τροχιές

Με την πράξη να ανακαλύπτουμε αλήθειες και πάλι με την πράξη να τις ελέγχουμε και να τις αναπτύσσουμε.../Πράξη, γνώση και ύστερα πάλι πράξη˙ η μορφή αυτή της κυκλικής επανάληψης είναι ατελεύτητη.

Μάο ΤσεΤουνγκ


Το συμβάν δεν είναι ο Άλλος του Λόγου αλλά ο 'Αλλος της φιλοσοφίας, όπως ορίζεται σύμφωνα με την πλατύτερη έννοια της πολύπλοκης δομής του, αντί να ορίζεται μόνο με όρους ''παρουσίας".

Francois Laruelle




Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ (η γλώσσα της φιλοσοφίας)


Όπου κι αν βρίσκεσαι, σκάβε βαθειά!
Εκεί κάτω είναι η πηγή!
Άσε τους σκοταδιστές να ωρύονται:
«Κάτω υπάρχει μόνο η κόλαση!».
Φρίντριχ Νίτσε


'Ανοιγμα


Η φιλοσοφία-αυτό που αποκαλείται φιλοσοφία ως ''επιστήμη των επιστημών'' απο την αρχαιότητα ως σήμερα- (σε όλες τις εκδοχές της,(Προσωκρατική,Πλατωνική,Ελληνιστική,Χριστιανική,Αραβική,Ανατολική,Σχολαστική,
Ουμανιστική-Αναγεννησιακή,φιλοσοφία του Διαφωτισμού,νεότερη Ιδεαλιστική(Καντιανή-Χεγκελιανή),χυδαία υλιστική, Αποδομητική, Μεταμοντέρνα)είναι πια μια γιγαντιαία γλωσσομηχανή, λόγος του ήδη-κόσμου. Όταν ομιλεί και γράφει η φιλοσοφία, ομιλεί και γράφει ο ήδη-κόσμος.
Το ότι η δυνατότητα μας να αναλύσουμε τη φιλοσοφία μη-φιλοσοφικά αναγκαστικά υπάγεται στη χρήση της γλωσσο-μηχανής της ίδιας της φιλοσοφίας, αποδεικνύει το μέγεθος της κυριαρχίας της ακόμα καιστην παραγωγή της θεωρίας που δεν τείνει προς την ήδη-κόσμο αλλά προς το Πραγματικό.

Η γλώσσα της φιλοσοφίας είναι:
1)η γλώσσα Θεών που δεν υπήρξαν ποτέ
2)η γλώσσα της Επανάληψης
3)η γλώσσα του Φαινομένου
4)η γλώσσα του Θανάτου


Κάθε μια απο αυτές τις βασικές λειτουργίες της γλώσσας της φιλοσοφίας έχει την δική της ιστορία, τα δικά της ρήγματα από μη-φιλοσοφικά στοιχεία στο εσωτερικό τους. Η άρθρωση όμως αυτών των τεσσάρων λειτουργιών γίνεται πάνω σε μια κοινή βάση:την εκθεμελίωση του Ενός, του Πραγματικού απο την θεωρητική πρακτική του ανθρώπινου πολιτισμού.
Ο λόγος της φιλοσοφίας είναι ένα δολοφονικό όπλο του Πολλαπλού , του Είναι-ως Ένα ενάντια στο Ενικό, στο Ένα-δίχως Είναι.

Ποιος μπορεί να υποστηρίξει σήμερα πως αυτή η γλώσσα δεν έχει γίνει ένα με τον ήδη-κόσμο αυτού του (εκμεταλλευτικού) πολιτισμού; Ποιός δεν βλέπει ότι η γλώσσα της είναι το όργανο και το σύστημα επικοινωνίας μίας κοσμικότητας του Ίδιου, του αιώνια απομακρυσμένου απο το Συμβάν, του Λόγου που είναι υπαρκτός ακριβώς γιατί είναι ο μηχανισμός του Αθεμελίωτου.
Τι Ιδρυτικό διακηρύσσει ή μπορεί να διακηρύξει μια γλωσσομηχανή που σκοπός της λειτουργίας της είναι η αναπαραγωγή εννοιακών εξαρτημάτων και όχι η θεωρητική δοτικότητα του Πραγματικού;

Αυτή η γλώσσα είναι Συντρίμμια, όλα τα υλικά της είναι διαμελισμένα κομμάτια συμπαγών Μεταφυσικών, είναι ένα απέραντο έδαφος ερειπίων που τίποτα δεν έχει ρίζα και θεμέλιο γιατί τίποτα δεν εκφέρει το Πραγματικό.
Η γλώσσα -συντρίμμια δεν προσανατολίζει προς το Ένα αλλά προς το Λαβύρινθο του ήδη-κόσμου, εκεί που τα φαντάσματα του Είναι παρουσιάζονται ως πραγματικότητες και η γλώσσα είναι όχι γέφυρα των Συμβάντων μέσα στη σκέψη αλλά μια γη λογοπλασμάτων.

Το Πραγματικό μέσα σε αυτά τα χιλιάδες χρόνια ομιλίας και γραφής της φιλοσοφίας έχει υποβιβαστεί σε αντικείμενο, σε μια εξωτερικότητα απο την οποία τροφοδοτείται η μηχανή της φιλοσοφικής γλώσσας. Το συμβάν, τα ΄΄σημάδια΄΄ του σχίσματος με τον ήδη-κόσμο θυμίζουν όμως τα όρια της γλώσσας και για αυτό εισάγουν μέσα και απο τη γλώσσα της το θάνατο της φιλοσοφίας. Το Πραγματικό όσο και αν διατυπωθεί ως επέκεινα(υπερβατικότητα δηλαδή)για να αποστασιοποιηθεί απο τη γη του φιλοσοφικού στοχασμού, είναι το πάντα-εκτός της φιλοσοφίας Ένα, που σε τελική ανάλυση ορίζει τη μόνη δυνατότητα για απο-φιλοσοφικοποίηση της ίδιας της γλώσσας.


Ανάλυση των βασικών λειτουργιών της φιλοσοφικής γλωσσομηχανής

1. Η γλώσσα των Θεών που δεν υπήρξαν ποτέ

Μέσα στη φιλοσοφική γλώσσα κατοικούν μόνο Θεοί,θεοί που δεν υπήρξαν ποτέ, αλλά στη γη της φιλοσοφίας μέσα απο το μύθο και τη θρησκεία(σύνθεση μυθολογίας και θεολογίας)η πρώτη επερώτηση για τον κόσμο μετατράπηκε σε μια οντο-θεολογία του ήδη-κόσμου. Η δύναμη της ουτοπικότητας των μυθικών μορφών στην αυγή των αρχαίων θρησκειών, διαλύεται και η φιλοσοφία διατηρεί μόνο το μυθολογικό στοιχείο (για να καλύψει καιτην επιστημονική της γύμνια)κυρίως για να αποδώσει στον εαυτό της μια πανίσχυρη ιδιότητα..αυτή του αγγελιοφόρου των Θεών μέσα στην ανθρώπινη σκέψη.

Όσο και αν η διάσταση Μύθου και Λόγου βάθυνε μέσα στην ιστορική διαδρομή της φιλοσοφίας, η Θεοποίηση των εννοιών της φιλοσοφικής γλώσσας(δηλαδή η υπερβατολογικοποίηση τους) παρέμεινε κυρίαρχη διαδικασία της εξέλιξης του φιλοσοφικού λεξικού και γραμματικής. Η φιλοσοφία δεν ομιλεί και δεν γράφει για αυτό που-ακόμα δεν υπάρχει αλλά μετατρέπει τα εργαλεία της σε γλωσσολογικά ψευτοσυμβάντα.

Η γλώσσα της φιλοσοφίας είναι ένα προσκλητήριο προς τη σκέψη των δικών της Ιδεών και όχι των Ιδεών του Πραγματικού. Μεσολαβεί σαν μοναδικός αυλικός ανάμεσα στον άνθρωπο και τον ήδη-κόσμο με την περιβολή μιας αιώνιας ανεξαρτησίας. Όμως δεν είναι τυχαία η γλώσσα των Θεών, γιατί η λειτουργία της είναι η επιβολή της αβύσου στις κατώτερες τάξεις, είναι η μεταφορά του φόβου των ανώτερων για τους υποτελείς μέσω μιας εξαύλωσης του Πραγματικού και της εξαίρεσης του. Όπως επίσης δεν είναι τυχαία η γλώσσα των Θεών που δεν υπήρξαν ποτέ, γιατί λειτουργεί αντιθετικά της αλήθειας και του πραγματικά υπαρκτού που είναι το Ένα.

Μέσω αυτής της διαδικασίας, η φιλοσοφία γίνεται ένα ακλόνητο ιερατείο, η γλώσσα της είναι τα ιερογλυφικά της απουσίας του Πραγματικού, κάθε έννοια και κάθε ιδέα αντι να δείχνονται στην γυμνότητα τους εντός της πράξης, ενθρονίζονται ως Όντα και ως αυτο-εξελλισόμενοι σχηματισμοί της ύλης ή της ιδέας.
Η φιλοσοφία δεν είπε ποτέ''Ο Θεός πέθανε'', όλη η ιδεολογική και πολιτική της χρησιμότητα εκεί βασίζεται. Στη γλώσσα της οι Θεοίδεν λέγονται πάντα θεοί, η ονοματοδοσία τους παρουσιάζεται ως η αναλυτική-πληθυντική μέθοδος των φιλοσοφικών διαδικασιών.

Στη γλώσσα της φιλοσοφίας το Ένα, το Πραγματικό, η ύλη, πνίγονται στο πηγάδι της Ουσίας, του αμετάβλητου λόγου που η ίδια προ-αποφασίζει να παρουσιάσει ως λόγο των Όντων που υποτίθεται πως ερμηνεύει.
Για αυτό,η φιλοσοφία είναι πρώτα μια γλωσσο-θεολογία και μετά μια Οντο-θεολογία.


2. Η γλώσσα της Επανάληψης(το παλιό που ανανεώνει το παλιό)

Η γλώσσα της φιλοσοφίας είναι η αφόρητη Επανάληψη του Λόγου. Η σκέψη και η θεωρία που στρέφονται στο Πραγματικό είναι η διακοπή αυτής της Επανάληψης.
Το παλιό ανανεώνεται και ανανέωνει το παλιό. Δεν μπορεί να λεχθεί και να γραφεί το καινοφανές, το νέο, από αυτή την μηχανή της Επανάληψης. Η γλωσσοθεολογία αυτή δεν σταματά να επαναλαμβάνει την αγωνία της για την μη-πραγματικότητα της μέσα απο χιλιάδες διαφορετικούς τρόπους, μεθόδους και ρεύματα. Στην κατάληξη τους όλες οι φιλοσοφικές απόπειρες λένε πάντα το Ίδιο, δεν μπορούν να πούν το Άλλο, να γράψουν το Άλλο, να κάνουν γλώσσα το Συμβάν του Ενός.

Το μαρτύριο αυτής της Επανάληψης αποδεικνύει γιατί διάφορα ρεύματα και φιλόσοφοι προσπάθησαν να αποδράσουν απο τον κύκλο της και να προχωρήσουν στα εξω-φιλοσοφικά πεδία της πράξης και της θεωρίας του Πραγματικου.
Τι λέγεται και τι γράφεται σε αυτή την αυτοκρατορία της Επανάληψης της θεωρίας του ήδη-κόσμου; Το μοιρολόι και η λατρεία του ήδη-κόσμου. Μοιρολόι, θρήνος για τα δεινά του ανθρώπου σε αυτό τον κόσμο, για το πεπερασμένο της ύπαρξης του, για την αδιανότητη αυτοκαταστροφικότητα αυτού του κόσμου. Αλλά και λατρεία, γιατί αυτός ο κόσμος επιτρέπει στη φιλοσοφία να υπάρχει, της παρέχει την πρώτη ύλη για την Θεοποίηση των εργαλείων της , είναι το απόλυτο αντικείμενο της ώστε να παρουσιάζεται ως ''επιστήμη των επιστημών''.

Η φιλοσοφία δεν πράττει τίποτα ενάντια σε αυτό τον κόσμο για αυτό είναι καταδικασμένη να τον επαναλαμβάνει και αυτός να την επαναλαμβάνει ως φιλοσοφία του.


3. Η γλώσσα του Φαινομένου(αναπαραστάσεις του ήδη-κόσμου)

Η καλλιέργεια μεταφυσική των Φαινομένων των αντικειμένων του ήδη-κόσμου είναι μια ακόμη βασική λειτουργία της γλώσσας της φιλοσοφίας. Μεταφορέας μεταφορών, αυτό είναι το επάγγελμα της. Οι σκιές, τα Φαινόμενα, οι αντανακλάσεις είναι τα εμπορεύματα που μεταφέρει. Η γλώσσα της είναι ένα απέραντο δίκτυο κυκλοφορίας αναπαραστάσεων προς τη σκέψη, αναπαραστάσεων που στην αρχή αποδίδωνται ως αντικειμενικές ενός αντικειμενικού ήδη-κόσμου και εν συνεχεία μορφοποιούνται σε μίγματα, γίνονται συντακτικά της θεολογίας, η οποία αποτελεί το τελικό στάδιο αυτής της πρόσληψης των εξωτερικών δεδομένων.

Χωρίς την απόλυτη υποταγή στο Φαινομενολογικό τρόπο ανάλυσης, η φιλοσοφία δεν θα μπορούσε να μετασχηματίζεται σε οντο-θεολογία.
Οι ρήξεις στον παραστασιακό τρόπο σκέψης αποτελούσαν πάντα απειλή για την φιλοσοφία επειδή εμπόδιζαν βασικά αυτή τη γειτνίαση Φαινομενολογίας και Οντο-θεολογίας να μετατραπεί σε ένα μίγμα.

Η γλώσσα των Φαινομένων είναι η πιο βίαιη εμφάνιση της κυριαρχίας του ήδη-κόσμου πάνω στη σκέψη που μπορεί να ανοίξει περάσματα στο Πραγματικό. Δεν μπορούμε να υποτιμλησουμε την λαβυρινθώδη μορφολογία που -εσκεμμένα-δημιουργεί ανάμεσα στη σκέψη και το Πραγματικό αυτή η διαμεσολάβηση της φαινομενολογικοποιημένης γλώσσας.
Οι έννοιες "Εγώ","συνείδηση","κόσμος", είναι σε τέτοιο βαθμό κατασκευασμένες με τα πρώτα εμπειρικά δεδομένα που προσλαμβάνουν οι αισθήσεις, που ο άνθρωπος πια θεωρεί δεδομένη την υλικότητα της ύπαρξης αυτών των εννοιών με βάση την αντικειμενικοφάνεια που τους προσδίδει η φιλοσοφική γλώσσα.


4. Η γλώσσα του Θανάτου(το μένος απέναντι στο Άπειρο)

Τελικά, τι άλλο αποδίδει η γλώσσα της φιλοσοφίας πέρα απο Θάνατο; Τι άλλο τίθεται στην επικράτεια της πέρα απο την επιβολή του κανενός Αλλου-πέρα απο τον-ήδη-κόσμο;
Η γλώσσα του Θανάτου είναι ο σκοπός και το αποτέλεσμα της. Η ύπαρξη της θέλει να διαιωνίσει το πεπερασμένο και την τελικότητα, θέλει να εξαφανίσει το Άπειρο, η γλώσσα αυτή είναι ένα μένος για το Άπειρο.

Ο απόλυτος λογοπλασματικός χαρακτήρας της είναι μια τεχνο-λογία των Ίδιων αριθμών. Αυτή η γλώσσα γνωρίζει ότι υπάρχει και η γλώσσα του Απείρου, οι ακολουθίες των αναρίθμητων συμβάντων, των μοναδιαίων α/συνεχών συμβάντων.Το μίσος της για την ύπαρξη του Πραγματικού εκφράζεται με την εκχώρηση των διαδικασιών της στο Θάνατο και στις ποικίλες ονομασίες του όπως "Ίδιο","Επανάληψη","Φαινόμενο"¨,"ήδη-κόσμος".

Μας λέει λοιπόν αυτή η γλώσσα ''Δεν υπάρχει Άπειρο, γιατί αν υπήρχε θα το ομιλούσα και θα το έγραφα''. ''Δεν υπάρχει και αν υπάρχει που είναι η γλώσσα του; Πως ομιλεί και πως γράφει εντός του κόσμου;''
Ο Θάνατος ως γλώσσα, συντρίμμια σε μια γη που πιστεύει πως είναι η τελευταία γη, η τελευταία γλώσσα μιας τελευταίας σκέψης.

Συντρίμμια, τόπος που δεν καλείται κανενα σημάδι-σημείο ζωής, τόπος θανάτου.Η γλώσσα της φιλοσοφίας μας προτρέπει να σκεφτούμε εκεί και μόνο εκεί, στο τόπο που δεν υπάρχουν θεμέλια.
Άλαλοι και Αγράμματοι θα βάλουμε τα θεμέλια ενός Άλλου-Κόσμου, με τα λόγια και τα έργα ενός Άλλου-Κόσμου.

σ.


Ποιος άνθρωπος στα λογικά του θέλει να είναι κατοικία δαιμόνων΄,

που φέρονται σαν να βρίσκονται σπίτι τους, μιλούν γλώσσες πολλές,

και ανικανοποίητοι που κλέβουν μονάχα τα χείλη ή το χέρι του,

προσπαθούν ν’ αλλάξουν και τη μοίρα του για τη δική τους βολή;


Τσέσλαβ Μίλος, Ars Poetica

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Η ΘΑΝΑΤΩΣΗ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ(μικρή εισαγωγή στην αντι-φαινομενολογία)




1.Το πέρασμα απο την επιφανειακή γνώση στη γνώση των αιτιών ήταν και είναι το βασικό χαρακτηριστικό κάθε πραγματικής θεωρίας. Η θέση ότι τα αίτια, την αλήθεια, δεν τη βρίσκουμε στη φαινομενικότητα αλλά πέρα απο αυτή, παραμένει μια θέση προγραμματική για μία αντι-φαινομενολογική λειτουργία της θεωρίας. Είναι όμως δυνατό, το πέρασμα αυτό απο την αισθητιριακή γνώση στην Πραγματική γνώση να γίνεται δίχως μία ανελέητη σύγκρουση της θεωρίας με το Φαινόμενο; Είναι δυνατό αυτή η μετάβαση μέσα απο το Φαινόμενο να αφήνει άθικτη την διαλεκτική δύναμη της θεωρίας απλά επειδή γενικά η διαλεκτική υποστηρίζει πως η αντανάκλαση της ουσίας είναι πιστή αντανάκλαση μεσα απο το Φαινόμενο. Είναι λοιπόν η μεσολάβηση του Φαινομένου αναγκαία στιγμή στο δρόμο προς το Πραγματικό;

2. Το Φαινόμενο δεν είναι η τελική και πιστή αντανάκλαση ενός πράγματος. Η εξωτερική μορφή που παίρνει μία ύλη, δεν μπορεί να μας αφήνει αδιάφορους πως βασικά αποτελεί κατα κύριο λόγο αντιστροφή του Πραγματικού που λαμβάνει χώρα σαν διαδικασία και όχι σαν απεικόνιση. Αυτό αποδεικνύει πως το Φαινόμενο δεν αναλύεται πλήρως όταν λέμε πως ούτως ή άλλως αποτελεί αντανάκλαση ενός αντικειμένου, αλλά πρέπει να εξηγούμε γιατί το Φαινόμενο και η ουσία, το Φαινόμενο και η αλήθεια των πραγμάτων βρίσκονται σε πολεμική μεταξύ τους.
Είμαστε υποχρεωμένοι, τότε, να υπερβούμε τις μηχανιστικές λειτουργίες της διαλεκτικής και να εξετάσουμε τι μας αφήνει η διαλεκτική όταν παρεμβαίνει πάνω στο ζήτημα του Πραγματικού χωρίς να φορά τα γυαλιά μιας φαινομενολογικοποιημένης μεθόδου.

Πρέπει να μπεί ξεκάθαρα στο στόχο της πολεμικής μας το Φαινόμενο αυτό καθεαυτό, χωρίς να φοβηθούμε ότι θα οδηγηθούμε σε ένα αγνωστικισμό αν επιδιώξουμε την εξαφάνιση του απο την θεωρητική μας εργασία. Η Καντιανή θέση ότι είμαστε καταδικασμένοι να πέφτουμε πάνω στα φαινόμενα και πως η γνώση του Πραγματικού είναι ανέφικτή, αποτελεί μια ανευ όρων παράδοση στον εμπειρισμό απο κάθε άποψη. Ακόμα και ο ιδεαλισμός αποδέχεται ότι είναι εγκλωβισμένος στην κυριαρχία του εμπειρισμού(κυριαρχία του αισθητού , του Φαινομένου). Η διαλεκτική προσέγγιση της γνώσης του Ενός, του Πραγματικού δεν είναι μια αντιμετώπιση της ουσίας και του Φαινομένου ως ισότιμων μερών ενός όλου, δεν αποδέχεται ότι υπάρχει καμία τέτοια ισότητα στην επιφαινόμενη ενότητα του πράγματος. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με υποχώρηση στην φιλοσοφική συνθετικότητα. Πρέπει να τολμήσουμε να διατυπώσουμε ως βασική αρχή της θεωρίας του Πραγματικού ότι ΄΄Πρώτα από όλα θανατώνουμε το Φαινόμενο''.

Είναι μια πολεμική κραυγή του υλισμού, της μη-φιλοσοφίας, της θεωρίας του Ενός.

3. Το Φαινόμενο και το αντικείμενο είναι το Έίναι του-ήδη-κόσμου. Οι αντανακλάσεις, τα φαντάσματα μίας άπειρης πολλαπλότητας αντικειμένων, είναι οι μάσκες ενός νεκρού κόσμου. Η μετάβαση απο και μέσω του Φαινομένου στην ουσία δεν μπορεί να είναι πραγματική γιατί τα φαινόμενα του ήδη-κόσμου είναι η κάλυψη των άδειων αντικειμένων.
Υπό αυτή την έννοια η φαινομενολογία είναι μια επιστήμη για την εμπειρία και τη συνείδηση που διαμορφώνει το Υποκείμενο της φαινομενολογίας προσανατολισμένο σε ένα ήδη-κόσμο που αναπαράγει το Φαινόμενο ως εικόνα και ουσία μαζί ενός απλά παρευρισκόμενου -αντικειμένου του.

Ακόμα πιο συγκεκριμένα, η φαινομενολογία αποκαλύπτει την παραδοσιακή φαινομενολογία που είναι η ίδια η φιλοσοφία, η οποία δίνει υποστασιακότητα και ιδεατότητα στο Φαινόμενο, καθιστώντας το ακλόνητο συν-οδηγό της σκέψης στην διερεύνηση της γνώσης.
Είναι όμως δυνατό να αναγνωρίσουμε ως απόλυτο Υποκείμενο της δοτικότητας του Ενός το Φαινόμενο; Είναι δυνατό να δεχτούμε ότι, η διεργασία και η εσωτερική/άβλεπτη διαδικασία των όντων, παραμένει ανέγγιχτη απο την δύναμη του Φαινομένου, ειδικά όσο αυτό δεν απειλείται απο μία θεωρία του Πραγματικού;

4. Το ορατό και το αόρατο δεν είναι τυχαίο ότι απο την εννοιολογική τους ρίζα αποδίδουν το βλέπειν του ανθρώπινου υποκειμένου μέσα στις διαστάσεις του χώρου που το βλέμμα του ανθρώπου έχει την δυνατότητα να απλωθεί. Όμως το πρώτο-δοσμένο πεδίο-ορίζοντας προς την ανθρώπινη εμπειρία, συνιστά άμεσα και το πρώτο φαινομενολογικό δεδομένο της σκέψης. Το Αρχι-φαινόμενο είναι ο χώρος και για αυτό είναι η πρώτη ταύτιση που κάνει η ανθρώπινη σκέψη ανάμεσα στο χώρο και τον κόσμο. Αυτή η πρώτη αντανακλαστική υπαγωγή της σκέψης στο χώρο συγκέντρωσης των αντανακλάσεων που υπερσκιάζουν τις διαδικασίες της αλήθειας, θέτει εκ των πραγμάτων στο ΄΄αόρατο΄΄ κάθε τι που δεν υπάρχει ως αντανάκλαση σε αυτή την άμεση συγκέντρωση αντανακλάσεων που λαμβάνει η συνείδηση απο τον περιορισμένο ορατό χώρο που έχουν μπροστά τους τα μάτια.

Άρα βρισκόμαστε μπροστά σε μία διπλή εξαφάνιση που επιτελεί η παραστασιακή σκέψη:
1) Η πρώτη σκέψη τροφοδοτείται μόνο απο αντανακλάσεις (δεν λαμβάνονται καν οι ουσίες των αντικειμέων) 2) Κάθε τι που δεν αντανακλάται στον δοσμένο χώρο του βλέμματος καθίσταται ανύπαρκτο άρα και μηδαμινό για την σκέψη του υποκειμένου.

Το Φαινόμενο θέτει τον εαυτό του έξω και πάνω απο κάθε διαδικασία του Πραγματικού. Το Φαινόμενο είναι πρώτα από όλα το ίχνος της φιλοσοφικής χάραξης του κόσμου. Η παρουσία του Εγώ μέσα στην γέννηση του Φαινομένου θεμελιώνει την Φαινομενολογία. Το Φαινόμενο είναι το Υπερεγώ της φιλοσοφίας...''εγώ ομιλώ για τον κόσμο, εγώ βλέπω τον κόσμο-εγώ ερμηνεύω τον κόσμο''. Ήδη μας περνάει με τον πιο ύπουλο τρόπο την αποδοχή ότι ο κόσμος είναι αυτό που βλέπει και αυτό για το οποίο ομιλεί η ίδια. Ότι η αναλυτική πάνω στα παρουσιαζόμενα φαινόμενα είναι η απόδειξη ότι αυτά ως φαινόμενα είναι η σημαντικότερη ύλη για την υπερβατική συνείδηση του Υποκειμένου. Στο τέλος η υπερβατικότητα της Φαινομενολογίας είναι η απόδραση απο την Εαυτότητα του Εγώ προς τον ήδη-κόσμο και απο την Εαυτότητα του ήδη-κόσμου προς το Εγώ μέ γέφυρα αναμεσά τους το Φαινόμενο.

5. Στο σημείο αύτό, μιλάμε για την ενότητα εμπειρισμού-αγνωστικισμού-ιδεαλισμού που με την βοήθεια του σχετικισμού κλωνοποιεί φαινομενολογίες σε κάθε φιλοσοφικό ρεύμα και θεωρία.
Η θανάτωση του Φαινομένου είναι η θεμελιώδης εργασία της μη-φιλοσοφίας για τους παραπάνω λόγους. Χωρίς μια απευθείας αναζήτηση των εσωτερικών διαδικασιών των όντων, χωρίς μια απόλυτα στραμμένη μελέτη στο άβλεπτο Πραγματικό, χωρίς μία καταστροφή των κοσμοεικόνων της φιλοσοφίας, είναι αδύνατο να κυριαρχήσει η πράξη ενός Άλλου-κόσμου.

Η μέθοδος για την ΄΄σταύρωση΄΄ του ορατού δεν είναι μια γενική αποδόμηση μόνο των φαινομενολογικών βάσεων της φιλοσοφικής παράδοσης(αποδόμηση που αν δεν σημαίνει δόμηση την ίδια ώραμ του Απόντος Συμβάντος, παρουσίαση του Ενός, εύκολα μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι της φιλοσοφίας ότι προσανατολίζεται προς-εκείνο που -δεν φαίνεται).
Η ''σταύρωση'' σημαίνει ακινητοποιώ το Ορατό ως σώμα, του στερώ την λάμψη απο την επίφαση της κίνησης που είχε ως Φαινόμενο. ''Σταύρωση'' σημαίνει έκθεση του Ορατού ως σώματος στον εαυτό του την ώρα που δεν μπορεί πια να απεικονίσει ούτε την εικόνα του, έκθεση σημαίνει ακινητοποίηση μπροστά στις αλήθειες που επισκίαζε. ''Σταύρωση '' σημαίνει θανάτωση όχι θάνατος, σημαίνει οργανώνω το τέλος του Φαινομένου και αυτό το τέλος το καθιστώ Συμβάν, φέρνω την εξαφάνιση της παρουσίας και την εμφάνιση της απουσίας να συναντηθούν πολεμικά σε μια εξω-φιλοσοφική περιοχή, στο χωροχρόνο της πράξης του Πραγματικού.

6. Ο κόσμος-φαινόμενο(ή ο ήδη-κόσμος)δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι δυνατόν να γεννήσει το μη-ορατό Ένα, τον τόπο της αλήθειας και τον καθοριστικών αιτιών. Δεν μπορεί αυτός ο κόσμος να είναι η βάση για μία ισότιμη ανάπτυξη Φαινομένου και ουσίας. Αυτός ο κόσμος είναι ο τόπος του Εγώ-Είναι που παρουσιάζεται ως Είναι μέσω του άπειρου πολλαπλού των Φαινομένων. Η ενδόκοσμη περιβολή των φαινομένων είναι η κύρια αιτία για την προβολή τους ως καθολικών ιδιοτήτων του ήδη-κόσμου και για την απόδοση τους ως μορφών του κόσμου γενικά.

Η δύναμη του ήδη-κόσμου είναι συνεπώς η αυτοπροβόλή του ως του μόνου αληθινού κόσμου επειδή είναι κόσμος-φαινόμενο. Δύναμη δεν είναι πια η αλήθεια, η πράξη, η συμμετοχή του εμφανιζόμενου στην διαδικασία του αφανούς. Όχι, η δύναμη του ήδη-κόσμου είναι η συνύπαρξη ανθρώπων και αντικειμένων στην υπηρεσία της Φαινομενολογίας του.

7. Κάθε τι που φαίνεται δεν έχει ουσία.
Κάθε τι που φαίνεται δεν είναι συστατικό κομματί ενός γενικού συνόλου αλήθειας.
Κάθε τι που φαίνεται επιθυμεί να παριστάνει ένα αντικείμενο.

Άρα η ουσία δεν φαίνεται, το Πραγματικό δεν είναι μίγμα αλήθειας και ψέμματος, το Πραγματικό δεν παριστάνεται.
Η μη-φιλοσοφία συστηματοποιώντας την εργασία όλης της φιλοσοφικής παράδοσης, απο τη σκοπιά της και μόνο είναι εφικτή μια αντιφαινομενολογία ενάντια σε κάθε φιλοσοφικό δέσμο. Χρειαζόμαστε την πρακτική ενός μη-φιλοσοφικού υποκειμένου που ν αμπορεί να διαφυλλάξει την σκέψη απο την Εγωλογία. Η θανάτωση της στραμμένης-στα αντικείμενα σκέψης είναι το πρώτο βήμα κάθε θεώρησης του Πραγματικού.

H σκέψη πρέπει να οδηγηθεί απευθείας στην τερατωδία του Πραγματικού, να συναντηθεί με την αλήθεια στην απόλυτοτητα της, να βροντοφωνάξει παντού πως τα Φαινόμενα είναι απομιμήσεις του Πραγματικού και εικόνες του πολλαπλού που τοποθετεί η φιλοσοφία στον άνθρωπο ώστε να τον αποπροσανατολίσει απο την θέαση του Συμβάντος χωρίς-Φαινόμενο.

8. Θανατώνω το Φαινόμενο σημαίνει δείχνω ότι δεν δείχνει τίποτα ως προς την αλήθεια του Ενός, εμφανίζω το Συμβάν που είναι η απόδειξη του ΄΄αγγέλω΄΄ κάτι ως προς το Ένα και καταστρέφωω ΄΄αυτό-που δείχνει-μόνο το Εγώ΄΄δηλαδή το Φαινόμενο.

Θανατώνω το Φαινόμενο σημαίνει ότι θεμελιώνω την πράξη για ένα Πραγματικό κόσμο απο το Είναι προς το Συμβάν και απο το βλέπειν-δείχνειν στο πράττειν. Θεμελιώνω ένα κόσμο απο το Εγώ-κόσμος-φαινόμενο στο Πραγματικό , στο Ένα χωρίς-φαινόμενο.

Θανατώνω και θεμελιώνω. Δυο ρήματα της κοινής γλώσσας, δυο εργασίες θεωρίας και πράξης μη-φιλοσοφίας. Δυο σημασίεςπου βαδίζουν στον ίδιο δρόμο. Θανατώνω, τελειώνω, αποτελειώνω, ολοκληρώνω,αφανίζω και τόσες άλλες έννοιες για να αποδώσεις το ΄΄αφαιρώ΄΄, αφαιρώ κάτι που κλείνει το δρόμο της σκέψης προς το Ένα, αφαιρώ την εικόνα που επισκιάζει το Πραγματικό, αφαιρώ ένα απλά-παρευρισκόμενο αντικείμενο του ήδη-κόσμου. Και θεμελιώνω, γιατί για αυτό αφαιρώ για να προσθέσω. Θεμελιώνω, θέτω σε βάθος, προσθέτω σε βάθος, δηλαδή θέτω ένα ον εκτός οπτικού πεδίου, ισχυρό και πραγματικό καις ας μην φαίνεται και ας μην δείχνεται. Θεμέλιο όπως αλήθεια, έννοιες μηδενικής ορατότητας αλλά άπειρης συμβαντικότητας.

Ιδού τι μας στερεί η φιλοσοφία, τον Άνθρωπο-που-δεν φαίνεται(γιατί είναι θεμέλιο και αλήθεια).

σ.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

ΘΕΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΣΚΟΤΟΥΣ (αποδομήσεις στον Μ.Χάιντεγκερ)


Mάρτιν Χάιντεγκερ (1913)

Ένα κείμενο πάνω στις διαλέξεις του Χάιντεγκερ για τον Ηράκλειτο κ τον Παρμενίδη

Άνοιγμα.


Όλη η φιλοσοφία μέχρι σήμερα παραμένει μια αιώνια επανάληψη να λεχθεί το Ένα μέσα απο την συνύπαρξη του με το Δύο. Η πολλαπλότητα, ο πληθυντικός αριθμός, το Διαφορετικό είναι οι τόποι που εκφέρεται αυτή η συνύπαρξη και που αποτελεί όλη την ιστορία της φιλοσοφίας. Οι απόπειρες να καταδειχθεί το Πραγματικό ως ο απόλυτος επικαθορισμός της ιστορίας της φιλοσοφίας, υπήρξαν ελάχιστες, μειοψηφικές, περιθωριακές, αιρετικές.
Κάθε φιλοσοφικό έργο τοποθετεί σε ισότιμη βάση την σχέση του Ενός με τον Λόγο περί αυτού, μια ισοτιμία που ουσιαστικά αποδεικνύει την φιλοσοφική απόφαση ως την κατεξοχή "χώρα της λήθης" της πλάνης, του ψεύδους.

Οι φιλόσοφοι άφησαν αναπάντητα τα εξής ερωτήματα:
α) Οι αντιθέσεις μέσα στο κόσμο δημιουργούνται ή όχι για την παραγωγή του Ενός, ενός συγκεκριμένου και καινούριου Ενός (συμβάν-κόσμος);
β) Αν ο κόσμος κινείται με βάση τις αντιθέσεις, τη σύγκρουση του Δύο, είναι ή όχι απόδειξη ότι η αναμόρφωση και εξέλιξη του κόσμου προκαλείται απο τον πόλεμο για το Ένα;
γ) Η ρήξη, η τομή, η α/συνέχεια, το άλμα, η επανάσταση, το διαφορετικό, το Άλλο, ο Ξένος, το Συμβάν, είναι ή όχι έργα και μιμήσεις του Ενός που αποκαλύπτεται, αποσυνδέεται, αναδύεται, εκρήγνυται και επέρχεται διαρκώς;

Το Ένα ως ακίνητο, αγέννητο, ασχημάτιστο και ανώλεθρο, χρησιμοποιεί το μη-Ένα γιατί μόνο η αντίθεση το θέτει σαν επικράτηση, απόλυτη δύναμη και αλήθεια.
Η θέση των φιλοσόφων ήταν πάντα να συντάσσονται με τον πόλο του μη-Ενός υποκρινόμενοι ότι ερμηνεύουν το Πραγματικό, ενώ συνέδεαν, συσχέτιζαν, συνέθεταν το Ένα και το Δύο, με σκοπό να αποκρύψουν τις αιτίες του αναγκαίου πολέμου (Ηράκλειτος-''πόλεμος πατήρ πάντων") και να συσκοτίσουν την γνώση για τον κόσμο μέσω της γραφής και του λόγου της σύνθεσης, της μίξης του Δύο. Έτσι απέδιδαν το Πραγματικό σαν ένα τόπο αντικειμένων που οι σχέσεις τους και η αριθμητική που γεννάνε να αποδεικνύει δήθεν την οντολογική επικράτηση του συνθετικού Όντος.

Παρόλα αυτά δεν υπάρχει μεγάλος φιλόσοφος που το έργο του να μην χαρακτηρίζεται από μία εργασία υπέρβασης της φιλοσοφικής απόφασης και μίας απόπειρας "στροφής" σε μια σκέψη καθοδηγημένη προς τους δρόμους του Ενός, του Πραγματικού.
Από αυτή την άποψη, ισχύει η Νιτσεική θέση για το ότι η αλήθεια δεν ταυτίζεται-δεν συσχετίζεται με την ηθική, με την σχεσιακότητα που προσπαθούν να επιβάλουν οι φιλόσοφοι ως κόσμο. Η αλήθεια είναι το Ένα και όλοι οι τρόποι που αυτό προκαλεί πόλεμο για τον καθολικό μετασχηματισμό των πάντων. Η οντολογικοποίηση και υποκειμενοποίηση του πολλαπλού (το οποίο υπάρχει μόνο ως αντανάκλαση του Πραγματικού) είναι η κυριαρχία του σβησίματος -σβήσιμο του πυρός-του Πραγματικού απο τον λόγο της γραφής και της ομιλίας της φιλοσοφίας, σβήσιμο που υπηρετεί η φιλοσοφία από την δουλοκτητική κοινωνία έως την μεταμοντέρνα καπιταλιστική.

Οι Θέσεις που ακολουθούν είναι εκτός σκότους με μία διπλή έννοια: 1. Εκτός της απόκρυψης και της λήθης, εκτός της υποκειμενοποίησης του πολλαπλού και 2. Εκ του σκότους, με την έννοια ότι μέσα από την φιλοσοφική συσκότιση, βρίσκουμε ίχνη αιρετικών "στροφών" ενάντια στην ίδια τη φιλοσοφία.


1. Το Είναι είναι απεσταλμένο στον άνθρωπο. Είναι απεσταλμένο από το Ένα, το Πραγματικό, και στέκεται, παραμονεύει να επιτελέσει σε μία ορισμένη στιγμή ένα σημαίνοντα ρόλο για μια εκθεμελίωση της ανθρώπινης κατάστασης, για μία διασάλευση της ουσίας του ανθρώπου. Αυτή η απειλητική περιγραφή πού πρόκειται να οδηγήσει τον άνθρωπο; Στο καταστροφικό όριο της ανυπαρξίας ή προς μία υπεράνθρωπη κατάσταση; Ολόκληρη η διατύπωση του Χάιντεγκερ1 είναι ένας τόπος έκφρασης του Ενός, της αλήθειας του, της δύναμης που ορίζει το Είναι και την σχέση του με τον άνθρωπο. Όμως η γλώσσα του Χάιντεγκερ δεν μπορεί να συγκεκριμενοποιήσει τον τρόπο της αποκάλυψης του Ενός ως πλήρους αμεσότητας προς τον άνθρωπο. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιεί τον όρο "μοιραία στιγμή", για να αποδώσει το αιφνίδιο, την ισχύ κ δοτικότητα του Ενός προς τον άνθρωπο. Όμως δεν μπορούμε να αποφύγουμε την ερώτηση:

Αυτή η παντοκρατορική ισχύς του Ενός σχετίζεται με τον αφανισμό του ανθρώπινου ή με ένα πέρασμα σε μια ανείπωτη και άσκεφτη ακόμα ύπαρξη του Ενός και του ανθρώπου; Μία σκέψη ίσως εγκλωβισμένη ανάμεσα στο μηδενισμό και τον μεσσιανισμό, στην ουσία μια σκέψη καθορισμένη απο τον ανθρωπισμό. Άραγε ο Χάιντεγκερ αφήνει εσκεμμένα να πλανάται αυτό το τρομαχτικό φάντασμα της αιφνίδιας διασάλευσης του ανθρώπινου προς το οπουδήποτε;

Η πορεία, η μοίρα αυτής της ανθρώπινης κατάστασης είναι ανοιχτή στην επιλογή ή μάλλον στον αγώνα για την επικράτηση μίας επιλογής που θα οδηγεί το είδος όλο σε μία ανυπολόγιστη και αδιανόητη ενσωμάτωση του με το Ένα. Η επικράτηση αυτού του προορισμού θα κριθεί απο τις δυνάμεις του ανθρώπινου που θα πασχίσουν να θεωρήσουν τον κόσμο δια μέσω του Πραγματικού, να πράξουν μέσα και ενάντια στον κόσμο σαν πρωτοπορίες του Ενός, να κλωνοποιήσουν το Ένα μέσα στο εσώκλειστο κόσμο του Είναι, του ανθρώπινου Είναι.

Από αυτό θα κριθεί το Πραγματικό ή ο άνθρωπος; Η ύλη, το Ένα θα υπάρξουν ακόμα και αν αφανιστεί το ανθρώπινο. αν δηλαδή επικρατήσει η εσώκλειση στον Αντι-πραγματικό κόσμο. Το όριο της σκέψης βρίσκεται στο αν θα μετατοπιστεί προς το Ένα ή αν θα σβήσει στις γνωστές διαστάσεις του ανθρωπιστικού που αναπαράγει ο ήδη-κόσμος.

2. Το Ένα δεν εκφράζεται με το Λόγο, δεν είναι ο Λόγος2 ως ανάπτυξη και διαμόρφωση του κόσμου-φαινόμενο, το Ένα δεν είναι ένα αντικείμενο που μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ώστε να αναλυθεί και να ερμηνευτεί. Αυτή του η ερμητικότητα ως προς την φιλοσοφία που ουσιαστικά είναι μια φαινομενο-λογοκρατία, δεν συνιστά σε καμία περίπτωση μια θεοποίηση του με μυστικιστική ή αποκρυφιστική διάθεση. Το Ένα πράττει, υπάρχει μέσα στους συμβαντικούς λόγους, είναι μια άπειρη ακολουθία συμβάντων-κόσμων και παράλληλα ο τόπος τους και ο χρόνος τους. Το Ένα επιβάλει στην θεωρία την υποταγή της στην συμβαντική πράξη για να πάψει να το εκφέρει σαν γυμνό Λόγο.

Η μοίρα του Λόγου είναι να αποκτά υπόσταση μέσα στον κόσμο της παράστασης και της ομιλίας, η φωνή και η γραφή σέρνονται πίσω απο την όραση για να διαιωνίσουν ένα κόσμο-φαινόμενο. Το "Εν αρχήν είν ο λόγος", μεταφυσικό θεμέλιο όλου του πολιτισμού εως σήμερα, είναι η απόδειξη της φιλοσοφικής ταύτισης του Λόγου με την απαρχή, με το Ένα από όπου πήγασε και πηγάζει ο κόσμος. Αυτή η ταύτιση υποκρύπτει μια απόφαση και ένα τρόμο την ίδια ώρα. Είναι απόφαση του ανθρώπινου να αποδώσει το Ένα, να το φέρει κοντά του, να το ονομάσει, δηλαδή να το ταξινομήσει, να το κατατάξει και τελικά να το αποκρύψει πίσω απο την αρχή του Λόγου, του παντοδύναμου ταξιθέτη του κόσμου.

Είναι τρόμος όμως γιατί απο την αρχή του κόσμου, το Ένα δίνει τον ευατό του στο ανθρώπινο με ένα απολύτο τρόπο όπως προκύπτει απο την καθολικότητα του. Αυτή την αλήθεια ο άνθρωπος προσπαθεί να απωθήσει απο την αυγή του πολιτισμού. Να αποκρύψει την ισχύ του Ενός, να προσποιηθεί ότι στέκεται ισότιμα μπροστά στην κυριαρχία του Ενός, και τελικά να αυταπατηθεί πως κυριαρχεί πάνω στο Ένα ο ανθρώπινος Λόγος.

Ο τρόμος του ανά πάσα στιγμή αφανισμού του ανθρώπινου, τρόμο που τρέφει η βαθιά συνείδηση της θνητότητας, έσπρωχνε στην προαποφασισμένη στάση απέναντι στην γνώση και την ερμηνεία του Ενός. Από τις απαρχές της φιλοσοφίας οι πηγές της συνεπώς παραμένουν ίδιες..ανθρωπισμός και αγωνία για την ταύτιση με το μη-ανθρώπινο με σκοπό την απόκρυψη του.

3. Για να δούμε το Ένα και να βλέπουμε μέσω αυτού, το ανθρώπινο πρέπει να τοποθετηθεί εκτός του ήδη-κόσμου, εκτός της εσώκλειστης περιοχής που διαμορφώνει το Είναι -χωρίς το Ένα. Πώς όμως μπορεί να συμβεί αυτό; Πώς καλείται ο άνθρωπος να περπατήσει έξω από τον κόσμο του; Είναι μια τοποθέτηση χωρική, πνευματική, κοσμολογική; Τίποτα από όλα αυτά. Αυτή η έξοδος σημαίνει την απάλειψη των συνόρων που επέβαλε ο μέχρι τώρα πολιτισμός στο Πραγματικό. Σημαίνει σβήσιμο των λόγων και των γραφών της φιλοσοφίας, που θεωρεί το Ένα ως ανθρώπινο κόσμο, σημαίνει καταστροφή των γλωσσών και των φαινομένων που συσκοτίζουν την αλήθεια του Πραγματικού. Μία τέτοια αποδόμηση του ανθρώπινου απο τον άνθρωπο, της φιλοσοφίας απο την πράξη του Ενός, θα φέρει τον άνθρωπο σε μια τοποθέτηση εντός του Ενός.

4. Το Ένα δεν είναι αντικείμενο, πάει να πει δεν δύναται να παρασταθεί, να στριμωχτεί4 στην κυρίαρχη αντανάκλαση που περιμένει ο άνθρωπος για να ταίσει τη σκέψη. Αυτό σημαίνει πως το Ένα δεν έχει ιστορία. Η διαδοχή, η αλληλουχία, η σειρά, η συνδεσιμότητα, η γραμμικότητα, όλα τα εργαλεία μιας σκέψης-τοποθετητή, δεν έχει καμία ελπίδα να αποδώσει την α/συνέχεια του Ενός με τον εαυτό του. Εδώ για να υπάρξει αντίληψη των πτυχώσεων του Ενός χρειάζεται η ίδια η σκέψη να αποτελέσει πτύχωση το, μια ακόμα α/συνέχεια του.

Μια τέτοια σκέψη δεν υπάρχει ως κυρίαρχη ακόμα. Η τυραννία της ιστορικότητας, η τυραννία της μνήμης που παριστάνεται σαν σκέψη, είναι η κυριαρχία της φιλοσοφίας. Σκέψη όμως δεν σημαίνει μνήμη, δεν είναι καν εποικοδόμημα της μνήμης η σκέψη αλλά ξετύλιγμα των πτυχώσεων του Ενός πάνω στη τυραννία της μνήμης. Να γιατί το μη-συσχετισμένο με την μνήμη είναι αυτό που κάθε φορά λέμε "νέο"...το νέο ξετύλιγμα του Ενός-χωρίς Είναι.
Ο πόλεμος ανάμεσα στη θέληση για δύναμη και στη σκέψη ως παράδοση είναι ένα μέτωπο που υπάρχει μέσα στη φιλοσοφία και αφορά θεμελιακά το τέλος ή όχι της φιλοσοφίας καθεαυτής.
Η γραμμή σκέψης που είναι υπέρ της πράξης του Ενός συντάχθηκε γύρω απο την θέληση για δύναμη και όχι γύρω απο την σκέψη σαν πνευματική λειτουργία-δηλαδή παραστασιακή σκέψη-μνήμη που αναπαράγεται σε λόγο και γραφή. Η σκέψη σαν θέληση για δύναμη (προσφορά του Νίτσε) και η σκέψη σαν στιγμή της πράξης (προσφορά Μάο) είναι οι μοναδικές θέσεις του Ενός μέσα στο ανθρώπινο που δεν καθορίζονται απο την παραστασιακή-ιστορικίστικη παράδοση.

5. Η αποκάλυψη και η απόκρυψη του Ενός5 είναι απόδειξη της σχέσης καθορισμού που έχει το Ένα προς το Είναι άρα και προς το ανθρώπινο. Ο καθορισμός της ύπαρξης του Είναι ως τόπου του Ενός που έρχεται και αποσύρεται στο κεκλεισμένο άπειρο, καταδεικνύει τον αποκλεισμό του ανθρώπινου απο την απόλυτη πρόσβαση στο Ένα. Όμως η αποκάλυψη και η απόκρυψη του Ενός υπάρχουν μαζί την ώρα του συμβάντος-κόσμου, την στιγμή που ανοίγεται η δυνατότητα ερμηνείας λόγω της αποκάλυψης του Πραγματικού μέσα στην πράξη. Με αυτό το τρόπο επισφραγίζεται και η αδυναμία για την απόλυτη γνώση λόγω της απόκρυψης του Ενός απο την παραστασιακή σκέψη. Το Ένα όμως αποκαλύπτεται και αποκρύπτεται στον ίδιο τον εαυτό του. Για αυτό είναι Ένα, επειδή κάθε του πτύχωση απλώνεται πάνω σε μια άλλη που υπήρξε μόνο ως απόκρυψη του εαυτού του ασταμάτητα.

6. Το πυρ του Ηράκλειτου είναι το Ένα6 και αυτό το συμβάν που είναι καταστροφικό προς τα πάντα αλλά και προς τον εαυτό του δεν μπορεί να είναι άλλο από το Ένα. Για αυτό καμμία έλευση και καμμία πρόσμιξη δεν μπορεί να γίνει μέσα στη φωτιά, κανένα άγγιγμα και καμία γραφή δεν μπορεί να επιζήσει του πυρός, κανένας κόσμος-φαινόμενο και κανένα ανθρώπινο που είναι εντός ενός τέτοιου κόσμου δεν μπορεί να υπάρξει στον τόπο του Ενός που είναι το πυρ, γιατί το Ένα είναι το πυρ. Αυτό είναι το Ξένο προς τον άνθρωπο, το ανοίκειο, το ξέφωτο της αλήθειας, η αλήθεια η ίδια...
Το Ένα, το Πραγματικό, αυτό που ο άνθρωπος αποστρέφεται απο την πρώτη μέρα της ύπαρξης του στη γη. Αυτό που πέφτει καταρράκτης στα πάντα, χωρίς να βλέπεται-να αγγίζεται-να ακούγεται.

σ.


Σημειώσεις του κειμένου από το ''Λόγος,Μοίρα,Αλήθεια- Ηράκλειτος κ Παρμενίδης΄΄, Μάρτιν Χάιντεγκερ

1. "Η ανθρώπινη κατάσταση δεν έδειξε ποτέ να εκπλήσσεται για αυτό το ιδιαίτερο συμβάν κ ούτε αντιλήφθηκε το μυστήριο που κρύβει ένα ουσιώδη προορισμό που αποστέλλει το Είναι στον άνθρωπο και το κρατά παράμερα για εκείνη τη μοιραία στιγμή που όχι μόνο θα κλονιστεί συθέμελα η κατάσταση και η θέση του ανθρώπου, αλλά θα διασαλευτείκαι η ουσία του''σελ.35-36

2. ''Μόνο του το Έν Πάντα δεν είναι ότι γνωστοποιεί ο Λόγος ως ρήση και αφήνει να εννοηθεί ως νόημα. Το Έν Πάντα δεν είναι ότι αποφαίνεται ο Λόγος''σελ. 45

3. ''βλέπουμε αυτή την αστραπή μόνο όταν τοποθετούμαστε στην καταιγίδα του Είναι''σελ.59

4. '' Η ιστορία του Είναι δεν είναι μια διαδοχή γεγονότων που τα διατρέχει το Είναι δι'εαυτό. Επιπλέον δεν είναι αντικείμενο που προσφέρει νέες δυνατότητες στην ιστοριογραφική παραστασιακή σκέψη, που θα ήταν πρόθυμη να πάρει την θέση της μέχρι τώρα συνήθους θεώρησης της ιστορίας της μεταφυσικής με το επιχείρημα ότι γνωρίζει καλύτερα το αντικείμενο''σελ.94

5. ''Και έτσι κατονομάζεται η πληρότητα της ουσίας της φύσεως, η οποία διέπεται από την φιλίαν ανάμεσα στην αποκάλυψη και την κάλυψη''σελ.124

6. ''Με τη λέξη πυρ , ο Ηράκλειτος κατονομάζει εκείνο/../που βασίζεται στον εαυτό του, παραμένει στον εαυτό του και έτσι φυλάσσει κάθε έλευση''σελ.128

Πολιτική, 11: .60, .61

radicaldesire.blogspot.com

Μία δημοσίευση για τον Μάρξ που δεν ανήκει και δεν άνηκε ποτέ στην ακαδημία της φιλοσοφίας. Μία δημοσίευση για την Πολιτική, την θηριωδία της αλήθειας της,την μόνη αλήθεια που συμμετέχουμε όλοι. Ευχαριστώ τον Αντώνη για την άδεια αναδημοσίευσης,η δουλειά του radicaldesire.blogspot.com είναι σημείο αναφοράς για όσους επιθυμούν ριζικά, εφόδια για την θεωρία των ΄΄από τα κάτω΄
΄.


60. Πολιτική
(Για τον Νικόλα Δευτερά)

Πόσο μεγάλο λάθος κάνουν οι φιλόσοφοι που ξεχνούν το μάθημα που πήρε ο Πλάτωνας από τον Διονύσιο, Τύραννο των Συρακουσών --όσοι νομίζουν πως η πολιτική είναι απλά μια προέκταση της φιλοσοφίας, ένα πεδίο εφαρμογής φιλοσοφικών αφαιρέσεων! Η πολιτική είναι ένα ζευγάρι ατσάλινα σαγόνια που κατασπαράσσουν φιλοσόφους για πρωϊνό. Από καθαρά φορμαλιστική άποψη, η πολιτική είναι ο χώρος του απόλυτα κακού, γιατί είναι ο χώρος όπου τα πάντα μιλούν με γλώσσα διχαλωτή, και όπου το κάθε τι μετατρέπεται στο αντίθετο του φαινομενικού εαυτού του. Μέσα όμως σ' αυτόν τον φριχτό χώρο, που ο ιδεαλισμός, ο ώριμος τουλάχιστον, τρέμει και απεχθάνεται, γεννιέται αυτό που δεν μπορεί να γεννήσει η φιλοσοφία: η αλήθεια.

Η πολιτική γεννάει την αλήθεια όπως γεννιέται το κάθε τι: περιβεβλημένη από αποκρουστική βλέννα, γεμάτη ακαθαρσίες, τυλιγμένη σε αίμα και σπλάχνα. Δεν είναι θέαμα για ευπρεπείς και μυγιάγγιχτους φιλοσόφους αυτό.


61. Η ενδέκατη θέση

"Οι φιλόσοφοι έχουν μέχρι τώρα ερμηνεύσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους, το ζήτημα, όμως, είναι να τον αλλάξουμε".
K. Marx, Θέσεις για τον Φόυερμπαχ

Η συμβατική ανάγνωση της ενδέκατης θέσης για τον Φόυερμπαχ επικεντρώνεται αποκλειστικά σε αυτά που η γραμματική θα ονόμαζε ρήματα: "ερμηνεύσει"/"αλλάξουμε." Στα δύο αυτά ρήματα εντοπίζει, ως αναμενόμενο, ένα αντιπαραθετικό σχήμα: παθητικότητα/ενεργητικότητα. Όλα είναι ξεκάθαρα: Ο Μαρξισμός είναι η φιλοσοφία που δεν ερμηνεύει απλώς τον κόσμο αλλά τον αλλάζει.

Η συμβατική ανάγνωση της ενδέκατης θέσης για τον Φόυερμπαχ αγνοεί εντελώς αυτά τα οποία η γραμματική, αλλά και η φιλοσοφία, θα ονόμαζε υποκείμενα. Πόσα υποκείμενα έχει η πρόταση; Ένα. "Οι φιλόσοφοι." Ή μήπως δύο; Ποιό είναι το υποκείμενο του ρήματος "αλλάξουμε";

Η ερώτηση είναι πιο επικίνδυνη από ό,τι φαίνεται. Γιατί επισύρει άμεσα μια δεύτερη ερώτηση. Αν εννοήσουμε ότι το υποκείμενο του ρήματος "αλλάξουμε" είναι "εμείς, οι φιλόσοφοι", τότε τι έχει δώσει ξαφνικά στη φιλοσοφία την δύναμη να κάνει κάτι που κανείς φιλόσοφος δεν έκανε ποτέ πριν; Και μια τρίτη ερώτηση: Μιλάει όντως το υπόρρητο υποκείμενο του ρήματος ως φιλόσοφος; Και στο κατόπι, άλλες: Είναι η ενδέκατη θέση μια θέση που αφορά τη φιλοσοφία; Είναι η αλλαγή του κόσμου ένα καθήκον το οποίο η ενδέκατη θέση εμπιστεύεται στη φιλοσοφία; Ήταν ο Μαρξ των Θέσεων φιλόσοφος; Ή μήπως η όλη ανάγνωση πάσχει από την αδυναμία να δει, στο σημείο ακριβώς αυτό, το χάσμα που ανοίγεται επιτελεστικά ανάμεσα στην φιλοσοφία και την αντι-φιλοσοφία, τη μη- φιλοσοφία, τη σκέψη που, προκειμένου να αλλάξει τον κόσμο, πρέπει πρώτα να καταστρέψει τη φιλοσοφία, και πρώτα από όλα την ιδέα της ολότητας ως αρραγούς και ομοιογενούς πεδίου που εγκολπώνεται χωρίς υπόλειμμα από τον φιλοσοφικό λόγο;

Αξίζει να θυμηθούμε ότι ο Μαρξ έπαψε να είναι φιλόσοφος από τότε που έπαψε να είναι ένας ακόμα νέος εγελιανός. Εγκατέλειψε τη φιλοσοφία: για την ιστοριογραφία, για τα καθήκοντα της πολιτικής οργάνωσης της Διεθνούς Ένωσης Εργατών, για την πολιτική οικονομία. Η ενδέκατη θέση δεν είναι μια θέση την οποία απευθύνει στη φιλοσοφία η φιλοσοφία, μια θέση που εκπορεύεται από το υποσύνολο "Χ σχολή φιλοσοφίας" στο σύνολο "φιλοσοφία". Δεν είναι μια θέση που επικαλείται μια κάποια υπερβατική δυνατότητα της φιλοσοφίας να είναι, ως δια μαγείας, κάτι άλλο από φιλοσοφία. Είναι μια θέση που προϋποθέτει (και ταυτόχρονα καλεί για) το τέλος της φιλοσοφίας. Είναι μια θέση που επικαλείται, σκανδαλωδώς, μια θέση εκτός του συνόλου "φιλοσοφία" ή μια θέση που ανατέμνει το σύνολο αυτό.

Και το υποκείμενο που την διακηρύττει είναι σκοτεινό. Γιατί η θέση έντεκα (αν όχι φιλόσοφοι, τι;) δεν έχει θέση, δεν βρίσκει θέση στο πεδίο το οποίο ονομάζεται "φιλοσοφία". Η ενδέκατη θέση έρχεται από ένα σημείο χωρίς ταυτοποιήσιμη θέση μέσα στη φιλοσοφία, αλλά και χωρίς θέση σε αυτόν ή εκείνον τον ταυτοποιήσιμο χώρο εκτός φιλοσοφίας (ανθρωπολογία, θεολογία, κοινωνιολογία, ψυχολογία...). Αλήθεια, πού ακριβώς, μέσα στα πλαίσια της θεσμικής κατάτμησης των επιστημονικών πειθαρχιών, ανήκει ο "Μαρξισμός"; Ποιου συνόλου είναι υποσύνολο;

Η ενδέκατη θέση δεν είναι ένα ακόμα φιλοσόφημα, τροφή για τα αδηφάγα σαγόνια του πολιτικού Πραγματικού. Είναι η ίδια μια έκφανση της βίας που ασκεί το πολιτικό Πραγματικό στη φιλοσοφία.

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΟΥ


To Κάλεσμα του Ματθαίου, πίνακας του Καραβάτζο





Το Μεσσιανικό είναι:

1 αρχή. Η δομή του Απ-Όντος

Το Μεσσιανικό είναι η δομή του Απ-Όντος, η χωρικότητα του δεν υπάρχει ούτε στο Μεταφυσικό, ούτε στον κόσμο-φαινόμενο, και δεν υπάρχει σημαίνει δεν υπάρχει σε αυτό το συγκεκριμένο ΄΄εκεί΄΄ που αποτελεί ο ήδη-κόσμος, ο οποίος ταυτίζει θανάσιμα το Υπάρχον με την παρουσία στην χωρικότητα που συνιστά ο ίδιος ως φαινόμενο ή μάλλον ως Αρχι-φαινόμενο. Όμως το Μεσσιανικό δεν είναι φαινόμενο, που σημαίνει ότι αποδίδει τον εαυτό του στο χωροχρόνο της ρήξης, του χάσματος με τον ήδη-κόσμο.

Θα λέγαμε για αυτό πως , το Μεσσιανικό είναι η απούσα αλήθεια που εμφανίζεται βίαια και υπό τον όρο ότι εξαφανίζει την παρουσία του ήδη-κόσμου. Για το λόγο αυτό το Μεσσιανικό είναι επέκεινα της φιλοσοφίας και για αυτό η φιλοσοφία προσπαθεί να το κατατάξει στο χώρο της θεολογίας(παρακλάδι της)ώστε να το ταυτίσει με το Υπερφυσικό. Όμως ο τρόμος της φιλοσοφίας προς το Μεσσιανικό παραμένε, ακριβώς γιατί αυτό που επέρχεται Μεσσιανικά είναι πάντα το Πραγματικό, το Ένα δίχως Είναι.

Ο χρόνος που απομένει μέχρι το Μεσσιανικό είναι ο μόνος χρόνος που σχετίζεται με την αλήθεια και τον Άνθρωπο. Το ΄΄απομένει΄΄ δεν δείχνει μία μέτρηση προς την προκαθορισμένη στιγμή εμφάνισης, γιατί τέτοια δεν υπάρχει για κανένα Συμβάν, Το ΄΄απομένειν΄΄ γίνεται ιδιότητα του χρόνου που ανατρέπει το γραμμικό-φαινομενολογικό του υπόβαθρο. Ο χρόνος τίθεται ενώπιον του πάντα ενδεχόμενου αφανισμού του.

Είναι σε μία αέναη προσμονή του τέλους του, ΄΄απομένει΄΄ όμως, κατοικεί ακόμα στον ήδη-κόσμο. Δεν κατοικεί παρόλα αυτά σαν ένα οποιοδήποτε αντικείμενο, ο χρόνος δεν υπάρχει απλά μαζί με τον χώρο ώστε να προσφέρει τις συντεταγμένες των Όντων. Ο χρόνος αν και είναι εντός του ήδη-κόσμου , αν και γραμμικός, αν και χρόνος των συσσωρευμένων φαινομένων, είναι ο πρώτος τόπος του ήδη-κόσμου που δέχεται το καταστροφικό Συμβάν του Μεσσιανικού.

Το Μεσσιανικό έρχεται και μας λέει: ''Δεν υπάρχει Μεσσίας γιατί υπάρχει ως συμβάν΄΄. Τι εγκαθιστά τότε το Μεσσιανικό με τον ερχομό του; Αυτό που παραμένει είναι ο Άνθρωπος-Άλλος. Άλλος σημαίνει Ξένος προς την ήδη-κόσμο, αυτός συγκροτείται απο το Μεσσιανικό. Η πράξη του δεν μπορεί να αφορά παρά την εκ του μηδενός Ίδρυση της Πολιτείας του Άλλου. Ο Άνθρωπος δεν είναι επερωτήσιμος, δεν είναι οντολογικός, επειδή δεν είναι ο ΄΄Άνθρωπος΄΄ που έχει η φιλοσοφία στα λεξικά της. Ένας Άνθρωπος οντολογικά αδιάφορος σε ανθρωπισμό και αντι-ανθρωπισμό, ο θεωρητικός Ξένος για το Είναι και για τον ήδη-κόσμο, ο εχθρός της φιλοσοφικής απόφασης. Αυτός ο Άνθρωπος είναι η δομή του Μεσσιανικού, είναι η δομή του Απ-Όντος, η εξέγερση του.


Το Μεσσιανικό είναι:

2 αρχή. Το ποίημα της καταστροφής

Το βέλος που έρχεται απο το πουθενά,παγωμένα ερείπια που δεν σας αγγίζει Ιερεμίας, δεν φτερουγίζει το κάλεσμα, δεν βλέπει κανείς το νυχτερινό πλοίο στο λιμάνι του χρόνου. Ο ερχόμενος δεν έχει όνομα, δεν έχει φυλή, δεν έχει ενικό ή πληθυντικό αριθμό, δεν έρχεται για να φύγει...

Στο χρόνο που απομένει, ποιά καταστροφή θα προαναγγείλει την καταστροφή;Ας μάθουμε τώρα γιατί τότε ούτε ο χρόνος θα υπάρχει στα αλήθεια. Ο σεισμός θα ανοίξει στα δύο τον κόσμο για να έρθει ο Άλλος κόσμος, πύρινα λάβαρα θα σηκώσει η σιωπή της προσμονής και απο το όρος των Αοράτων, θα ακουστεί η μουσική που θα ανοίξει την τελετή του πολέμου.

Καταστρέφω σημαίνει ανοίγω χώρο στην εγκατάσταση του Άλλου, ζωγραφίζω την εικόνα του Άλλου, καταστρέφω σημαίνει προσφέρω την αλήθεια που θα υπάρξει..

Το τραγικό ποίημα της εξαφάνισης σου, ο διάλογος των σκιών των νεκρών ζώων,
στις εκβολές του αναρίθμητου τέρατος, λάφυρα δίνει ο λυγμός των ουρανών..στην καταιγίδα θα βαφτιστεί η σύναξη των ονείρων.

Το μάτι που κοιτάς δεν είναι ο ήλιος, ούτε η όραση κάποιου θεού, δεν είναι το χάος, ούτε η όραση κάποιου θνητού...το μάτι που κοιτάς σε κοιτάζει απ΄τα έγκατα της θυσιασμένης γης, κρούει τη θύρα του μέλλοντος ο μεταμφιεσμένος σε Άνθρωπο ποταμός.

Δεν είμαι το πέρασμα του νυχτερινού στρατού,δεν είμαι το υπόγειο της αποκάλυψης που κρύβεις, δεν είμαι ο ναός που θα ακουστεί ο θρήνος του σκύλου,
δεν είμαι το όρος που θες να αγναντεύεις τον κόσμο απο κει πάνω, δεν είμαι η σιωπή που μουρμουρίζουν τα φαντάσματα, δεν είμαι το τέλος
είμαι η αρχή γιατί δεν είμαι...επέρχομαι

Το Μεσσιανικό είναι:

3 αρχή. Η μίμηση του Απείρου

Το Μεσσιανικό είναι μίμηση όχι απομίμηση του Απείρου. Όπως το Άπειρο δεν είναι αντικείμενο σύμμετρο προς τη σκέψη που το σκέφτεται, έτσι κ το Μεσσιανικό είναι άσκεφτο και προκαλεί χάος στη φιλοσοφία που προσπαθεί να το κατηγοριοποιήσει. Μίμηση του Απείρου, δηλαδή υπάρχει ως το μη-αριθμήσιμο που όμως επιβάλλει την αρίθμηση του,ανεξάντλητο Συμβάν ως προς τις συνέπειες που επιφέρει στην τάξη του ήδη-κόσμου, στον κόσμο-φαινόμενο.

Το Μεσσιανικό δεν μπορεί να αποδοθεί σε κανένα πεδίο του ήδη-κόσμου(ιστορία-φιλοσοφία-τέχνη-πολιτική) και για αυτό δεν είναι μόνο ιστορικό ή μόνο φιλοσοφικό ή μόνο καλλιτεχνικό ή μόνο πολιτικό ( παρόλο που στο πολιτικό πεδίο συγκεντρώνει τις απειλητικότερες εμφανίσεις του για τον ήδη-κόσμο). Είναι η βεβήλωση αυτών των πεδίων απο τη σκοπιά του να αποκαλυφθεί το Ένα που αυτά τα πεδία αποκρύπτουν απο τον Άνθρωπο μέσω της πολλαπλότητας τους. Το Άπειρο υπάρχει εντός του Μεσσιανικού γιατί το τελευταίο αποτελεί μίμηση του, παράγει κόσμους και την ίδια στιγμή συνιστά ένα Απροσπέλαστο για την φιλοσοφία.


Το Μεσσιανικό είναι:

4 αρχή. Η βεβήλωση

Κάθε βεβήλωση του ήδη-κόσμου, βεβήλωση της πολλαπλότητας της τάξης, βεβήλωση της φαινομενολογίας, βεβήλωση της θεωρίας-κόσμος αλλά και της ψευτοπράξης του ήδη-κόσμου, είναι η πράξη του Μεσσιανικου΄. Η βεβήλωση εδώ αποδίδεται όπως την περιγράφει η φράση του Κάρλ Μάρξ ΄΄ Καθε τι ιερό βεβηλώνεται , αυτός είναι ο νόμος της Ιστορίας΄΄. Ο ήδη-κόσμος είναι ένα ιερό, χωρικότητα των αντικειμένων-ανθρώπων, των ανθρώπων που βίαια γίνονται αντικείμενα. Όλες οι τελετές των θεσμών επιχειρούν να ενισχύσουν το τετελεσμένο πως αυτός ο κόσμος είναι ιερός γιατί κόσμος σημαίνει ακριβώς αυτόν τον ήδη-κόσμο. Ο νόμος της Ιστορίας είναι η βεβήλωση, η βεβήλωση του ιερού που ,ακριβώς επειδή υπάρχει πάνω στην ιστορία και το νόμο, ως ιερό αξίζει βεβήλωσης. Νόμος εδώ πάει να πει δικαιοσύνη, την δικαιοσύνη της Ιστορίας να αποσχιστεί απο τον ήδη-κόσμο μέσω μίας βεβήλωσης και απο Ιστορία να γίνει ο Χρόνος-που απομένει.

Οι βεβηλώσεις του ήδη-κόσμου δεν εκφράζονται απο την απομίμηση του Μεσσιανικού που γέννησε με το όνομα Μεσσιανισμός η φιλοσοφία. Η κλωνοποίηση μίας φιλοσοφικής λογικής για το Συμβάν και το Πραγματικό, μέσω του Μεσσιανισμού επικεντρώθηκε στην θρησκευτική ερμηνεία και φυλάκιση του Μεσσιανικού μέσα στις έννοιες Υποκείμενο,Χριστός, Άτομο. Δεν είναι τυχαίο πως η καπιταλιστική θρησκεία επιβληθηκε χρησιμοποιώντας την θεολογική-εκκλησιαστική φιλοσοφία του Χριστιανισμού αλλά και την οντοθεολογία της φιλοσοφίας ώστε να παρουσιάσει το Απόλυτο Υποκείμενο, τον Απόλυτο Χριστό, το Άτομο , αρχής γενομένης με την περίφημη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη στη Γαλλική Επανάσταση. Αυτό το μίγμα ατόμου και ανθρώπου , που ουσιαστικά καταλήγει στο Υποκείμενο-Άτομο, ιδρυτή της αγοράς και της ελευθερίας της είναι το ακραίο επίτευγμα του Μεσσιανισμού που σκοτώνει το Μεσσιανικό.

Οι βεβηλώσεις του ήδη-κόσμου, δεν είναι το Μεσσιανικό ως τέτοιο, ως τελική επικράτηση, αλλά οι εκδηλώσεις του, είναι οι ομολογίες του Μεσσιανικού ότι είναι ο Άγγελος της καταστροφής.


Το Μεσσιανικό είναι:

5 αρχή.Η πρόσκληση για Ίδρυση

Η Ίδρυση , αυτό είναι το μετά-Μεσσιανικό Συμβάν. Ο Άνθρωπος-Άλλος, αυτός που δεν θα θρηνήσει στα ερείπια του παλιού κόσμου, είναι ο Ιδρυτής. Ιδρυτής της Πολιτείας, της Κοινότητας του Ενός, του Πραγματικού. Ιδρυτής μιας χωρικότητας και χρονικότητας της αλήθειας, της Ιδέας του Ενός στην πράξη. Το Μεσσιανικό είναι η καταστροφή που αναζητά την Ίδρυση, Και εδώ στο ΄΄Ίδρυση΄΄ κυοφορούνται τα στοιχεία του νέου, του θεμελίου, της έγερσης, του αντικρύσματος του Ενός ως ορίζοντα της Ίδρυσης.

Στην Ίδρυση, το Μεσσιανικό έχει πάψει να είναι το Συμβάν-Τρόμος, έχει πάψει να είναι η Νύχτα, έχει πάψει να είναι η βεβήλωση. Το Μεσσιανικό μας διδάσκει πως απο το Δύο γυρίζουμε στο Ένα μέσω της σύγκρουσης των Δύο και της επικράτησης του Ενός...όμως το Μεσσιανικό είναι η επικράτηση δεν είναι η επικράτεια του Ενός, που είναι έτοιμη να υποδεχτεί την Κοινότητα-που απομένει.

σ.

Βοηθητική βιβλιογραφία:

1.The time that remains: a commentary on the letter to the Romans, Agamben Giorgio
2.Saint Paul: The Foundation of Universalism, Badiou Alain
3.The Monstrosity of Christ, Zizek S,-Milbanl.J
4. Future Christ: A Lesson in Heresy, Laruelle F.

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Σημεία για την Νιτσεική ''Θέληση για Δύναμη΄΄




1. Η φιλοσοφία είναι το παιδί της Θέλησης για Δύναμη
2. Η Θέληση για Δύναμη θέτει τη γνώση στην υπηρεσία της μέσω της φιλοσοφίας και της επιστήμης.
3. Η Θέληση για Δύναμη είναι η βιογραφία της μεταφυσικής, η ακραία εκδοχη του ανθρωπισμού.
4. Μόνο το μη-Είναι, το μηδέν, το κενό, δημιουργεί θέληση για δύναμη που να εκφράζει το Πραγματικό, και έτσι προηγείται και καθορίζει την θέληση για δύναμη καθολικά. Η Θέληση για Δύναμη του Είναι περιορίζεται στην επικράτεια της παρουσίας και για αυτό είναι δύναμη που δεν συναντιέται με την γνώση.
5. Το ανθρώπινο, για το λόγο αυτό ακόμα και όταν αναζητά την υπέρβαση του(υπεράνθρωπος) μέσω της Θέλησης για Δύναμη-εντός του Είναι,ταυτίζεται σε τελευταία ανάλυση με το Εγώ.
6. Το μηδέν μόνο μπορεί να γεννήσει θέληση για δύναμη, γιατί υπάρχει εκτός του Είναι, ώστε να παραμείνει στην κατάσταση του μη-Είναι και να στηρίξει το Πραγματικό.
7. Άρα το μηδέν είναι ο τόπος γέννησης και άσκησης της δύναμης, επειδή το μηδέν είναι αυτό-καθεαυτό η θέληση για την αδυνατότητα.
8. Τι είδους ''Θέληση για Δύναμη΄΄ είναι τότε, αυτή που γεννά το Είναι εφόσον δεν εμπεριέχει καμία τάση προς την αδυνατότητα;
9. Μόνο πέρα απο την εξουσία, την ηθική,την φιλοσοφία και την επιστήμη, μπορεί να υπάρξει δύναμη, δηλαδή στο Πραγματικό.

10. Η έξοδος από το ανθρώπινο, δηλαδή απο το Εγώ-Κόσμος δεν είναι ούτε ήταν ποτέ ΄΄πρόγραμμα΄΄ της φιλοσοφίας αλλά μόνο της πράξης και της θεωρίας ως θέληση για δύναμη ενάντια στη φιλοσοφία και υπέρ του Πραγματικού.
11. Όσο και αν η Νιτσεική ΄΄Θέληση για Δύναμη΄΄ όριζε μια θέση μάχης απέναντι στο ανθρώπινο, ακριβώς επειδή δεν εισήλθε στην υπηρεσία του Πραγματικού, του Ενός, παρέμεινε όργανο του Εγώ-Κόσμος( και γι αυτό κατακρεουργήθηκε τόσο εύκολα απο το Ναζισμό).
12. Ζήσαμε και συνεχίζουμε να ζούμε τις τραγικές συνέπειες της Θέλησης για Δύναμη ως Ιδέας του Είναι. Η μοίρα μιας οριστικής απελευθέρωσης απο αυτό τον πολιτισμό θα κριθεί απο το αν θα επικρατήσει η θέληση για δύναμη ως Ιδέα του Πραγματικου.
13. Ο Νίτσε πέρα απο το Εγώ-Κόσμος, πέρα απο τα σύνορα του Εμπειρισμού, κρατώντας τις θέσεις και τους δείκτες του μηδενισμού του, είναι ο μόνος Νίτσε που μπορεί να υπάρξει σαν θεωρητικό όργανο του μη-Είναι, του Πραγματικού, του Ενός.

σ.

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

14 Ερωτήσεις κ 1 κατάφαση για το Μη-Φιλοσοφικό


1.Το Μη-Φιλοσοφικό είναι ή όχι ένας επικαθορισμός του Πραγματικού μέσα στην σκέψη ώστε να εμποδιστεί η φιλοσοφικοποίηση της σκέψης άρα και η ιδεαλιστικοποίηση του Πραγματικού;
2. Το Μη-Φιλοσοφικό είναι ή όχι μία απόφαση, σχηματισμένη στο κενό που δημιουργεί η λειτουργία της φιλοσοφίας στην προσπάθεια της να υποτάξει το Πραγματικό;
3. Είναι το Μη-Φιλοσοφικό, συνεπώς, η κατεξοχήν αντίσταση της θεωρίας στον μεταφυσικό μετασχηματισμό της σε ένα όργανο απόκρυψης του Πραγματικού μέσω της καθολικής υπαγωγής στο Λόγο;
4.Υλισμός-ιδεαλισμός, θεωρία-πράξη, φιλοσοφία-επίστημη, παλιό-νέο, είναι-φαίνεσθαι, Λόγος-Βούληση(ρασιοναλισμός-βουλησιαρχία)..Εκφράζει ή όχι η αντίθεση τους, η σχέση τους, την πολεμική του Πραγματικού (για τον καθορισμό του ή την γνώση του);
5.Συνιστούν αυτά τα πολεμικά ζεύγη ή όχι απόδειξη ότι το απών κέντρο του ιδεολογικού πολέμου, του φιλοσοφικού πολέμου,είναι η κατάκτηση, η μεγαλύτερη δυνατή πρόσβαση ή η ονομασία του Ενός, του Πραγματικού;
6.Η γραμμή του μαχόμενου υλισμού είναι ή όχι ο αγώνας για την ενίσχυση του Μη-Φιλοσοφικού, για την συγκέντρωση όλων των θεωρητικών κατακτήσεων της ανθρώπινης γνώσης που υπηρετούν την προσέγγιση του Πραγματικού, του Ενός και όχι την θεωρητικοποίηση τους;

7. Είναι ή όχι ο κατεξοχήν αγώγιμος τόπος για το Μη-Φιλοσοφικό η πράξη, η πολιτική, η ταξική πάλη; Ή να το πούμε αλλιώς: Ποιός είναι ο τόπος που το Πραγματικό μπορεί να αποσχιστεί ριζικά απο τα δεσμά της φιλοσοφικής κυριαρχίας;
8. Ποιός παίρνει κάθε φορά-σε ποιά εποχή-εκείνη την απόφαση που καθίσταται φιλοσοφική ή Μη-Φιλοσοφική σε σχέση με το Πραγματικό;
9.Είναι ή όχι η Ιστορία ο τόπος συνάντησης-αντίθεσης-σύνθεσης-αποσύνθεσης των υποκειμένων που οργανώνουν την κοινωνική ζωή με βάση την υιοθέτηση ή την άρνηση της φιλοσοφικής απόφασης για το Ένα, το Πραγματικό;
10. Είναι ή όχι η πράξη ο μόνος τρόπος πρόσβασης στο Πραγματικό, ονομασίας του Πραγματικού;Είναι δυνατό ή όχι η πράξη να οδηγεί σε ένα πρόγραμμα κλωνοποίησης του Πραγματικού μέσα στη θεωρία;
11. H διαλεκτική της φύσης, του Ενός, του Πραγματικού είναι ή όχι εκτός της διαλεκτικής της σκέψης;
12. Την εξωτερικότητα της φύσης, του Πραγματικού είναι προς την σκέψη πρέπει να την μετράμε με όρους απόστασης της αντανάκλασης τους στην σκέψη; Η σκέψη είναι ο χώρος μετρήσιμων αντανακλάσεων του Πραγματικού ή γέννησης αντι-αντανακλάσεων στο Πραγματικό;
13. Άρα, η φιλοσοφική απόφαση είναι μια εικονοποίηση του Πραγματικού; Η ορατότητα του Είναι είναι εφικτή και αν όχι τότε η φιλοσοφία μέχρι σήμερα αποτελεί μια άπειρη φαινομενολογία ή όχι;
14. To τέλος της Τελικότητας, το τέλος της Ορατότητας, το τέλος της Φαινομενολογίας δεν επιτεύχθηκε με την Αποδόμηση.Μπορούσε να καταφέρει κάτι τέτοιο η Αποδόμηση χωρίς τον επικαθορισμό του Μη-Φιλοσοφικού(παρά το ότι το έτρεφε σε πολύ μεγάλο βαθμό);

και 1 κατάφαση:

Αυτό το πρόγραμμα μίας Μη-Φιλοσοφικής Αποδόμησης θα σηματοδοτούσε την γέννηση ενός υπερ-θεωρητικού Συμβάντος, την αποτύπωση ενός υλιστικού ίχνους στον σημερινό φιλοσοφικό πόλεμο που θα κλόνιζε τις προυποθέσεις του Μεταμοντέρνου και θα εκκένωνε τον υλισμό απο τις φιλοσοφικές αποφάσεις του.
Η αναζήτηση των Μη-Φιλοσοφικών στιγμών, χαραμάδων, ιχνών, σημείων-ρήξεων ή και χαράξεων προς αυτά, έργο το έργο , στοχαστή το στοχαστή όλης της φιλοσοφικής συνέχειας απο Πλάτωνα , Νίτσε έως Χάιντεγκερ και Ντεριντά, θα επιτύγχανε μια τέτοια συγκομιδή Μη-Φιλοσοφικής σκέψης, την ίδια ώρα που θα αποδείκνυε την μετατόπιση του έργου τους απο την ερμηνεία του Πραγματικού στην φιλοσοφική απόφαση για το Είναι του και το ανάποδο.Θα φανέρωνε το εκκρεμές της φιλοσοφικής απόπειρας που περνά απο την αναπαράσταση στην υποκατάσταση και πάλι το ίδιο του Πραγματικού.

σ.

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Η ΤΟΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ:μικρό μανιφέστο μη-φιλοσοφικού Πλατωνισμού


ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΟΥ ΚΑΡΡΑ

''Εάν υπάρχει ένα πράγμα στα μαθηματικά που με συναρπάζει περισσότερο απο οτιδήποτε άλλο(και αναμφίβολα πάντα το κάνει), δεν είναι ούτε ο «αριθμός» ούτε το «μέγεθος», αλλά πάντα η μορφή. Και ανάμεσα στα χίλια κ ένα πρόσωπα με τα οποία η μορφή επιλέγει να αποκαλυφθεί σε μας, αυτή που συναρπάζει
περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη και συνεχίζει
να με συναρπάσει, είναι η δομή που κρύβεται στα μαθηματικά πράγματα.''

Alexandre Grothendieck Γερμανός μαθηματικός.



1.Η θεωρία δεν έχει λόγο ύπαρξης αν δεν αποτελεί μια άπειρη κατασκευή των αδυνατοτήτων που παράγει το Πραγματικό μέσα στον τόπο της σκέψης με την μορφή συνεχόμενων μετατοπίσεων προς την πράξη.Η θεωρία δεν είναι θεωρία όταν είναι καθρέφτης,όταν είναι αντανάκλαση, όταν είναι γλώσσα και δεδομένος τόπος συγκεντρωσης της εμπειρίας και των άμεσων δεδομένων που στέλνει ο κόσμος. Μέσα στη θεωρία κρίνεται η κατασκευή του μη-ορατού, του βλέμματος που πέφτει πάνω στον κόσμο για να δει πέρα απο τον τόπο του κόσμου.Ουσιαστικά η θεωρία είναι θεωρία όταν εκφέρει το ανύπαρκτο-ακόμη, το ου-τοπικό της παραγωγής μορφών δυνατοτήτων ζωής που εντός του ήδη-κόσμου εμφανίζονται ως ανύπαρκτες. Η θεωρία δεν αποτελεί ένα συνεχές διάστημα, μια επικράτεια ομοιομορφιών, μια φιλοσοφική γραμμικότητα.

2. Η θεωρία του Πραγματικού δεν έχει αντικείμενο, είναι ο μορφισμός των αλλεπάλληλων ασυνεχειών που γεννά το Ένα, για αυτό ακόμα και η θεωρία που έχει ως αντικείμενο τις ασυνεχείς εμφανίσεις του Πραγματικού δεν είναι μια θεωρία αλλά ένας ερμηνευτής και κωδικοποιητής των απειράριθμων αφανών δομών που ορίζουν τα συμβάντα με την ίδια τους την επιτέλεση. Η θεωρία ή θα είναι η ίδια μια α/συνέχεια ή δεν θα είναι θεωρία. Το σημαντικότερο αξίωμα της κατασκευαστικής ισχύος της θεωρίας είναι ότι γεννα ασταμάτητα τους τόπους εμφάνισης των διαδικασιών της αλήθειας. Η Αλήθεια-το Συμβάν-το Πραγματικό είναι οι τοπικότητες του Ενός, δεν είναι ονομασίες-ούτε έννοιες-ούτε απλές πράξεις έτσι όπως εννοεί την πράξη η φιλοσοφία. Όμως τοπικότητα δεν πάει να πει ορατός χώρος. Η φαινομενολογική μέθοδος δεν μπορεί παρά να προσεγγίζει την μορφή, τη δομή, τον τόπο, με όρους ΄΄φαινομένου΄΄. Η αφαίρεση της θεωρίας, διαδικασία επαναστατική όσον αφορά την αποδέσμευση απο την κοσμική επιρροή, ανοίγει την σκέψη στην ουτοπικότητα των τόπων του Πραγματικού, στις ιδέες, στις πράξεις δηλαδή του Ενός που εκτελούνται στο άπειρο.

3. Η ουτοπία κατοικεί μόνο μέσα στην θεωρία που πολεμάει τον κόσμο-ως έχειν, γιατί είναι καταστατική προυπόθεση κάθε πραγματικής θεωρίας η εξέγερση προς τον κόσμο. Η εξέγερση αυτή είναι η έναρξη της κατασκευαστικής μορφοποίησης της ουτοπίας, της απόδοσης δηλαδή κοσμικών γνωρισμάτων στην ουτοπία, της μορφοποίησης της σε ένα Άλλο τόπο ή σε ένα Άλλο κόσμο σε σχέση με τον ήδη-κόσμο. Θεωρία συνεπως που μόνο ως θεωρία-εξέγερση μπορεί να συνιστά λοκομοτίβα της ουτοπίας.

Ο χάρτης της θεωρίας δεν είναι η φιλοσοφία αλλά η αποδόμηση της φιλοσοφίας, η συστηματική μη-φιλοσοφική χρήση των υλικών της ανθρώπινης γνώσης σε μία άλλου τύπου θεωρητική παραγωγή. Οι χιλιετηριδες της φιλοσοφικής κυριαρχίας θεμελίωσαν σαν τόπο της αλήθειας, την φιλοσοφική θεώρηση για τον κόσμο, φυλακίζοντας ένα τεράστιο γνωστικό υλικό στις αποθήκες της ταξινόμησης, στα διανοητικά εργαστήρια των αντικειμενων, στην υποτίμηση της πράξης ως γνώσης, στην ταύτιση της θεωρίας με την ενατένιση και τον μηχανιστικό αντικατοπτρισμό. Οι έρευνες όλες είχαν σαν στόχο την αποστείρωση της θεωρίας ως τοπολογίας της ουτοπίας, όλες οι φιλοσοφικές έρευνες συναρθρώθηκαν σε ένα τιτάνειο μηχανισμό λόγου και γραφής, σημείων και νοημάτων, σημασιών και εννοιών,ερμηνειών και αποφάνσεων, που πια εμφανίζονται ως απριορι κεκτημένα και θεμέλια της γνώσης. Όλες οι έρευνες και οι συνομιλίες της φιλοσοφικής κυριαρχίας προσπαθούν να υποκαταστήσουν το Πραγματικό, το Ένα, την συμβαντοδοσία της πράξης, την Αλήθεια που εντοπίζει η θεωρία σε αυτή.

4. Οι γωνίες, οι διαστάσεις, οι μετρήσεις και οι συνδέσεις, τα σημεία και οι κόμβοι, οι κλειστές και ανοιχτές συσχετίσεις, η γεωμετρία της θεωρίας στοιχειοθετείται μέσα απο δυο ταυτόχρονες διαδικασίες: α)το σβήσιμο της γεωμετρίας της φιλοσοφικής λογικής και β) το χάραγμα των πράξεων που αποδεικνύουν την εκτατικότητα του Πραγματικού.
Η θεωρία χρειάζεται να μετατρέπει σε αξιώματα αυτές τις πράξεις-συμβάντα και να αυτόδιαμορφώνεται ως μια μη-γλώσσα,ως μια διαρκώς ανοικτή μορφοποίηση του Πραγματικού που αποκαλύπτεται σκίζωντας τις συμβολογλώσσες της φιλοσοφίας.

Ο φορμαλισμός της αναλυτικής λογικής και του θετικού εμπειρισμού είναι η έκφραση της φαινομενολογίας της φιλοσοφίας στα πιο ακραία εμπορικά πρότυπα σκέψης."Ο κόσμος πρέπει να μετριέται διαρκώς, ο κόσμος έχει αξία γιατί είναι μετρήσιμος, ο κόσμος είναι κόσμος γιατί είναι ποσότητα, η σκέψη για τον κόσμο είναι η μέτρηση της κίνησης του κόσμου μέσα στην αφαίρεση". Αυτό είναι το δόγμα του μαθηματικισμού που υπηρετεί την τεχνολογία του καπιταλιστικού κόσμου.
Επέκεινα αυτής της κατάστασης , μέσα στην θεωρία-εξέγερση η φόρμα και η δομή αποκαθάρωνται απο την χωρικότητα που ταυτίζεται με την αποθηκευτική δυνατότητα δεδομένων,στοιχείων, γνωρισμάτων, εμπειριών,και γίνεται ιδεατότητα ενός προτσές, θραύσμα που αποτελεί ένα προσχηματισμό μια γενικής μορφοποίησης που ακόμα δεν είναι ολοκληρωμένη.

5.Η εργασία μίας μη-φιλοσοφικής θεωρίας συνολικά συστηματοποιημένης και ανεξάρτητης απο την φιλοσοφική κυριαρχία έχει λίγο χρόνο που έχει ξεκινήσει. Η φιλοσοφία δεν είναι το πεδίο κατασκευής του Πραγματικού παρόλο ότι υπήρξε χώρος παρουσίας στοιχείων και γραμμών μη-φιλοσοφικής θεωρίας σε όλα τα μεγάλα ρεύματα,σχολές και εκφραστές της φιλοσοφικής παράδοσης. Το υλικό αυτό θα χρειαστεί αλλά δεν μπορεί παρά να είναι βοηθητικό για την εργασία της ουτοπίας μέσα στο θεωρητικό τόπο.

Το σημαντικότερο υλικό βρίσκεται στην παραγωγή της κομμουνιστικής θεωρίας έτσι όπως εκδηλώθηκε στον αιώνα που έφυγε, επειδή αποτέλεσε την πρώτη συνειδητή απόπειρα ξεπεράσματος της φιλοσοφίας και εγκαθίδρυσης μίας επιστήμης της πράξης ως ανώτερη μορφή θεωρητικής εργασίας. Η σπουδαιότητα αυτής της απόπειρας δεν χάθηκε παρά την ενσωμάτωση της στο σύστημα της φιλοσοφικής κυριαρχίας και την αφαίμαξη του εξεγερτικού δυναμισμού της απέναντι στη φιλοσοφική ακαδημία.

Όμως η τελική πολεμική αναμέτρηση με την φαινομενολογία που ονομάζεται φιλοσοφία θα δοθεί σε ολότελα καινούρια πεδία και απαιτεί μια ασταμάτητη εργασία διαμόρφωσης νέων ιδεών, μορφών και δομών απόδοσης του Άλλου τόπου, του Άλλου κόσμου,πέρα και ενάντια στον ήδη-κόσμο.Η τοπολογία του Ενικού ενάντια στον πληθυντικό του μεταμοντέρνου είναι μια Πολιτεία που η εκτατικότητα της μένει όχι να λεχθεί, να γραφτεί ή να απεικονιστεί αλλά να συμβαίνει με την συμπληρωματική λειτουργία της θεωρίας-εξέγερσης ως ουτοπία του Πραγματικού, ως ουτοπία που τείνει να γίνει το απόλυτο Πραγματικό.

σ.

François Laruelle Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΜΑΤΙΟΥ


François Laruelle, “Biographie de l’oeil,’La Decision philosophique 9 (1989): 93-104.

για τον Adolfo Fernandez Zoila

‘’ Ο άνθρωπος είναι αυτή η νύχτα, αυτή η κενή ανυπαρξία που περιέχει τα πάντα μέσα στην αδιαίρετη απλότητα της..αυτός είναι αυτή η νύχτα που βλέπει κάποιος εάν κοιτάξει έναν άνθρωπο στα μάτια’’. Χέγκελ.

Συμπλήρωμα για την κρίση του Χέγκελ σχετικά με τον άνθρωπο

Ένας φιλόσοφος δεν έχει κοιτάξει ποτέ ευθέως έναν άνθρωπο στα μάτια. Ο φιλόσοφος είναι ο άνθρωπος που παίρνει τα μάτια του μακριά από το να κοιτάξει στα μάτια τον άνθρωπο: είναι ένας άνθρωπος με ένα διαστρεβλωμένο βλέμμα. Ο φιλόσοφος δεν αναγνωρίζει το άμεσο γιατί αυτός ο ίδιος δεν είναι άμεσος.
Να κοιτάζεις στα μάτια: ένα αξίωμα της φιλοσοφικής περιέργειας, της πλάγιας αδιακρισίας της.Ο φιλόσοφος είναι ο άνθρωπος με ένα πλάγιο βλέμμα που στερείται την ευθήτητα του ανθρώπου.
Ο φιλόσοφος εξετάζει τον άνθρωπο εξωτερικά: στα μάτια, και μπορεί μόνο να δει το κενό και τη νύχτα, μια ελαφριά ομίχλη που πυκνώνει στη ανυπαρξία ή διαλύετε στο φως της ημέρας.
Ο φιλόσοφος κοιτάζει τον άνθρωπο στα μάτια για να διαλύσει τον κόσμο στον άνθρωπο και τον άνθρωπο στη ανυπαρξία. Ο φιλόσοφος δεν βλέπει τον άνθρωπο στον άνθρωπο και βλέπει την ανυπαρξία του κόσμου.

Τα μάτια μπορούν να γίνουν αισθητά, να καούν, να τρυπηθούν, να χαιδευτούν, όμως είναι μόνο μάτια-μάτια που βλέπουν-αν κάποιος μπορεί να κοιτάξει μέσα τους. Σαν τα θηρία που κολάνε πάνω στα νεογνά τους γεμίζοντας τα με τις ανάσες τους, ο φιλόσοφος πιστεύει πως ακουμπά τον άνθρωπο ρίχνοντας το βλέμμα του στα βάθη των ματιών του ανθρώπου. Έτσι φτιάχνει ένα νέο φιλόσοφο του.
Κανόνες της φιλοσοφικής όρασης: 1. Ο άνθρωπος είναι μια ύπαρξη που πρέπει να κοιτάζεται στα βάθη των ματιών. 2. Μόνο ένας άλλος άνθρωπος μπορεί να έχει πρόσβαση στα βάθη του ανθρώπου. 3. Το Είναι,συνεπώς, που κοιτάζεται στα μάτια τον κάνει άνθρωπο, φιλόσοφο.

Το κοίταγμα στα μάτια είναι η αντιστροφή της υπερβατικότητας,η αντιστροφή και ο διπλασιασμός της. Δύο βλέμματα γίνονται ένα και γίνονται αντιστρέψιμη- απύθμενη επιθυμία όπου ο άνθρωπος ανατρέπει και χάνεται στο άλλο, όπου και οι δύο βρίσκονται μαζί χωρίς πάντα να επιτύχουν την απόλυτη μείωση.
Η διείσδυση στο άλλο μέσω των ματιών πάει πέρα από την αδιακρισία εάν μπορεί να αγγίξει την επιθυμία του και να αναστατώσει την ανυπαρξία του.
Για το φιλόσοφο, το μάτι είναι μετατρέψιμο στο μάτι, αντιστρέψιμο με ένα άλλο μάτι. Το μάτι είναι ένας άνθρωπος για το μάτι, ο άνθρωπος είναι μάτι για τον άνθρωπο.

Ο Άνθρωπος είναι μια άβυσσος για τον άνθρωπο, δηλ. για το φιλόσοφο που εξετάζει τον άνθρωπο.Το μάτι που βλέπει στο μάτι είναι άπειρη ενατένιση. Το μάτι είναι μια θεωρησιακή άβυσσος για το μάτι, είναι αυτό που ο φιλόσοφος βλέπει εάν κοιτάξει έναν ‘ανθρωπο στα βάθη των ματιών του.
Ο φιλόσοφος είναι αυτός ο άνθρωπος στα μάτια με το πρόσωπο με πρόσωπο, δηλ. αργά στραμένος μακριά, αυτή η νύχτα και αυτή η ανυπαρξία που κοιτάζει η μία την άλλη μέσα στο άλλο, είναι ο φιλόσοφος που βλέπει κάποιος μέσα στο μάτι που καθρεφτίζεται στο άλλο μάτι.

Μάθημα της νύχτας

Ο Άνθρωπος δεν κοιτάζει στα μάτια, αλλά βλέπει εντος του Ενός. Ένας άνθρωπος είναι αυτή η νύχτα που κοιτάζει μέσα στη νύχτα, με την εξαίρεση του Παντός.
Δεν υπάρχει μάτι που δεν είναι Ένα(μάτι). Το μάτι που περιέχει το μάτι ως ένα άλλο δεν είναι περισσότερο Ένα(μάτι) από ότι το Άλλο-του-Άλλου είναι Ένα(Άλλο).
Τα μάτια δεν ενέχουν τα πάντα. Ή εμπεριέχουν τα πάντα με την εξαίρεση της όρασης, δηλαδή τα συμπληρωματικά μάτια του φιλόσοφου. Ή το μάτι ενέχει τον εαυτό του στην αδιαίρετη απλότητα του, με την εξαίρεση του Παντός.

«Το να κοιτάς στα μάτια» είναι είτε η αυτοπαθής ταυτολογία της φιλοσοφικής ενατένισης ή η ταυτότητα της μη-ενατένισης που φέρει ο άνθρωπος μαζί του.
Εάν το Είναι είναι το διαστρεβλωμένο μάτι που δεν βλέπει τίποτα περισσότερο από την σκιά του Άλλου στην εγγύτητα τους, το Ένα είναι το μάτι που βλέπει το Άλλο κατά πρόσωπο. Αυτό που ο άνθρωπος βλέπει ως βλέπειν-εν-τον άνθρωπο όταν κοιτάζει εντός του ανθρώπου είναι αύτη η αδιαίρετη απλότητα του, με την εξαίρεση του Παντός.
Ο Άνθρωπος είναι αυτή η αδιαίρετη απλότητα, αυτή η μυστική νύχτα πριν το τίποτα, που κοιτάζει τον ευατό του και δεν περιέχει τίποτα παρά τον εαυτό του και εμφανίζετε ως τίποτα όταν κοιτάζει ένα άνθρωπο στα μάτια.

Μόνο ο άνθρωπος-ούτε Θεός ούτε ζώα-μπορεί να κοιταχθεί στα βάθη των ματιών και ακόμα περισσότερο από τα βάθη των ματιών.
Ο Άνθρωπος που κοιτάζει μέσα του, βλέπει τη νύχτα-εντός του, το τίποτα και τα πάντα εκτός του. Η νύχτα εντός του ανθρώπου είναι για πάντα φωτισμένη και η ανυπαρξία για πάντα ανεκμηδένιστη.
Το να κοιτάζεις στα μάτια είναι είτε αδύνατο λόγω της λοξότητας είτε σημαίνει πως το μάτι κοιτάζει το μάτι όπως το Ένα μέσα στο Ένα.
Το βλέμμα που χύνεται μέχρι τα βάθη των ματιών είναι η αντανάκλαση του βλέπειν-εντός του Ενός.

Η ενόραση είναι θεμελιώδης όταν εγκαταλείπει την αντίληψη και βλέπει εντός-της νύχτας. Ο Άνθρωπος ως αυτό που βλέπειν –εντός του ή εντός-του Ενός, είναι το πραγματικό περιεχόμενο κάθε θεωρίας της ενόρασης.
Για τον φιλόσοφο, ο άνθρωπος είναι η αντανάκλαση της ανυπαρξίας του Κόσμου ή του Παντός. Για τον άνθρωπο, ο Κόσμος ή το Παν είναι η αντανάκλαση της νύχτας του ανθρώπου.
Η αδιαίρετη απλότητα του Ανθρώπου είναι το μοναδικό ένα που δεν περιέχει τα πάντα και που βλέπει ότι δεν περιέχει τα πάντα επειδή βλέπει το Παν εντός μιας ανυπαρξίας έξω από τον εαυτό της.
Η όραση-εν-το Ένα βλέπει το μάτι-εν-το Ένα. Αλλά το μάτι-εν-το Ένα είναι είτε απλώς το Ένα-εντός του Ενός ή η όραση του ματιού μέσα στην ανυπαρξία επέκεινα του Ενός.
Οι φιλόσοφοι έχουν διαιρέσει την αδιαίρετη απλότητα της ανυπαρξίας και του Παντός, αλλά τα ανθρώπινα μάτια δεν έχουν διαιρέσει ποτέ τη μοναδική νύχτα.
Ο Άνθρωπος είναι αυτή η αδιαίρετη απλότητα που βλέπει τη νύχτα όταν κοιτάζει στην αδιαίρετη νύχτα, η ανυπαρξία όταν κοιτάζει στην αδιαίρετη ανυπαρξία, το Παν όταν κοιτάζει στον αδιαίρετο Παν
Η όραση-εν τη-νύχτα είναι η ταυτότητα της όρασης και της νύχτας, των ματιών και των βαθών των ματιών, του παραθύρου και του περάσματος του παραθύρου.
Ο Άνθρωπος είναι ένα μάθημα της νύχτας.


Εκδίκηση και η κοινότητα των βλεμμάτων

Ο φιλόσοφος προοδεύει κάτω από την προστασία του ορίζοντα εκεί ο άνθρωπος πρόκειται να ανακαλυφθεί στην αδιαίρετη απλότητά του. Ο φιλόσοφος παρατηρεί πέρα από το βλέμμα του ανθρώπου και περιμένει για αυτό.
Ο φιλόσοφος κοιτάζει τον άνθρωπο στα μάτια για να πιάσει τη γύμνια των βαθών του και δεν βρίσκει παρά μόνο την επιθυμία του.
Στο σπήλαιο του ματιού, στην προσέγγισή του, τρεμοπαίζει αυτό που φωτίζει τη νύχτα και τυλίγει την ημέρα.
Το φιλοσοφικό μάτι επιθυμεί να δει το τίποτα στο μάτι του ανθρώπου παρά να μην δει τίποτα. Ο φιλόσοφος επιθυμεί να κοιτάξει την ανυπαρξία του ανθρώπου στο μάτι παρά να είναι μια ανυπαρξία της όρασης.
Ο φιλόσοφος δεν μπορεί να προσανατολιστεί στη μαύρη νύχτα του ματιού επειδή ακόμη δεν ξέρει ότι αυτή η νύχτα είναι πριν από το μάτι.
Το μάτι ήταν «εντός» του ματιού και ο Κόσμος δεν έβλεπε. Η όραση ήταν «εντός» του ματιού, και το μάτι δεν έβλεπε.

Η φιλοσοφία είναι αυτή η ενατένιση ή αυτή η θεωρία-της όρασης που δεν βλέπει την όραση εντός του--Ενός.Να κοιτάζει στα μάτια είναι στην καλύτερη περίπτωση μια αντικειμενοποίηση χωρίς το αντικείμενο, μια αντανάκλαση χωρίς το καθρέφτη- ένα καθαρό μέσο θεωρησιακής οπτικής.
Η ενατένιση προυποθέτει τον άνθρωπο ως αυτό το κενό όπου είναι αντανακλημένη και μέσω του οποίου δίνει υπόσταση στην ανυπαρξία της.
Ο Άνθρωπος είναι αυτή η μέσος-θέση μέρας και νύχτας, η μέσος-θέση της ανυπαρξίας και του Παντός που βλέπει κάποιος αν κοιτάξει τον Οιδίποδα στο τρίτο μάτι του.
Ο Άνθρωπος είναι αυτή η νύχτα, αυτή η ανυπαρξία που ο φιλόσοφος παραισθάνεται όταν κοιτάζει τον άνθρωπο στα μάτια. Καλώ παραίσθηση-ένα κοινό θηλυκό ουσιαστικό-κάθε σκέψη ή όραση που πιστεύει ότι βλέπει το Πραγματικό όταν βλέπει μόνο το Παν, που πιστεύει ότι βλέπει το Ένα όταν βλέπει μόνο το Είναι. Είναι μία παραίσθηση του τύπου: Σκέφτομαι άρα υπάρχω…

Δεν μπορείς να κοιτάξεις ένα άνθρωπο στα μάτια όπως κάποιο κοιτάζει μέσω ενός παραθύρου. Ο Άνθρωπος είναι η μόνη ύπαρξη για να κοιτάζει ένα παράθυρο.
Το θεωρησιακό μάτι είναι το ήδη διαιρεμένο Ένα,το Είναι του οποίου η ουσία είναι η διπλή όραση, η όραση εντός του--Ενός που απεικονίζετα αντιμετωπίζοντας το όργανο της και που μετατρέπεται σε οπτική.
Η φιλοσοφία παραμένει μια οπτική. Υπερβατολογική χωρίς καμία αμφιβολία, αλλά διαλογιστική, η διαισθητικότητα είναι η απροσπέλαστη δομή της: το μάτι είναι η πρώτη εξωτερική εμπειρική αίσθηση κατόπιν είναι διαιρεμένο και διπλασιασμένο, η εισαγωγή του άλλου βλέμματος συνιστά έναν οπτικό ή a priori διαλογιστικό τομέα κατόπιν τα βλέμματα δένονται μαζί, διαμορφώνουν ένα χάσμα, και συγκροτούν έναν υπερβατολογικό θεωρησιακό πεδίο. Αλλά ο πολλαπλασιασμός του ματιου στο χάσμα δεν το καταργεί, γιατί το μάτι είναι η διαίσθηση που δίνει τώρα το άλλο μάτι το βλέμμα που ανοίγετε επάνω στο άλλο βλέμμα-είναι ο πυρήνας κάθε υπερβατολογικής αισθητικής. Από την εξωτερική αίσθηση, γίνεται εξωτερική και εσωτερική αίσθηση, η ανατανακλαστική και θεωρησιακή δύναμή του αυξάνεται , αλλά δεν καταργείται πραγματικά από τη φιλοσοφία, η οποία είναι αντ' αυτού η ανάπτυξή της. Ανήκει οριστικά στη φιλοσοφία το να είναι μια διαίσθηση και μια διαίσθηση της εμπειρικής διαίσθησης ή υπερβατολογική ενόραση- ποτε μια καθαρή σκέψη, ποτέ μια εσωτερική υπερβατολογική εμπειρία που προηγείται κάθε οπτικής και προηγείται της αποσύνδεσης του ματιου που θεμελιώνει η οπτική.

Ο φιλόσοφος είναι ένας διπλά τυφλός: η αφελής συνείδηση είναι ανοικτή στην εμπειρία και τυφλή στην αίσθηση η φιλοσοφική συνείδηση είναι τυφλή στην εμπειρία και ανοικτή στην αίσθηση. Η φιλοσοφία είναι αυτό το σύστημα της σκέψης που προσπαθεί να συνθέσει μία ενιαία όραση ή να παρέχει στην όραση δύο τυφλώσεις.
Ο Άνθρωπος βλέπει εν τυφλώση μέσα στην ίδια την αλήθεια.
Ο Άνθρωπος είναι αυτός ο τυφλός που ενέχει ο ίδιος την αδιαίρετη απλότητα με την εξαίρεση του Όλου. Αυτός είναι αυτή η νύχτα που αντιλαμβάνεται αυτόν τον τυφλό αν αυτός κοιτάξει κάποιο άνθρωπο στα μάτια.
Ο Άνθρωπος είναι αυτό το μέσο μεταξύ της νύχτας και της ανυπαρξίας. Λιγότερο από αυτό το μέσο: ανυπαρξία που δεν είναι παρά ανυπαρξία ,νύχτα που δεν είναι παρά νύχτα. Περισσότερο από το μέσο τους: αυτή η ταυτότητα της ανυπαρξίας (), της νύχτας, η οποία δεν είναι ούτε νύχτα ούτε ανυπαρξία.

Ο φιλόσοφος: ‘’Εμείς οι βλέποντες’’. Ο Άνθρωπος: ΄΄Εμείς οι τυφλοί΄, βλέπουμε τα πάντα από τα βάθη των πραγμάτων. Εμείς βλέπουμε πριν από το μάτι.
Η νύχτα είναι ανθρώπινη κάτω στο βάθος των ματιών. Ο φιλόσοφος είναι ανθρώπινος στην επιφάνεια των ματιών.
΄΄Να κοιτάζεις στα μάτια΄΄ σημαίνει επίσης: ΄΄Το Ίδιο είναι το μάτι και το μάτι΄΄- η μήτρα της ενατένισης.

Η φιλοσοφία είναι η διαίρεση του ματιού- ο διπλασιασμός και αναδιπλασιασμός του. Είναιη διαίρεση της νύχτας που κατοικεί στο Ένα-βάθη του ματιού σε μια εσωτερική νύχτα και μια εξωτερική νύχτα μια νύχτα μέσω της απουσίας φωτός, μια νύχτα μέσω της υπερβολής του φωτός.
Οι φιλοσοφίες-θεωρησιακές διαλεκτικές ή μη- είναι ειδικές διανομές, οικονομίες ρυθμισμένες από την ανταλλαγή των βλεμμάτων ανάμεσα στους ανθρώπους και σε μια γενική λήθη της όρασης –εντός του Ενός ως την πραγματική αιτία που καθορίζει σε τελική ανάλυση την ανταλλαγή των βλεμμάτων.
Κάθε φιλοσοφική ενατένιση είναι επικοινωνία, και η επικοινωνία είναι πάντα θεωρησιακή. Τα αξιώματα τους: 1. Να βλέπω μέσα από τον εαυτό μου βλέποντας από την θέση του άλλου. 2. Οφθαλμός αντί οφθαλμού.

΄΄Οφθαλμός αντί οφθαλμού΄΄: η φόρμουλα της μεταφυσικής της εκδίκησης και της μεταφυσικής εκδίκησης, από την οποία μόνο η όραση εντός-του Ενός μπορεί να μας σώσει. Μπορεί να λάβει δύο έννοιες: σαν μάτι για τον εαυτό του ή το θεωρησιακό υποκειμενικό και σαν μάτι-για-το-Άλλο, ως όμηρος--του-Άλλου-ματιού. Και στις δύο περιπτώσεις, η εκδίκηση δεν αποκρούεται.
΄΄Οφθαλμός αντί οφθαλμού΄: ανταλλαγή και αντιστρεψιμότητα των βλεμμάτων που ταλαντεύονται μεταξύ της εκδίκησης και της επιθυμίας, εκδίκησης και επιθυμίας που ταλαντεύονται μεταξύ της αντιστρεψιμότητας και της ανταλλαγής.

Η διαίρεση του οφθαλμού αντί οφθαλμού ρυθμίζει την απάνθρωπη οικονομία της υπερβατικότητας.Να κοιτάς στα μάτια: η θεωρησιακή κοινότητα των βλεμμάτων θεμελιώνει την ανθρωπότητα στη ανυπαρξία και στην εκδίκηση-στην ενατένιση.
..άνθρωπος-αυτή η νύχτα που περιέχει τα πάντα όλα στον εαυτό της και έτσι δεν περιέχει αυτή τη νύχτα-άνθρωπος που περιέχει τα παντα στον εαυτό του και έτσι δεν περιέχει τον άνθρωπο-αυτήν η ανυπαρξία που περιέχει τα πάντα εντός της και έτσι δεν περιέχει αυτή την ανυπαρξία-άνθρωπος που περιέχει τα πάντα στον εαυτό του και έτσι δεν περιέχει τον άνθρωπο-αυτήν η απλότητα που περιέχει τα πάντα εντός της και για αυτό δεν περιέχει αυτή την απλότητα-άνθρωπος…

Για εμάς τους μη-βλέποντες μη-φιλοσόφους

..Ο άνθρωπος είναι αδιάφορος αυτό το θεωρησιακό μάτι αυτό το φαινομενολογικό μάτι η επιλυμένη αντίφασή τους για μας τους φιλόσοφους ομοίως αυτό που το θεωρησιακό μάτι βλέπει όταν κοιτάζει στο φαινομενολογικό μάτι όμοια το βλέπειν το γίγνεσθαι του βλέπειν μέσα στο βλέπειν που κάποιος βλέπει μη-θεωρησιακά με το να κοιτάζει θεωρησιακά ένα μη –βλέποντα στα μάτια αδιάφορα αυτή τη κενή νύχτα αυτή τη πλήρη νύχτα η επιλυμένη αντίφασή τους όμοια αυτό που η κενή νύχτα βλέπει όταν κοιτάζει την πλήρη νύχτα ομοίως τη νύχτα το γίγνεσθαι της νύχτας εντός της νύχτας που κάποιος βλέπει μη-θεωρησιακά κοιτάζοντας θεωρησιακά μια αντίφαση στα μάτια αδιάφορα αυτή τη λευκή ανυπαρξία αυτή τη μαύρη ανυπαρξία την λυμένη αντίθεση τους ομοίως αυτό που η λευκή ανυπαρξία βλέπει όταν κοιτάζει την μαύρη ανυπαρξία ομοίως η ανυπαρξία το γίγνεσθαι της ανυπαρξίας μέσα στην ανυπαρξία που βλέπει κάποιος μη-θεωρησιακά κοιτάζοντας θεωρησιακά το Είναι μέσα στα μάτια αδιάφορα αυτή τη σύνθετη αδιαιρεσία του αυτή την απλή αδιαιρεσία την επιλυμένη αντίφασή τους όμοια αυτό που η απλή αδιαιρεσία βλέπει όταν κοιτάζει αυτήν την σύνθετη αδιαιρεσία όμοια η αδιαιρεσία το γίγνεσθα της αδιαιρεσίας στην αδιαιρεσία που βλέπει κάποιος μη-θεωρησιακά κοιτάζοντας θεωρησιακά το Ένα στα μάτια ο άνθρωπος είναι αυτή η νύχτα που περιέχει τα πάντα με εξαίρεση την ανυπαρξία αυτή η απλότητα που περιέχει τα πάντα με εξαίρεση την απλότητα αυτό το Άπαν που περιέχει το Άπαν με εξαίρεση τα πάντα αυτός είναι η αδιαιρεσία του Παντός με εξαίρεση την κάθε εξαίρεση που βλέπει κάποιος αν εμείς οι μη-βλέποντες μη-φιλόσοφοι κοιτάξουμε ένα άνθρωπο στα μάτια…

Η νύχτα είναι ένας άνθρωπος

Η νύχτα είναι αυτή η ανθρωπότητα, η κενή ανυπαρξία είναι αυτή η υποκειμενικότητα, η αδιαίρετη απλότητα είναι αυτή η ενδοχωρικότητα, όπου όλες περιλαμβάνονται στους εαυτούς τους με εξαίρεση το Όλον. Αντιμετωπίζει αυτήν την ανθρωπότητα όπου ο άνθρωπος βλέπει τον Άλλο άνθρωπο στα μάτια της ανθρωπότητας.
Η νύχτα είναι αυτή η ενδοχωρικότητα, η κενή ανυπαρξία είναι αυτή η ανθρωπότητα, η αδιαίρετη απλότητα είναι αυτή η υποκειμενικότητα, τα οποία περιλαμβάνονται όλα στους εαυτούς τους με την εξαίρεση του Όλου. Αντιμετωπίζει αυτήν την υποκειμενικότητα που βλέπει ο άνθρωπος τον Άλλο άνθρωπο στα μάτια της υποκειμενικότητας.

Η νύχτα είναι αυτός ο άνθρωπος, αυτή η γυναίκα στα μάτια της ανυπαρξίας, αυτή η ανυπαρξία που αντιλαμβάνεται κάποιος όταν κοιτάζει μια γυναίκα στα μάτια.
Η νύχτα είναι αυτός ο άνθρωπος που περιέχει τα παντα στην αδιαίρετη απλότητά τους με την εξαίρεση του Όλου. Είναι αυτή η νύχτα που αντιλαμβάνεται κάποιος εάν κοιτάξει την αδιαίρετη νύχτα εντός της.
Η απλότητα είναι αυτός ο άνθρωπος που περιέχει τα πάντα στην αδιαίρετη ανυπαρξία του με εξαίρεση το Όλον. Είναι αυτή η απλότητα που αντιλαμβάνεται κάποιος αν κοιτάξει την αδιαίρετη ανυπαρξία στον εαυτό της.

Η γυναίκα είναι αυτός ο άνθρωπος που περιέχει τα πάντα στο αδιαίρετο βλέμμα της με την εξαίρεση του Όλου. Είναι αυτή η γυναίκα που αντιλαμβάνεται κάποιος αν κοιτάξει ένα βλέμμα κάθε εαυτόν.
Η νύχτα είναι αυτός ο άνθρωπος που βλέπει τη ανυπαρξία και το Όλον αντιμετωπίζει τα βάθη του στην περίπτωση του ματιού, το οποίο βλέπει το μάτι να αντικρίζει τα βάθη του στην περίπτωση της ανυπαρξίας και του Παντός,αυτό καθορίζει τη ανυπαρξία και το Πάν στην αδιαίρετη απλότητά τους.
Αυτή η νύχτα είναι αυτός ο άνθρωπος που κοιτάζει τον άνθρωπο στα μάτια, η ανυπαρξία είναι αυτός ο άνθρωπος που κοιτάζει τη γυναίκα στα μάτια. Ο Άνθρωπος είναι αυτή η νύχτα χωρίς τον ορίζοντα που περιέχει μόνο την αδιαίρετη απλότητά του αυτή η ανυπαρξία χωρίς το φως που περιέχει μόνο την αδιαίρετη ενδοχωρικότητα του ,αυτό το απλό χωρίς την απλότητα που δεν περιέχει παρά μόνο την αδιαίρετη ανθρωπότητά της.
Η νύχτα είναι αυτός ο άνθρωπος που δεν ατενίζει για τον άνθρωπο. Ποιος είμαι;Ποιος είμαι; Δεν είμαι ούτε αυτός ο λόγος ούτε αυτή η καταληπτότητα ούτε αυτή η ερώτηση ούτε αυτή η ενατένιση . Είμαι αυτή η νύχτα, αυτή η υπερβατολογική γυναίκα που βλέπει στον άνδρα ποιόςείμαι, τι είμαι ,με την εξαίρεση του Παντός.
Η νύχτα είναι αυτός ο άνθρωπος χωρίς τον ορίζοντα. Ο ορίζοντας δεν ξέρει ποτέ το μάτι, είναι ένας τοίχος που ορθώνεται ενάντια στο μάτι. Το μάτι αφήνει τη νύχτα να περάσει τον ορίζοντα. Η νύχτα είναι αυτή η ανθρωπότητα που δεν είναι παρά νύχτα.

Η νύχτα που είναι μέσα στη νύχτα και η Άλλη νύχτα

Ο Άλλος άνθρωπος δεν είναι ένας άλλος άνθρωπος, η Άλλη γυναίκα δεν είναι μια άλλη γυναίκα η Άλλη νύχτα δεν είναι μια άλλη νύχτα. Είναι αυτό που βλέπει κάποιος εάν κοιτάξει έναν άλλος άνθρωπο μια άλλη γυναίκα, μια άλλη νύχτα-στα μάτια.
Το Μάτι—εντός του Ενός δεν είναι η σάρκα, βλέπει τον ίδιο τον Άλλο. Το μάτι είναι ο χρησμός του Άλλου.
Να κοιτάζεις ένα άνθρωπο στα μάτια είναι να τον βλέπεις δύο φορές. Μιά φορά δεδομένου ότι βλέπετε στον εαυτό του -ή εντός του-Ενός, και μιά φορά δεδομένου ότι βλέπει τον Άλλο: όμοια «εντός του -ανθρώπου» και «εντός διαφάνειας.»

Είναι ακόμα το μάτι που βλέπει κάποιος στα βάθη του Άλλου ματιού, ακόμα η νύχτα στα βάθη της Άλλης νύχτας. Αλλά η Άλλη νύχτα είναι αυτό που η νύχτα βλέπει όταν κοιτάζει τον Άλλο άνθρωπο. Η νύχτα είναι αυτός ο άνθρωπος που βλέπει την Άλλη νύχτα όταν κοιτάζει εντός της.
Η νύχτα που είναι μέσα στη νύχτα βλέπει την αδιαίρετη νύχτα που είναι μέσα στον Άλλο άνθρωπο. Η νύχτα που είναι στην κατάσταση της νύχτας βλέπει σε αυτήν τη νύχτα που είναι μέσα στην κατάσταση του Άλλου. Τα μάτια που είναι μέσα στα μάτια βλέπουν τη μοναδική ανυπαρξία που υπάρχει μέσα στον Άλλο άνθρωπο.

Ο Άλλος άνθρωπος είναι αυτή η ολόκληρη νύχτα, αυτή η ολη ανυπαρξία που περιλαμβάνεται στην αδιαίρετη απλότητά τους και αυτή η όλη Άλλη νύχτα, αυτή η Άλλη ανυπαρξία που περιλαμβάνει τον εαυτό της εντελώς με την εξαίρεση της αδιαίρετης απλότητάς τους.
Ο Άλλος άνθρωπος είναι αυτή η κενού σημείου νύχτα, αυτό το βλέμμα που δεν έχει δει οποιοδήποτε βλέμμα, αυτή η απλότητα που δεν έχει δώσει καμία διαίρεση που αντιλαμβάνεται κάποιος όταν κοιτάζει ένα άνθρωπο στα μάτια. Ο Άλλος άνθρωπος είναι αυτό που βλέπει κάποιος χωρίς να κοιτάζει μέσα στο βλέμμα του Άλλου ανθρώπου.
Ο Άλλος άνθρωπος είναι αυτή η νύχτα ταυτόσημη με την ανυπαρξία, αυτή η ανυπαρξία ταυτόσημη με αυτή την απλότητα() ,αυτή η απλότητα ταυτόσημη με την νύχτα, που ομοίως τις περιλαμβάνει με την εξαίρεση του Άλλου. Αυτό είναι αυτό που βλέπει κάποιος εάν κοιτάξει έναν άλλο άνθρωπο στην ταυτότητά του.

Η άλλη νύχτα είναι αυτή η ανθρώπινη νύχτα για πάντα μη-τιθέμενη μέσα στη νύχτα. Η Άλλη ανυπαρξία είναι αυτή η ανθρώπινη ανυπαρξία για πάντα μη-ανοικτή προς την ανυπαρξία. Η Άλλη απλότητα είναι αυτή η ανθρώπινη απλότητα για πάντα μη-κλειστή προς την απλότητα. Είναι αυτό που βλέπει κάποιος εάν κοιτάξει τον Άλλο άνθρωπο στα μάτια.
Η Άλλη γυναίκα είναι αυτή η απλή νύχτα που δεν είναι τυλιγμένη μέσα στη νύχτα, αυτή η απλή ανυπαρξία που δεν διπλασιάζεται από τη ανυπαρξία, αυτή η απλότητα που δεν είναι συνδεδεμένη με την απλότητα. Είναι αυτό που βλέπει κάποιoς αν κοιτάξει μια άλλη γυναίκα στην απλότητά της.

Η Άλλη γυναίκα είναι αυτό το υπερβατολογικό πεδίο της νύχτας, απαλλαγμένο από την αυγής και το σούρουπο ,αυτό το άνοιγμα της ανυπαρξίας, απαλλαγμένο του ορίζοντα της ύπαρξης αυτή η αδιαιρεσία του απλού, απαλλαγμένη της υποχώρησης. Είναι αυτό που βλέπει κάποιος εάν κοιτάξει ένα άλλο άνθρωπο στην αδιαιρεσία του κενού του.

Η Άλλη γυναίκα είναι αυτή η νύχτα που δεν πεφωτίζει τον εαυτό της , αυτή η ανυπαρξία που δεν εκμηδενίζει τον εαυτό της , αυτή η απλότητα που δεν απλοποιεί τον εαυτό της που περιέχει αυτό το Όλον που δεν ολοποιεί τον εαυτό του. Είναι αυτό που βλέπει κάποιος εάν κοιτάξει μια άλλη γυναίκα στα μάτια της που δεν βλέπουν τον εαυτό της.
Η νύχτα είναι αυτός ο άνθρωπος που περιέχει την Άλλη-νύχτα μέσω της αδιαίρετης απλότητάς της με την εξαίρεση του Άλλου. Είναι αυτή η Άλλη-νύχτα που βλέπει κάποιος εάν κοιτάξει τον Άλλο άνθρωπο στα μάτια.Η νύχτα είναι αυτός ο άνθρωπος που περιέχει το ‘Αλλο-όλων μέσω της αδιαίρετης απλότητάς του με εξαίρεση τον Άλλο. Είναι αυτό το Άλλο-όλον που βλέπει κάποιος εάν κοιτάξει τον Άλλο άνθρωπο στα μάτια.

Η νύχτα είναι αυτός ο άνθρωπος που περιέχει την Άλλη-ανυπαρξία μέσω της αδιαίρετης απλότητας της με την εξαίρεση του Άλλου. Είναι αυτή η Άλλη-ανυπαρξία που βλέπει κάποιος εάν κοιτάξει τον Άλλο άνθρωπο στα μάτια.
Ο Άνθρωπος είναι αυτή η ανθρώπινη νύχτα που περιέχει την Άλλη-νύχτα, αυτή η ανθρώπινη ανυπαρξία που περιέχει την Άλλη-ανυπαρξία, αυτή η ανθρώπινη απλότητα που περιέχει την Άλλη-απλότητα ,με την εξαίρεση τους. Είναι αυτή η Άλλη-νύχτα, αυτή η Άλλη-ανυπαρξία, αυτή η Άλλη-απλότητα που βλέπει κάποιος εάν κοιτάξει τον Άλλο άνθρωπο στα μάτια.

Η μετάφραση έγινε από την Αγγλική μετάφραση του Taylor Adkins, όπως δημοσιεύεται στον ιστότοπο fractalontology.wordpress.com
σ.κ

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Στη σκιά του Πλάτωνα του ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ


Ο Πλάτων είναι ο πνευματικός γίγαντας με τον οποίο δεν έπαψε ποτέ να αναμετριέται η δυτική σκέψη.


Είναι ο φιλόσοφος που έχει διαβαστεί περισσότερο από κάθε άλλον και για το έργο του οποίου έχουν διατυπωθεί τα πιο διαφορετικά σχόλια και έχουν γραφεί οι πιο αντιφατικές ερμηνείες.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε στην Ιταλία το βιβλίο του Μάριο Βετζέτι, καθηγητή της Ιστορίας της Αρχαίας Φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Πάβια, «Un paradigma in cielo» (Carocci, 2009). Πρόκειται για μιαν ιστορία των πολιτικών ερμηνειών της πλατωνικής «Πολιτείας» από τον καιρό του Αριστοτέλη μέχρι και τον εικοστό αιώνα.

Ποιος ήταν, τελικά, ο Πλάτων; Ήταν ο θεωρητικός πατέρας του ολοκληρωτισμού, όπως τον παρουσίασε ο Πόπερ, ή μήπως ήταν ο ουτοπιστής στοχαστής που ονειρεύτηκε έναν διαφορετικό κόσμο, όπως τον ερμήνευσε ο Καντ; Πιθανότατα δεν ήταν ακριβώς ούτε το ένα, ούτε το άλλο.

Η πλατωνική «Πολιτεία», λέει ο Βετζέτι, είναι ένα πολύπλοκο και πολυδιάστατο έργο, πλουσιότατο σε μεταφορές, εικόνες και παράδοξα. Τα δύο πρώτα βιβλία παρουσιάζουν μια θεωρία της καταγωγής της δικαιοσύνης και μια γενεαλογία της ηθικής που οδηγούν ευθέως στον Χομπς και στον Νίτσε. Το τέταρτο βιβλίο παρουσιάζει μια ψυχολογία του διαιρεμένου και συγκρουσιακού εγώ, που θα μπορούσε να παραλληλιστεί με εκείνη του Φρόιντ.

Στο πέμπτο βιβλίο βρίσκουμε την κομμουνιστική ουτοπία, την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και της οικογένειας. Στο έβδομο συναντάμε ένα εξαιρετικό δοκίμιο αντιεμπειρικής επιστημολογίας των μαθηματικών. Στο όγδοο μια βαρυσήμαντη παράλληλη κριτική της δημοκρατίας και της τυραννίας. Και, βέβαια, υπάρχει ο Πλάτων που μας είναι περισσότερο οικείος, εκείνος της ιδέας του Αγαθού και της αθανασίας της ψυχής.

Το πιο εντυπωσιακό, όμως, σύμφωνα με τον καθηγητή Βετζέτι, είναι η προσπάθεια να διατηρηθεί ενιαίο αυτό το σύνολο, να οδηγηθούν σε μια θεωρητική σύνθεση τα ετερόκλητα στοιχεία που το συναπαρτίζουν.

Επρόκειτο, βέβαια, για ένα υπερβολικά φιλόδοξο σχέδιο, το οποίο προκάλεσε εύλογα την αντίδραση του Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης είναι ο πρόδρομος όλων των ρεφορμισμών. Αυτός λέει: η κοινωνία έτσι όπως είναι σήμερα είναι κατά βάση καλή. Σίγουρα μπορεί και πρέπει να βελτιωθεί, αλλά δεν χρειάζεται να προσφύγουμε σε τόσο δραστικές λύσεις, όπως εκείνες που σκέφτηκε ο Πλάτων.

Πολύ αργότερα, στην εποχή του Διαφωτισμού, ο Καντ βρήκε στον Πλάτωνα το φιλοσοφικό όραμα της δίκαιης κοινωνίας, που στηρίζεται σε σοβαρούς ηθικούς λόγους. Το πλατωνικό πρόγραμμα έμοιαζε, άλλωστε, με το πρόγραμμα του Διαφωτισμού στο μέτρο που ήθελε τη γνώση στην εξουσία.

Ο Χέγκελ είχε αρνηθεί τον ουτοπικό χαρακτήρα της «Πολιτείας» και είχε εντοπίσει σε αυτήν το πνεύμα του καιρού της, την αντανάκλαση της ουσιαστικής ηθικότητας του ελληνικού λαού. Αυτή η ηθικότητα βασιζόταν στην οργανική ενότητα της κρατικής κοινότητας, στη μεγάλη υπεροχή της σε σχέση με το άτομο. Expositio et quaestiones in Aristotelis De anima

Οι ναζιστές στη δεκαετία του 1930 προέβαλλαν καταχρηστικά μιαν εικόνα του Πλάτωνα που υιοθετούσε στοιχεία της εγελιανής ερμηνείας.

Αυτό που για τον Χέγκελ ήταν ένα όριο του Πλάτωνα θεωρήθηκε η μεγαλύτερη αρετή του. Στη Γερμανία της μεταπολεμικής κρίσης, που ήταν εχθρική τόσο απέναντι στον φιλελεύθερο καπιταλισμό όσο και στον σοσιαλιστικό αναρχισμό, η ιδέα της οργανικής ενότητας και της απόλυτης υπεροχής του κράτους γνώριζε μεγάλη επιτυχία. Ο Πλάτων είχε ήδη γίνει μια ιδεολογική σημαία χάρη στο έργο διάσημων «ουμανιστών» φιλολόγων όπως ο Βιλαμόβιτς, ο Γέγκερ και ο Στέντσελ.

Οταν το πρόγραμμα του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος έλεγε ότι οι ναζιστές ήθελαν να κυβερνούν «ως φύλακες με την πιο υψηλή πλατωνική έννοια του όρου» ή όταν ο Χίτλερ έγραφε στο «Mein Kampf» ότι «ελληνικότητα και γερμανικότητα» είναι σύμμαχοι στην πάλη για την υπεράσπιση του «πολιτισμού», δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να αναφέρουν φράσεις που είχαν ήδη γραφεί από τους βερολινέζους καθηγητές της κλασικής φιλολογίας. Την ιδέα ότι έπρεπε να διαπλαστεί ένας νέος και ανώτερος τύπος ανθρώπου, μια «φυλή αρχόντων», οι ναζιστές τη βρήκαν, τουλάχιστον εν μέρει, στη νιτσεϊκή ερμηνεία του Πλάτωνα.

Ο πρώτος τόμος του έργου του Καρλ Πόπερ «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της» είναι μια βίαιη επίθεση στον φιλοσοφικό και πολιτικό πλατωνισμό, ο οποίος θεωρείται πνευματικός πρόδρομος των ολοκληρωτισμών του εικοστού αιώνα.

Η επίθεση του Πόπερ προκάλεσε πολλές αντιδράσεις από εκείνους που θεωρούσαν τον Πλάτωνα, όπως λέει ο Γκάνταμερ, «έναν από τους θεμελιωτές πατέρες της χριστιανικής και φιλελεύθερης παράδοσής μας». Πώς είναι δυνατόν να έχουμε στους κόλπους μας τον πνευματικό πατέρα του ολοκληρωτισμού και όχι μόνον να μην το έχουμε αντιληφθεί, αλλά να τον μελετάμε και να τον τιμάμε;

Επρόκειτο για μιαν επίθεση στις ίδιες τις ρίζες της δυτικής κουλτούρας, μιαν επίθεση πολύ σκληρή που δύσκολα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Έτσι, στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, εκδηλώθηκε μια ατέλειωτη σειρά προσπαθειών υπεράσπιστης του Πλάτωνα από τις κατηγορίες του Πόπερ.

Ο Λίο Στράους έθεσε στο επίκεντρο της ερμηνείας του Πλάτωνα την περίπλοκη σχέση διανοούμενων και εξουσίας. Ο Στράους θεωρούσε ότι η φιλοσοφία είναι ανώτερη από την πολιτική, επειδή το περιεχόμενό της δεν είναι ιστορικά καθορισμένο, αλλά είναι αιώνιο και υπερβατικό και ότι επομένως ο διανοούμενος δεν πρέπει να εμπλέκεται στο πολιτικό παιχνίδι.

Αντίθετα, ο φίλος και θεωρητικός αντίπαλός του Αλεξάντρ Κοζέβ θεωρούσε ότι ο φιλόσοφος δεν μπορεί να παραμένει ξένος προς την ιστορία και προς τον μεγάλο στοχασμό για την αλήθεια, που αποκαλύπτεται μόνο μέσα στην ιστορική κίνηση.

ΠΗΓΗ:εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 19-7-2009

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

ΘΕΑΤΡΟ Κ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: O AΓΓΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΑΝΤΟΣ



1. Το Θέατρο δεν είναι ο τόπος όπου επέρχεται η παρουσία, δεν είναι η σκηνή που ποζάρει πάνω της ο Λόγος και η φιλοσοφία. Το Θέατρο δεν είναι ένα όργανο της αναπαράστασης. Το Θέατρο οφείλουμε να το κατανοήσουμε ως τον Άγγελο του Συμβάντος, ως την πράξη που συνιστά συμβάν ώστε να μπορέσει να προαναγγείλει το μη -ακόμα εμφανιζόμενο Συμβάν. Η σκηνή, ο λόγος, η γραφή, η σιωπή, η κίνηση και η εικόνα είναι πτυχώσεις της Θεατρικής ύπαρξης, όλα μαζί συγκροτούν τον κόσμο-Θέατρο, την προυπόθεση δηλαδή της συμβαντικής εμφάνισης. Το συμβάν-θέατρο δεν είναι όμως το άθροισμα αυτών. Είναι η αναγγελία του συμβάντος που καθορίζει το θεατρικό έργο, που αποτελεί την ιδέα της πράξης αλλά και την ιδέα της απουσίας της πράξης. Θα λέγαμε πως το Θέατρο είναι η εμφάνιση της εξαφάνισης, και μόνο τότε αποτελεί συμβάν και όχι αναπαράσταση, αποτελεί πράξη και όχι μεταφορά Λόγου, αποτελεί δραμα του Πραγματικού και όχι τόπο του Συμβολικού.

2. Η Φιλοσοφία είναι η σκηνή του κόσμου, είναι το θέατρο του κόσμου, και για αυτό είναι μια πράξη που αναπαράγει το Ίδιο, που συγκροτεί τον κόσμο ως αντανάκλαση της. Η Φιλοσοφία είναι μια Φαινομενολογία, το φανέρωμα και η υπόσταση του κόσμου είναι μία μίξη για αυτήν, μια σύνθεση που βασίζεται στην αναπαράσταση των αντικειμένων στη σκέψη κλωνοποιώντας τα σε έννοιες. Η φιλοσοφία είναι το θέατρο που δεν αναγγέλει τίποτα, δεν περιμένει κανένα Γκοντό, δεν μπορεί συνεπώς να οριστεί ως πράξη και δράμα. Η επιδίωξη της να υποβιβάσει το θέατρο σε μηχανή αναπαραγωγής και απεικόνισης του Λόγου της είναι η ιστορία του ιδεαλιστικού θεάτρου, του θεατρικού κλασσικισμού που ακόμα και μέσα στις πιο μεταμοντέρνες θεατρικές γραφές κυριαρχεί και φυλακίζει την εξεγερτική δυνατότητα που υπάρχει στην ίδια την θεατρική πράξη. Το Θέατρο και η Φιλοσοφία δεν είναι μια ισότιμη σχέση, μια σχέση Τέχνης και Γνώσης, όπως πολλοί διανοούμενοι προσπαθούν αιώνες τώρα να μας παρουσιάσουν. Η συνάντηση τους είναι συγκρουσιακή και ορίζει ένα πεδίο αγώνα ανάμεσα στην θεωρία και την πράξη, τον υλισμό και τον ιδεαλισμό.

3. Το κέντρο βάρους της Θεατρικής πράξης δεν είναι, λοιπόν, το δείχνειν προς το κοινό, ούτε το βλέπειν απο το κοινό, αλλά το πράττειν μίας Ιδέας, η ενσάρκωση ενός Πραγματικού που δεν είναι πράγμα, η εμφάνιση του σκοτεινού σημείου χωρίς να στερείται η σκοτεινότητα του, η αναγγελία ενός συμβάντος.

4. Ο χρόνος μέσα στο Θέατρο είναι εξαφανισμένος, υπάρχουν μόνο οι πράξεις, οι σκηνές, οι δράσεις, τα πρόσωπα.Ο χρόνος μαζί με την γραφή σβήνεται όχι μέσω του λόγου αλλά μέσω της λογικής του συμβάντος. Το Θέατρο είναι κατεξοχήν αντι-φιλοσοφικό γιατί δεν αναπαράγει την σκέψη μέσα στο χωρο-χρόνο αλλά μέσα στο συμβαντοχώρο.Η μη-φιλοσοφική ερμηνεία και αποδόμηση της φιλοσοφίας έχει να μάθει πολλά απο την Πλατωνική καθαρότητα, απο την μαθηματική αφαίρεση που διαπερνά τη Θεατρική δράση.

5.Η συνωμοσία ενάντια στη φιλοσοφία, υπάρχει μέσα στο έργο του Μάρλοου, του Σαίξπηρ, στους Αρχαίους Τραγικούς, στο Μπρέχτ και στον Μέγιερχολντ, στον Μπέκετ. Υπάρχει δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει φιλοσοφία μέσα στο Θέατρο τους αλλά σημαίνει ότι η φιλοσοφία είναι υποταγμένη και απειλείται κάθε στιγμή με εξαφάνιση μέσα στο έργο τους. Επείγει να συγκροτηθεί το Θέατρο ως βασικό πεδίο ανάπτυξης μιας θεωρίας και πράξης του Πραγματικού, του Συμβάντος, του Ενός, της Ιδέας του Αγγέλου, δηλαδή της αλήθειας.

σ.

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

Σλαβόι Ζίζεκ, « Σπάζοντας το πρόσωπο του γείτονα» για τον Ιουδαισμό του Εμμανουήλ Λεβινάς.


Απόσπασμα από άρθρο του Σλαβόι Ζίζεκ, « Σπάζοντας το πρόσωπο του γείτονα- για τον Ιουδαισμό του Εμμανουήλ Λεβινάς». Δημοσίευση στον ιστότοπο του περιοδικού ψυχανάλυσης κ φιλοσοφίας THE SYMPTOM.

«Αναζητώντας την αλήθεια, έχω ήδη εγκαθιδρύσει μια σχέση με ένα πρόσωπο που μπορεί να εγγυηθεί τον εαυτό του, η επιφάνεια του οποίου είναι κατά κάποιο τρόπο ένας λόγος τιμής.Κάθε γλώσσα ως μια ανταλλαγή λεκτικών σημείων αναφέρεται ήδη σε αυτόν τον αρχέγονο λόγο της τιμής./../η εξαπάτηση και η ακρίβεια προυποθέτουν ήδη την απόλυτη αυθεντικότητα του προσώπου».1

Το ερώτημα κλειδί που θέτει ευθέως αυτή η Λεβινασιανή ιδέα του προσώπου του άλλου ως επιφάνεια, ως γεγονός που προηγείται της ίδιας της Αλήθειας, είναι: πως, τότε, εισάγονται ο νόμος, τα δικαστήρια, οι κρίσεις, οι θεσμοί, κ.λπ.; η απάντηση του Λεβινάς είναι: μέσω της παρουσίας του ΤΡΙΤΟΥ. Όταν είμαι πρόσωπο με πρόσωπο με τον άλλο, είμαι απείρως υπεύθυνος σε αυτον, αυτή είναι η πρωταρχικός ηθική ομαδοποίηση, εντούτοις, υπάρχει πάντα ένας τρίτος, και από εκείνη την στιγμή, νέες ερωτήσεις προκύπτουν: πώς ο γείτονάς μου που αντιμετωπίζω συσχετίζεται με αυτόν τον τρίτο; Είναι αυτός ο τρίτος φίλος ή ο εχθρός του ή ακόμα και το θύμα του; Ποιος εκ των δύο είναι κατά πρώτο λόγο ο αληθινός γείτονας μου; Όλο αυτό με αναγκάζει να συγκρίνω τα άπειρα που δεν μπορούν να συγκριθούν, να περιορίσω την απόλυτη προτεραιότητα του άλλου, να αρχίσω να υπολογίζω το ανυπολόγιστο. Εντούτοις, αυτό που είναι σημαντικό για τον Λεβινάς είναι πως αυτό το είδος της νομικής σχέσης, απαραίτητο όπως είναι, παραμένει θεμελιωμένο στην αρχέγονη ηθική σχέση με τον άλλο. Η ευθύνη για τον άλλο - το υποκείμενο ως απάντηση στο άπειρο κάλεσμα που ενσωματώνεται στο πρόσωπο του άλλου που είναι ταυτόχρονα ανίσχυρο, τρωτό, και που εκδίδει μια απεριόριστη εντολή - είναι για τον Λεβινάς ασυμμετρικκό και μη-αμοιβαίο: Είμαι υπεύθυνος για τον άλλο χωρίς να έχω οποιοδήποτε δικαιώμα να υποστηρίξω ότι ο άλλος πρέπει να επιδείξει την ίδια ευθύνη για μένα. Ο Λεβινάς, εδώ, αρέσκεται να παραθέτει τον Ντοστογιέφσκι:

«Είμαστε όλοι υπέυθυνοι για όλα και ένοχοι μπροστά στον καθέναν, αλλά εγώ είμαι περισσότερο από όσο όλοι οι άλλοι.» Η ηθική ασυμμετρία ανάμεσα σε μένα και τον άλλο που μου απευθύνει το άπειρο κάλεσμα είναι το αρχέγονο γεγονός, και «Εγώ» δεν πρέπει ποτέ να σταματήσω να βασίζομαι σε αυτήν την μη-αναγώγιμη σε πρώτο-πρόσωπο σχέση με τον άλλο που πρέπει να φτάσει στο άκρο, εάν είναι απαραίτητο - πρέπει να είμαι έτοιμος να αναλάβω την ευθύνη για τον άλλο να πάρω τη θέση του, έως να γίνω ένας όμηρος για αυτον: Η υποκειμενικότητα ως τέτοια είναι πρωτογενώς ένας όμηρος, υπεύθυνη μέχρι το σημείο που γίνεται η θυσία για άλλους.» Έτσι ο Λεβινάς καθορίζει τη «συμφιλιωτική θυσία»: μια χειρονομία μέσω της οποίας το Ίδιο ως ο όμηρος παίρνει τη θέση (αντικαθιστά) τον Άλλο… Δεν είναι, εντούτοις, αυτή η χειρονομία τη ς«συμφιλιωτικής θυσίας» η κατ' εξοχήν χειρονομία του Χριστού; Δεν ήταν αυτός ο όμηρος που πήρε τη θέση όλων μας και ως τόσο παραδειγματικά ανθρώπινος (» Ίδε ο άνθρωπος»);

Μακριά από το να κηρύττει μια εύκολη θεμελίωση της πολιτικής στην ηθική του σεβασμού και της ευθύνης για τον Άλλο , ο Λεβινάς επιμένει μάλλον στην απόλυτη ασυμβατότητα τους, στο χάσμα που χωρίζει τις δύο διαστάσεις: η ηθική περιλαμβάνει μια ασυμμετρική σχέση στην οποία είμαι πάντα-ήδη υπεύθυνος για τον άλλο , ενώ η πολιτική είναι η περιοχή της συμμετρικής ισότητας και της διανεμητικής δικαιοσύνης… παρόλα αυτά, δεν είναι αυτή η λύση πάρα πολύ τακτοποιημένη; Δηλαδή, δεν είναι μια τέτοια έννοια της πολιτικής ήδη «μετα-πολιτική» αποκλείοντας την κατεξοχήν πολιτική διάσταση (εξ αιτίας της οποίας, για τη Hannah Arendt, η τυραννία είναι η πολιτική στην καθαρότητα της), εν ολίγοις, που αποκλείει ακριβώς τη διάσταση αυτού που ο Carl Schmitt αποκάλεσε πολιτική θεολογία; Κάποιος μπαίνει στον πειρασμό για να πει ότι, μακριά από το να ανάγεται στη συμμετρική περιοχή της ισότητας και της διανεμητικής δικαιοσύνης,η πολιτική είναι η πολύ «αδύνατη» σύνδεση μεταξύ αυτής της περιοχής και αυτής της (θεολογικής) ηθικής, ο τρόπος που η ηθική κόβει ευθέως τη συμμετρία των ίσων σχέσεων, διαστρεβλώνοντας/μετατοπίζοντας ταις. Στο έργο του Ηθική και Άπειρό , ο Λεβινάς υπογραμμίζει πώς αυτό που εμφανίζεται ως φυσικότερο πρέπει να είναι το πιό αμφισβητήσιμο - όπως η ιδέα του Spinoza ότι κάθε οντότητα παλεύει φυσικά για την αυτό-διατήρηση της, για την πλήρη επιβεβαίωση της ύπαρξής της και των ενδότερων δυνάμεών της: έχω το δικαίωμα να είμαι; Δεν είναι με την επιμονή στην ύπαρξη, ότι αποστερώ άλλους από τη θέση τους, ότι τους σκοτώνω τελικά;/../2.

Σημειώσεις
1Levinas, Emmanuel, Totality and Infinity, The Hague: Martinus Nijhoff, 1979.
2Levinas, E., Ethics and Infinity: Conversations with Phillip Nemo, Pittsburgh: Duquesne University, 1985.