικής γνώσης˙εδώ βρίσκεται η διαλεκτική της θεωρίας της γνώσης[8]. Το να θεωρούμε, πως η γνώση μπορεί να σταματήσει στην κατώτερη βαθμίδα, στη βαθμίδα της αισθητηριακής γνώσης, το να θεωρούμε, πως μπορούμε να στηριχθούμε μόνο στην αισθητηριακή γνώση και όχι στην ορθολογική γνώση, αυτό σημαίνει, πως επαναλαμβάνουμε τα γνωστά στην ιστορία σφάλματα του εμπειρισμού. Τα σφάλματα της θεωρίας αυτής συνίστανται στη μη κατανόηση του γεγονότος, ότι αν και τα δεδομένα της αισθητηριακής αντίληψης αποτελούν, αναμφίβολα, αντανακλάσεις ορισμένων πραγματικοτήτων του εξωτερικού κόσμου, που υπάρχει αντικειμενικά (εδώ δεν θα αναφερθώ στον ιδεαλιστικό εμπειρισμό που περιορίζει την πείρα σ’ αυτό, που ονομάζουν αυτοθεώρηση), είναι ωστόσο μονόπλευρα, επιφανειακά και η αντανάκλαση αυτή είναι όχι ολοκληρωμένη, δεν αντικατοπτρίζει την ουσία των πραγμάτων. Για να αντικατοπτριστεί με ολοκληρωμένο τρόπο ένα ορισμένο πράγμα στο σύνολό του, να αντικατοπτρισθούν η ουσία του και οι εσωτερικοί του νόμοι, πρέπει να δημιουργηθεί ένα σύστημα εννοιών και θεωριών, αφού προηγούμενα υποβληθούν σε μια διανοητική επεξεργασία τα πλούσια δεδομένα της αισθητηριακής αντίληψης. Η επεξεργασία αυτή συνίσταται στο να απορρίψουμε το επουσιώδες και να κρατήσουμε το ουσιώδες, να απομακρύνουμε το ψεύτικο και να κρατήσουμε το αληθινό, να περάσουμε από την μία όψη των φαινομένων στην άλλη, από το εξωτερικό στο εσωτερικό˙ πρέπει να πραγματοποιήσουμε ένα άλμα από την αισθητηριακή γνώση στην ορθολογική γνώση. Η επεξεργασία αυτή δεν κάνει τις γνώσεις μας λιγότερο πλήρεις, λιγότερο ασφαλείς. Αντίθετα, κάθε τι, που –αφού εμφανίστηκε μέσα στο προτσές της γνώσης πάνω στη βάση της πράξης- υποβλήθηκε σε μια επιστημονική επεξεργασία, αντανακλά, όπως λέει ο Λένιν, τον αντικειμενικό κόσμο κατά τρόπο πιο βαθύ, πιο ακριβή, πιο ολοκληρωμένο. Αυτό είναι ακριβώς, που δεν καταλαβαίνουν οι αγοραίοι «πολυπράγμονες». Οι άνθρωποι αυτοί υποκλίνονται μπροστά στην εμπειρία και περιφρονούν τη θεωρία, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να αγκαλιάσουν το αντικειμενικό προτσές στο σύνολό του, να χάνουν από μπροστά τους τον καθαρό προσανατολισμό, την πλατιά προοπτική και να ζαλίζονται με τις τυχαίες επιτυχίες τους, να παραδέρνουν μέσα στα στενά οπτικά τους πεδία. Αν οι άνθρωποι αυτοί καθοδηγούσαν την επανάσταση, θα την οδηγούσαν σε αδιέξοδο.

Η ορθολογική γνώση εξαρτάται από την αισθητηριακή γνώση, κι αυτή πάλι πρέπει να εξελίσσεται σε ορθολογική γνώση. Τέτοια είναι η υλιστική – διαλεκτική θεωρία της γνώσης. Στη φιλοσοφία, ο ρασιοναλισμός και ο εμπειρισμός δεν αντιλαμβάνονται τον ιστορικό ή διαλεκτικό χαρακτήρα της γνώσης και, παρ’ όλο που η καθεμιά από τις τάσεις αυτές κρύβει μια άποψη της αλήθειας (πρόκειται για τον υλιστικό ρασιοναλισμό και τον υλιστικό εμπειρισμό και όχι τον ιδεαλιστικό), ωστόσο, αν τις εξετάσουμε από τη σκοπιά της θεωρίας της γνώσης στο σύνολό της, δείχνεται πως και η μία και η άλλη είναι εσφαλμένες. Η υλιστική – διαλεκτική κίνηση της γνώσης από το αισθητό στο έλλογο, παρεμβαίνει τόσο στο προτσές της γνώσης του μικρού (λόγου χάρη στη γνώση ενός αντικειμένου, μιας οποιασδήποτε εργασίας), όσο και στο προτσές της γνώσης του μεγάλου (λόγου χάρη, στη γνώση αυτής ή της άλλης κοινωνίας, αυτής ή της άλλης επανάστασης ).

Ωστόσο, η κίνηση της γνώσης δεν τελειώνει εδώ. Αν η υλιστική – διαλεκτική κίνηση της γνώσης σταματούσε στην ορθολογική γνώση, τότε μόνο το μισό πρόβλημα θα είχε εξαντληθεί˙ κι ακόμα περισσότερο, από την άποψη της μαρξιστικής φιλοσοφίας, το μισό αυτό δεν θα ήταν το πιο σημαντικό. Η μαρξιστική φιλοσοφία θεωρεί πως το κυριότερο δεν είναι να κατανοούμε τους νόμους του αντικειμενικού κόσμου και να είμαστε σε θέση να τον εξηγούμε, μα να χρησιμοποιούμε τη γνώση των αντικειμενικών νόμων για να μετασχηματίζουμε ενεργητικά τον κόσμο. Ο μαρξισμός αναγνωρίζει τη σπουδαιότητα της θεωρίας, κι αυτό εκφράστηκε ολοκάθαρα στην ακόλουθη θέση του Λένιν: «Χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα»[9]. Αλλά ο μαρξισμός δίνει σπουδαία σημασία στη θεωρία ακριβώς –και αποκλειστικά- γιατί η θεωρία μπορεί να καθοδηγήσει την πρακτική δραστηριότητα. Αν όμως, έχοντας αποκτήσει μια σωστή θεωρία, αρκούμαστε να τη χρησιμοποιούμε σαν θέμα κούφιων συζητήσεων και να τη θέτουμε υπό το μόδιον και αν δεν την εφαρμόζουμε στην πράξη, τότε η θεωρία αυτή, όσο ωραία κι αν είναι, παραμένει χωρίς αξία.

Η γνώση αρχίζει από την πράξη˙ αφού αποκτήσουμε γνώσεις θεωρητικές από την πράξη, πρέπει πάλι να γυρίσουμε στην πράξη. Ο ενεργός ρόλος της γνώσης δεν εκφράζεται μόνο με το ενεργό άλμα από την αισθητηριακή γνώση στην ορθολογική γνώση, μα –κι αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό- με το άλμα από την ορθολογική γνώση στην επαναστατική πράξη. Αφού αποκτήσαμε τη γνώση των νόμων του κόσμου να την εφαρμόσουμε στην πράξη της παραγωγής, στην πράξη της επαναστατικής ταξικής πάλης και της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης, όπως επίσης και στην πράξη των επιστημονικών πειραματισμών. Τέτοιο είναι το προτσές της επαλήθευσης της θεωρίας και της ανάπτυξης της θεωρίας, η προέκταση όλου του προτσές της γνώσης.

Το ζήτημα αν μια θεωρητική πρόταση ανταποκρίνεται στην αντικειμενική αλήθεια, δεν λύνεται, κι ούτε μπορεί να λυθεί ολοκληρωτικά, με την κίνηση από την αισθητηριακή γνώση στην ορθολογική γνώση, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω. Για να λύσουμε ολοκληρωτικά το ζήτημα αυτό, είναι αναγκαίο, από την ορθολογική γνώση να ξαναγυρίσουμε στην κοινωνική πράξη˙ να εφαρμόσουμε τη θεωρία στην πράξη και να ελέγξουμε το αν αυτή μπορεί να οδηγήσει στον καθορισμένο στόχο. Πολλές θεωρίες των φυσικών επιστημών, αναγνωρίσθηκαν σαν αληθινές όχι απλώς γιατί τις είχαν επεξεργασθεί επιστήμονες, που είχαν αφοσιωθεί στις επιστήμες αυτές, αλλά γιατί βρήκαν την επαλήθευσή τους στην κατοπινή επιστημονική πράξη. Το ίδιο και ο μαρξισμός – λενινισμός, αναγνωρίστηκε σαν αλήθεια όχι απλώς γιατί τη διδασκαλία αυτή την επεξεργάστηκαν ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Λένιν και ο Στάλιν, μα γιατί επικυρώθηκε από την κατοπινή πράξη της επαναστατικής ταξικής πάλης και της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης. Ο διαλεκτικός υλισμός είναι μια γενική αλήθεια, γιατί κανένας στην πρακτική του δραστηριότητα δεν μπορεί να παραβιάσει τα πλαίσια αυτά. Η ιστορία της ανθρώπινης γνώσης δείχνει, πως υπήρξαν πολλές θεωρίες, που η αληθινότητά τους δεν ήταν επαρκώς πλήρης, ύστερα όμως από τον έλεγχό τους στην πράξη, η ανεπάρκεια αυτή εξαλείφθηκε. Πολλές θεωρίες ήταν εσφαλμένες, ύστερα όμως από τον έλεγχό τους στην πράξη, διορθώθηκαν τα σφάλματα που παρουσίαζαν. Γι’ αυτό η πράξη αποτελεί το κριτήριο της αλήθειας. «Η άποψη της ζωής, της πράξης, πρέπει να είναι η πρώτη, η βασική άποψη της θεωρίας της γνώσης»[10]. Ο Στάλιν εκφράστηκε με αξιοσημείωτο τρόπο σχετικά με το θέμα αυτό: «... η θεωρία γίνεται χωρίς αντικείμενο, αν δεν συνδέεται με την επαναστατική πράξη˙ το ίδιο ακριβώς και η πράξη γίνεται τυφλή, αν η πορεία της δε φωτίζεται από την επαναστατική θεωρία»[11].

Μήπως τελειώνει εδώ η κίνηση της γνώσης; Απαντούμε: και ναι και όχι.

Ο κοινωνικός άνθρωπος, που καταπιάστηκε με το έργο της τροποποίησης ενός καθορισμένου αντικειμενικού προτσές σε μια καθορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξής του (είτε πρόκειται για το έργο της τροποποίησης ενός οποιουδήποτε προτσές, που συντελείται στη φύση, είτε πρόκειται για το έργο της τροποποίησης ενός οποιουδήποτε κοινωνικού προτσές) αποκτά, χάρη στην αντανάκλαση του αντικειμενικού προτσές και τη δική του υποκειμενική δραστηριότητα, τη δυνατότητα να περάσει από την αισθητηριακή γνώση στην ορθολογική γνώση και να δημιουργήσει ιδέες, θεωρίες, σχέδια ή προγράμματα, που, από γενική άποψη, να ανταποκρίνονται στους νόμους αυτού του αντικειμενικού προτσές˙ κι αν, σε συνέχεια, με την εφαρμογή αυτών των ιδεών, θεωριών, σχεδίων ή προγραμμάτων στην πράξη της τροποποίησης του ίδιου αυτού αντικειμενικού προτσές, φτάσει στον καθορισμένο στόχο, δηλαδή αν, στην πράξη αυτού του προτσές, κατορθώσει να μετατρέψει σε πραγματικότητα τις ιδέες, θεωρίες σχέδια ή προγράμματα, που προηγούμενα είχε επεξεργαστεί, ή κατορθώσει να τα πραγματοποιήσει όλα αυτά στα βασικά τους σημεία, τότε η κίνηση της γνώσης αυτού του αντικειμενικού προτσές, θα μπορεί να θεωρηθεί τελειωμένη. Λόγου χάρη, στο προτσές μιας τροποποίησης της φύσης, η εκτέλεση ενός οικοδομικού σχεδίου, η επαλήθευση μιας επιστημονικής υπόθεσης, η δημιουργία ενός μηχανισμού, η συγκομιδή ορισμένων σπαρτών –ή επίσης, στο προτσές μιας τροποποίησης της κοινωνίας, η επιτυχία μιας απεργίας, η νίκη σ’ ένα πόλεμο, η εκπλήρωση ενός εκπαιδευτικού προγράμματος- όλα αυτά σημαίνουν, πως ο σκοπός, που είχε καθοριστεί, επιτεύχθηκε.

Ωστόσο, και στο έργο μιάς τροποποίησης της φύσης, και στο έργο μιας τροποποίησης της κοινωνίας, γενικά είναι εξαιρετικά σπάνιο οι ιδέες, οι θεωρίες, τα σχέδια και τα προγράμματα, που επεξεργάστηκαν προηγούμενα οι άνθρωποι, να πραγματοποιηθούν χωρίς να υποστούν την παραμικρή αλλαγή. Αυτό γίνεται, γιατί οι άνθρωποι, που τροποποιούν την πραγματικότητα, βρίσκονται συχνά δεσμευμένοι από πολλούς περιορισμούς: συχνά δεσμεύονται όχι μόνο από τις επιστημονικές και τεχνικές συνθήκες, μα κι από την ανάπτυξη του ίδιου του αντικειμενικού προτσές και τη βαθμίδα, όπου αυτό εκδηλώνεται (αφού οι διάφορες απόψεις και η ουσία του αντικειμενικού προτσές δεν έχουν ακόμα φανερωθεί εντελώς). Σε παρόμοια κατάσταση συμβαίνει συχνά ώστε, όταν στην πράξη παρουσιαστούν απρόβλεπτες εξελίξεις, οι ιδέες, οι θεωρίες, τα σχέδια και προγράμματα, να μεταβάλλονται εν μέρη και κάποτε και ολοκληρωτικά. Αυτό σημαίνει, πως υπάρχουν περιπτώσεις, όπου οι ιδέες, οι θεωρίες, τα σχέδια και προγράμματα, όπως διατυπώθηκαν αρχικά, δεν ανταποκρίνονται πια σ’ ένα μέρος τους ή στο σύνολό τους, στην πραγματικότητα, αποδείχνονται σε ένα μέρος τους ή στο σύνολό τους εσφαλμένα. Υπάρχουν περιπτώσεις, όπου ύστερα από επανειλημμένες αποτυχίες κατορθώνουν οι άνθρωποι να απαλλαγούν από τις πλάνες και να εναρμονίσουν τις ιδέες τους με τους νόμους του αντικειμενικού προτσές και έτσι να μετατρέψουν το υποκειμενικό σε αντικειμενικό, δηλαδή, να πετύχουν στην πράξη τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Οπωσδήποτε, ακριβώς στο σημείο αυτό, μπορούμε να θεωρήσουμε σαν συντελεσμένη την προσπάθεια των ανθρώπων να γνωρίσουν ένα ορισμένο αντικειμενικό προτσές, σε μία καθορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξής του.

Ωστόσο, αν εξετάσουμε το προτσές στην ανάπτυξή του, διαπιστώνουμε πως η κίνηση της ανθρώπινης γνώσης δεν τελειώνει εδώ. Κάθε προτσές, είτε συντελείται στη φύση είτε στην κοινωνία, προχωρεί και αναπτύσσεται από τις ίδιες τις εσωτερικές αντιθέσεις του και την πάλη που γίνεται στο εσωτερικό του. Με τη σειρά του και το προτσές της ανθρώπινης γνώσης, πρέπει επίσης να προχωρεί και να αναπτύσσεται. Αν ο λόγος είναι για ένα κοινωνικό κίνημα, οι αληθινοί επαναστάτες ηγέτες πρέπει, όχι μόνο να ξέρουν να διορθώνουν τα σφάλματα, που υπάρχουν στις ιδέες, τις θεωρίες, τα σχέδια και τα προγράμματά τους, όπως είπαμε προηγούμενα, μα ακόμα, κατά τη μετάβαση του καθορισμένου αυτού αντικειμενικού προτσές από τη μία βαθμίδα της ανάπτυξης του στην άλλη, να είναι ικανοί, και οι ίδιοι και όλοι όσοι συμμετέχουν στην επανάσταση, να ακολουθούν, με την υποκειμενική τους γνώση, τη μετάβαση αυτή, δηλαδή να κατορθώνουν να εναρμονίζουν τα νέα επαναστατικά καθήκοντα, τα νέα σχέδια δουλειάς, με τις νέες αλλαγές που επέρχονται στην κατάσταση. Σε επαναστατική περίοδο η κατάσταση μεταβάλλεται πολύ γρήγορα˙ αν η συνείδηση των επαναστατών δεν κατορθώνει να ακολουθήσει γρήγορα τις μεταβολές αυτές, τότε οι επαναστάτες θα σταθούν ανίκανοι να οδηγήσουν την επανάσταση στη νίκη.

Ωστόσο, συμβαίνει συχνά οι ιδέες να καθυστερούν από την πραγματικότητα˙ αυτό οφείλεται στο ότι η ανθρώπινη γνώση περιορίζεται εξαιτίας πολλών κοινωνικών συνθηκών. Αγωνιζόμαστε εναντίον των συντηρητικών, που βρίσκονται στις επαναστατικές γραμμές μας, γιατί οι ιδέες τους δεν ακολουθούν το ρυθμό των μεταβολών της αντικειμενικής κατάστασης˙ αυτό εκδηλώθηκε στην ιστορία με τη μορφή του δεξιού οπορτουνισμού. Οι άνθρωποι αυτοί δε βλέπουν, πως η πάλη των αντιθέτων έκαμε, ώστε το αντικειμενικό προτσές να έχει κιόλας προχωρήσει μπροστά, ενώ η συνείδησή τους παραμένει ακόμα στην προηγούμενη βαθμίδα. Αυτή η ιδιομορφία χαρακτηρίζει τις ιδέες όλων των συντηρητικών. Οι ιδέες τους είναι ξεκομμένες από την κοινωνική πράξη, αυτοί δεν μπορούν να τεθούν επικεφαλείς του άρματος της κοινωνικής προόδου και να παίξουν το ρόλο οδηγών˙ δεν ξέρουν, παρά να μένουν πίσω και να παραπονιούνται πως το άρμα προχωρεί πολύ γρήγορα, και να προσπαθούν να το φέρουν πίσω ή να το κάμουν να τραβήξει σε αντίθετη κατεύθυνση.

Αγωνιζόμαστε επίσης εναντίον των φαφλατάδων της «αριστεράς». Οι ιδέες τους πηδούν πάνω από το καθορισμένο στάδιο ανάπτυξης του αντικειμενικού προτσές˙ άλλοι απ’ αυτούς παίρνουν τις ψευδαισθήσεις τους για πραγματικότητα, άλλοι επιχειρούν να εκβιάσουν την πραγματοποίηση, στις τωρινές συνθήκες, ιδανικών, που μόνο στο μέλλον θα είναι πραγματοποιήσιμα˙ οι ιδέες τους, ξεκομμένες από τη σύγχρονη πράξη της πλειοψηφίας των ανθρώπων, ξεκομμένες από τη σύγχρονη πραγματικότητα, μετατρέπονται στην πρακτική δραστηριότητα σε τυχοδιωκτισμό.

Η ρήξη ανάμεσα στο υποκειμενικό και το αντικειμενικό, η απόσπαση της γνώσης από την πράξη, αποτελούν τα χαρακτηριστικά του ιδεαλισμού και του μηχανιστικού υλισμού, του οπορτουνισμού και του τυχοδιωκτισμού. Η μαρξιστικο – λενινιστική θεωρία της γνώσης, που το διακριτικό της γνώρισμα είναι, πως αναγνωρίζει την κοινωνική πράξη σαν κριτήριο της επιστημονικής αλήθειας, δε μπορεί να μην αγωνίζεται αποφασιστικά εναντίον των εσφαλμένων αυτών αντιλήψεων. Οι μαρξιστές αναγνωρίζουν, πως μέσα στο γενικό, απόλυτο προτσές ανάπτυξης του σύμπαντος, η ανάπτυξη των συγκεκριμένων επιμέρους προτσές είναι σχετική. Γι’ αυτό μέσα στην απέραντη θάλασσα της απόλυτης αλήθειας, η γνώση, που έχουν οι άνθρωποι για τα συγκεκριμένα επιμέρους προτσές, σε καθορισμένα στάδια της ανάπτυξής τους, δεν εκφράζει παρά σχετικές αλήθειες. Με το άθροισμα των αναρίθμητων σχετικών αληθειών συγκροτείται η απόλυτη αλήθεια[12]. Η ανάπτυξη κάθε αντικειμενικού προτσές είναι ανάπτυξη γεμάτη αντιθέσεις και αγώνες. Κάθε διαλεκτική κίνηση στον αντικειμενικό κόσμο μπορεί, αργά ή γρήγορα, να βρει την αντανάκλασή της στην ανθρώπινη γνώση. Στην κοινωνική πράξη, το προτσές της γέννησης, της ανάπτυξης και του θανάτου είναι ατελεύτητο˙ το ίδιο ατελεύτητο είναι και το προτσές της γέννησης, της ανάπτυξης και του θανάτου στην ανθρώπινη γνώση. Ακριβώς επειδή η πράξη που βασίζεται σε καθορισμένες ιδέες, θεωρίες, σχέδια, προγράμματα, και που κατευθύνεται στο μετασχηματισμό της αντικειμενικής πραγματικότητας, ακολουθεί σταθερά το δρόμο της προόδου, ακριβώς γι’ αυτό βαθαίνει συνεχώς και η ανθρώπινη γνώση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Το προτσές μετασχηματισμού του πραγματικού κόσμου, του αντικειμενικά υπαρκτού, είναι αιώνιο και ατελεύτητο. Το ίδιο αιώνια και ατελεύτητη είναι και η γνώση των ανθρώπων για την αλήθεια μέσα στο προτσές της πράξης. Ο μαρξισμός – λενινισμός δε θέτει κανένα όριο στην ανακάλυψη της αλήθειας˙ αντίθετα, ανοίγει αδιάκοπα τους δρόμους για τη γνώση της αλήθειας μέσα στο προτσές της πράξης. Το συμπέρασμά μας είναι, πως τασσόμαστε υπέρ της συγκεκριμένης, ιστορικής ενότητας του υποκειμενικού και του αντικειμενικού, της θεωρίας και της πράξης, των γνώσεων και της δράσης˙ πως είμαστε εναντίον όλων των εσφαλμένων αντιλήψεων –και της «αριστεράς» και της δεξιάς- που είναι ξεκομμένες από τη συγκεκριμένη ιστορία.

Στη σύγχρονη εποχή της κοινωνικής ανάπτυξης, η ιστορία έχει επιφορτίσει το προλεταριάτο και το Κόμμα του με την ευθύνη να γνωρίσει σωστά τον κόσμο και να τον μετασχηματίσει. Στην Κίνα, όπως και σ’ όλο τον κόσμο, το προτσές της πράξης για το μετασχηματισμό του κόσμου, που καθορίζεται πάνω στη βάση της επιστημονικής γνώσης, έφτασε σε μια ιστορική στιγμή τεράστιας σημασίας, σε μια στιγμή τέτοια, που όμοιά της ποτέ δε γνώρισε η ανθρωπότητα˙ είναι η στιγμή, όπου βλέπουμε να διαλύονται ολοκληρωτικά τα σκοτάδια στην Κίνα, καθώς και σ’ όλον τον κόσμο, κι αυτός ο τελευταίος να μετασχηματίζεται σ’ έναν κόσμο καινούργιο, λαμπερό.

Η πάλη του προλεταριάτου και των επαναστατικών λαϊκών μαζών για το μετασχηματισμό του κόσμου επιβάλλει την πραγματοποίηση των ακόλουθων καθηκόντων: το μετασχηματισμό του αντικειμενικού κόσμου, όπως και το μετασχηματισμό του υποκειμενικού κόσμου του καθενός, το μετασχηματισμό των γνωστικών ικανοτήτων του καθενός, καθώς και της σχέσης, που υπάρχει σήμερα, ανάμεσα στον υποκειμενικό κόσμο και τον αντικειμενικό κόσμο. Πάνω σ’ ένα τμήμα της γήινης σφαίρας, στη Σοβιετική Ένωση, οι άνθρωποι πραγματοποιούν κιόλας τους μετασχηματισμούς αυτούς και επιταχύνουν συνεχώς την πορεία τους. Ο κινέζικος λαός και οι λαοί όλου του κόσμου επίσης μπήκαν, ή θα μπουν στο μέλλον, στο προτσές αυτών των μετασχηματισμών. Ο αντικειμενικός κόσμος, που πρέπει να μετασχηματισθεί, περιλαβαίνει επίσης και όλους τους αντιπάλους αυτού του μετασχηματισμού. Οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να περάσουν πρώτα από το στάδιο του μετασχηματισμού μέσω του καταναγκασμού και ύστερα απ’ αυτό θα μπορέσουν να φτάσουν στο στάδιο της ενσυνείδητης αναδιαπαιδαγώγησης. Η εποχή, κατά την οποία ολόκληρη η ανθρωπότητα θα περάσει στο στάδιο της ενσυνείδητης αναδιαπαιδαγώγησης του εαυτού της και του μετασχηματισμού του κόσμου, θα είναι η εποχή του κομμουνισμού σ’ όλο τον κόσμο.

Με την πράξη να ανακαλύπτουμε αλήθειες και πάλι με την πράξη να τις ελέγχουμε και να τις αναπτύσσουμε. Να περνούμε ενεργά από την αισθητηριακή γνώση στην ορθολογική γνώση και ύστερα από την ορθολογική γνώση στην ενεργό καθοδήγηση της επαναστατικής πράξης, στο μετασχηματισμό του υποκειμενικού και του αντικειμενικού κόσμου. Πράξη, γνώση και ύστερα πάλι πράξη˙ η μορφή αυτή της κυκλικής επανάληψης είναι ατελεύτητη. Από την άλλη πλευρά, το περιεχόμενο των κύκλων αυτών της πράξης και της γνώσης, ανεβαίνει κάθε φορά σε πιο υψηλό επίπεδο. Τέτοια είναι στο σύνολό της η υλιστική – διαλεκτική θεωρία της γνώσης˙ τέτοια και η αντίληψη του διαλεκτικού υλισμού για την ενότητα γνώσεων και δράσης.

[1] Υπήρξαν στο Κόμμα μας σύντροφοι, οπαδοί του δογματισμού, που για πολύ καιρό απέρριπταν την πείρα της κινέζικης επανάστασης, αρνούνταν την αλήθεια πως «ο μαρξισμός δεν είναι δόγμα, μα καθοδήγηση για δράση», κι άλλο δεν έκαναν παρά να τρομάζουν τους ανθρώπους χρησιμοποιώντας λέξεις και φράσεις ξεκομμένες, παρμένες στην τύχη από μαρξιστικά κείμενα.

Υπήρξαν επίσης άλλοι σύντροφοι, οπαδοί του εμπειρισμού, που για πολύ καιρό έμειναν αγκιστρωμένοι στην περιορισμένη προσωπική τους πείρα, χωρίς να αντιλαμβάνονται τη σημασία της θεωρίας για την επαναστατική πράξη και χωρίς να βλέπουν την κατάσταση της επανάστασης στο σύνολό της. Του κάκου εργάσθηκαν με ζήλο˙ η εργασία τους γινόταν στα τυφλά.

Οι εσφαλμένες αντιλήψεις των δύο αυτών ομάδων συντρόφων και ιδιαίτερα οι δογματικές αντιλήψεις, προξένησαν τεράστια ζημία στην κινέζικη επανάσταση στα χρόνια 1931-1934. άλλωστε, οι δογματιστές, καλυπτόμενοι κάτω από τη μαρξιστική τήβεννο, οδήγησαν σε εσφαλμένο δρόμο αρκετούς συντρόφους μας.

Ο σύντροφος Μάο Τσε - τουνγκ έγραψε το έργο αυτό τον Ιούλιο του 1937 με σκοπό να ξεσκεπάσει, ξεκινώντας από τις θέσεις της μαρξιστικής θεωρίας για τη γνώση, τα σφάλματα, που είχαν διαπραχθεί από τους οπαδού του δογματισμού και του εμπειρισμού, και ιδιαίτερα του δογματισμού, στους κόλπους του Κόμματος μας. Στο έργο αυτό ιδιαίτερα καταγγέλλεται η ποικιλομορφία αυτή του υποκειμενισμού, ο δογματισμός, που περιφρονεί την πράξη. Γι’ αυτό το λόγο και το έργο αυτό φέρει τον τίτλο «Για την πράξη». Οι απόψεις που αναπτύσσονται εδώ από το σύντροφο Μάο Τσε – τουνγκ, είχαν εκτεθεί στα πλαίσια μιας σειράς διαλέξεων, που έδωσε ο ίδιος στο Αντιγιαπωνέζικο στρατιωτικό και πολιτικό Πανεπιστήμιο του Γενάν.

Η ειδική επιτροπή της Κ.Ε. του Κομμουνιστικού Κόμματος
της Κίνας για την έκδοση της Εκλογής έργων του Μάο Τσε – τουνγκ.

[2] Aπό το «Για την πράξη», εκδόσεις Α/συνέχεια, 1990 (ανάτυπο από ιστορικές Εκδόσεις, 1963)


[3] Β.Ι. ΛΕΝΙΝ: «Κριτική της Επιστήμης της Λογικής του Χέγκελ», Φιλοσοφικά τετράδια, σελ. 175, Κοινωνικές εκδόσεις, Παρίσι, 1955

[4] Κ. ΜΑΡΞ: «Θέσεις σχετικά με τον Φόϋερμπαχ», Φιλοσοφικές μελέτες, ΜΕΡΟΣ ΙΙ, Κεφάλαιο 6ο, Κοινωνικές εκδόσεις, Παρίσι 1951. Β.Ι. ΛΕΝΙΝ: «Υλισμός και εμπειριοκρατισμός», σελ. 156-157, Ξενόγλωσσες εκδόσεις, Μόσχα, 1952

[5] Το μυθιστόρημα των τριών βασιλείων (Σαν κουό γιέν γι) –περίφημο ιστορικό μυθιστόρημα, που συγγραφέας του ήταν ο Λουό Κουάν Τσόνγκ (τέλη 14ος – αρχές 15ος αιώνα)

[6] Β.Ι. ΛΕΝΙΝ: «Κριτική της επιστήμης της λογικής του Χέγκελ», Φιλοσοφικά τετράδια, σελ 142, Κοινωνικές εκδόσεις, Παρίσι 1955

[7] Σιεουτσάι: ο άνθρωπος με τον πρώτο επιστημονικό βαθμό (Σημείωση του μεταφραστή)

[8] ο Β.Ι. ΛΕΝΙΝ είπε: «Για να καταλάβουμε πρέπει να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε, να μελετήσουμε εμπειρικά, να ανέλθουμε από το εμπειρικό στο γενικό». «Κριτική της επιστήμης της λογικής του Χέγκελ», Φιλοσοφικά τετράδια, σελ. 169, Κοινωνικές εκδόσεις, Παρίσι, 1955.

[9]Β.Ι ΛΕΝΙΝ: «Τι να κάνουμε;», σελ. 26, Κοινωνικές εκδόσεις, Παρίσι, 1947.

[10] Β.Ι. ΛΕΝΙΝ «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός» σελ. 156, Ξενόγλωσσες εκδόσεις, Μόσχα, 1951.

[11] Ι.Β. ΣΤΑΛΙΝ: «Ζητήματα λενινισμού», σελ. 17, Ελληνική έκδοση (αγνώστου;)

[12] Β.Ι. ΛΕΝΙΝ: «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός» Μέρος ΙΙ, κεφ. 5ο, Ξενόγλωσσες εκδόσεις, Μόσχα, 1951.